ΜΙΑ ΑΡΚΕΤΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Ήταν λίγο μετά τις έξι όταν ο υπηρέτης μου, χωρίς να χτυπήσει την πόρτα, μπήκε στο σαλόνι, διακόπτοντας την ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχα με τον καλό μου φίλο Τζώρτζ Έθερτον, ο οποίος είχε έλθει να μ’ επισκεφθεί από νωρίς το απόγευμα.
- Τι συμβαίνει, Τόμας ; τον ρώτησα, χωρίς να κουνηθώ καθόλου από την αναπαυτική μου πολυθρόνα.
- Ένα μήνυμα για τον κύριο, είπε, προτείνοντας ένα δίσκο που περιείχε ένα σημείωμα. Το πήρα, του είπα «σ’ευχαριστώ» κι εκείνος βγήκε, κλείνοντας σιγανά πίσω του την πόρτα.
Ο φάκελλος πράγματι απευθυνόταν σε μένα. «Δρα Έντουαρντ Ρέντκλιφ, 20 Γκρόσβενορ Πλέϊς», έγραφε. Ήταν μια στιγμή αργότερα, όταν κάτι σαν ένα κύμα κρύο κι ορμητικό με διαπέρασε ολόκληρο. Ήταν στα σίγουρα ο γραφικός της χαρακτήρας. Δεν χωρούσε αμφιβολία πως αυτά τα μάλλον μικρά και πολύ λίγο καλλιγραφικά στοιχεία είχαν σχηματισθεί απ’ το δικό της χέρι. Τα θυμόμουν καλά τα γράμματα αυτά, κι ας είχαν περάσει τόσο πολλά χρόνια, δεν έχει σημασία πόσα ακριβώς. Τότε, η ανήσυχη φωνή του φίλου μου ήλθε να μου υπενθυμίσει την παρουσία του στο σπίτι μου :
- Έντ, φαίνεσαι κάτωχρος ! Τι συμβαίνει, άνθρωπέ μου ;
Στα λόγια του έδωσα ελάχιστη προσοχή, πράγμα που τον έκανε να σωπάσει γι’ αρκετή ώρα. ΄Έσκισα τέλος τον φάκελλο αρκετά άτσαλα και τράβηξα το διπλωμένο στα δύο λευκό χαρτί που έγραφε :

«Σε περιμένω απόψε στις έντεκα,
στον αριθμό 12 της Κάμντεν Ρόουντ.
Μάρθα Λιούϊς »

Διάβασα και ξαναδιάβασα αυτές τις λέξεις, ενώ το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει και τ’ αυτιά μου βούϊζαν ανυπόφορα. Δεν είχα πέσει έξω. Η Μάρθα ! ( Ο οξυδερκής αναγνώστης φυσικά αντιλαμβάνεται ότι το πραγματικό όνομα της γυναίκας δεν ήταν αυτό ). Είχε ασκήσει την επιρροή της πάνω μου για καιρό, αυτή η κοπέλλα... Την είχα αγαπήσει παράφορα, αλλά αυτή δεν πρέπει να είχε νοιώσει ποτέ κάτι τέτοιο για μένα. Όταν αποφασίσαμε να μην ιδωθούμε πια, ήξερα ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να αποτραβήξω οριστικά τη σκέψη μου από κείνη και πίστευα, είτε από εγωϊσμό, είτε από αισιοδοξία, πως κι αυτή κάποτε θα με αναζητούσε ξανά. Θεωρούσα βέβαιο ότι δεν με είχε θελήσει ποτέ πραγματικά, αλλά σκεφτόμουν συχνά ότι εξακολουθούσα να κατέχω κάποια γωνιά στην αποθήκη της μνήμης της. Και να τώρα, ξαφνικά, τούτο το σημείωμα...
- Μα τι συμβαίνει λοιπόν ; ρώτησε για δεύτερη φορά ο καλός μου φίλος Τζώρτζ. Τον κοίταξα αφηρημένα κι απάντησα :
- Τίποτε, τίποτε, να, μια κάπως επείγουσα δουλειά γι’ απόψε.
- Θα πας ; ξαναρώτησε, και ήταν μάλλον η οξύτατη διαίσθησή του που είχε προσδώσει στον τόνο της φωνής του κάτι που δεν μου άρεσε καθόλου.
- Ναι, αντιγύρισα μ’ έναν προσποιητό τόνο αδιαφορίας.
- Θα σ’ αφήσω τότε να ετοιμαστείς, είπε εκείνος καθώς σηκωνόταν και, καληνυχτίζοντάς με, βγήκε από το σαλόνι. Λίγο αργότερα άκουσα την εξώπορτα να κλείνει. Εκτιμούσα τον Τζώρτζ ιδιαίτερα γιατί ήξερε πολύ καλά να σέβεται τις προσωπικές στιγμές και σκέψεις ακόμα και του πιο στενού του φίλου, μ’ άλλα λόγια ήταν άριστος γνώστης της γραμμής εκείνης που διαχωρίζει το ενδιαφέρον από την αδιακρισία, γραμμής πολύ λεπτής, που για πολλούς είναι μάλλον ασαφής.
Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των πολλών ετών, δεν είχα ξανασυναντήσει ποτέ την Μάρθα, αλλά χάρη στις αρκετές μου γνωριμίες και στην μάλλον καλή οικονομική μου κατάσταση, κατάφερνα να έχω πάντοτε τις πιο έγκυρες και διασταυρωμένες πληροφορίες γύρω από το πώς εξελισσόταν η ζωή της. Δυόμισυ χρόνια μετά τον χωρισμό μας, άρχισε να συζεί με τον ευκατάστατο Γουώλτερ Μάθιους από το Λίβερπουλ, ιδιοκτήτη πέντε μεγάλων σιδηρουργείων σε ισάριθμες πόλεις του νησιού. Λίγο αργότερα τον παντρεύτηκε, περισσότερο για λόγους κοινωνικής αποκατάστασης και διαφύλαξης της υπόληψής της στα μάτια των γνωστών της, αν και κάθε άλλο παρά ευρύ κύκλο γνωριμιών είχε, καθώς ήταν γυναίκα αρκετά δύστροπη, με μάλλον διαταραγμένο ψυχισμό, με ελάχιστη φινέτσα και εμφανώς αντικοινωνική. Εξάλλου, για να μην έχει κάποιος κοντά της ιδιαίτερα μεγάλο πρόβλημα, θα έπρεπε να της αναγνωρίζει το δικαίωμα να του συμπεριφέρεται περίπου όπως θέλει, να τον αγνοεί ολοκληρωτικά για άλλοτε σύντομα κι άλλοτε μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, καθώς και άλλα παραπλήσια που προτιμώ τώρα να μην θυμάμαι αναλυτικά.
Δεν ξέρω αν κοντά σ’ όλ’ αυτά συνέβαλε και κάτι άλλο ή όχι, πάντως το γεγονός είναι ότι ο φτωχός Γουώλτερ βρέθηκε ένα πρωΐ αυτοπυροβολημένος στο γραφείο του, δίπλα σ’ ένα σημείωμα που έγραφε : «Θέτω τέρμα στη ζωή μου για να μην αναγκαστώ ν’ αφαιρέσω τη ζωή της γυναίκας που παντρεύτηκα».
΄Αγνωστο αν ο Θεός τους συγχώρησε τελικά και τους δύο, ή ποιον απ’ τους δύο συγχώρησε, αλλά η Μάρθα, αφού φυσικά κληρονόμησε τον αυτόχειρα, νοίκιασε ένα αρκετά όμορφο βικτωριανό σπίτι στο βόρειο Λονδίνο, όπου κυρίως περνούσε τις ώρες της διαβάζοντας σοβαρού περιεχομένου βιβλία (όπως έμαθα από τον τοπικό βιβλιοπώλη) και προσπαθώντας να μάθει να παίζει βιολί (όπως, αντί μερικών λιρών, πληροφόρησε τον άνθρωπό μου ο απογοητευμένος από την επίδοσή της και αγανακτισμένος από την συμπεριφορά της καθηγητής της μουσικής).
Ομολογώ πως από την ώρα που έλαβα το μήνυμα και μετά, με διακατείχε ένα περίεργο - όσο και γλυκό - είδος αγωνίας, παρόμοιο μ’ εκείνο που ένοιωθα τον παλιό καιρό, τότε που με αρκετή νεανική ανυπομονησία και ψυχική διέγερση, έσπευδα σχεδόν κάθε απόγευμα στο ολάνθιστο την άνοιξη δρομάκι των κήπων του Κένσιγκτον για να βρω την Μάρθα. Κι εκείνη, αν και δεν φαινόταν - όπως εξήγησα και προηγουμένως - ν’ απολαμβάνει ιδιαίτερα τη συντροφιά μου, περιέργως δεν παρέλειπε να με συναντά πολύ συχνά.
Μ’ αυτές και άλλες παραπλήσιες σκέψεις, πέρασε αρκετή ώρα και κάθε άλλο παρά άνετα αισθανόμουν. Ήπια λίγο ιρλανδέζικο ουΐσκυ, που το συνόδευσα με ένα από τα βαριά τσιγάρα που είχα φέρει την τελευταία φορά που επισκέφθηκα το Κάϊρο. Για να περιορίσω λίγο το άγχος μου, βάλθηκα να ξεφυλλίζω μερικούς φακέλλους με αποκόμματα παλιών εφημερίδων, μα ούτε κι αυτή η ασχολία στάθηκε ικανή να μειώσει την ταραχή μου.
Ήταν δέκα και δύο λεπτά όταν ο Τόμας με πληροφόρησε ότι η άμαξα που είχε καλέσει για λογαριασμό μου βρισκόταν σταματημένη στο κατώφλι της εξώπορτάς μου. Θυμάμαι πως δίστασα για μια ή δυο στιγμές, αλλά τώρα πια ξέρω ότι τέτοιοι δισταγμοί, όσο βάσιμοι κι αν είναι, είναι προορισμένοι να αίρονται, μη μπορώντας ν’ αντισταθούν στη φοβερή δύναμη των νόμων που διέπουν την ύπαρξή μας. Έτσι, φόρεσα την κάπα και το καπέλλο μου και με δυσοίωνα συναισθήματα βγήκα στο δρόμο. Το κρύο ήταν αρκετά τσουχτερό και η ομίχλη σχημάτιζε παράξενα φωτοστέφανα γύρω από τα λιγοστά γκαζοφάναρα, καθώς το φως τους διαχεόταν και τρεμόπαιζε.
Είπα στον αμαξά την διεύθυνση, κι ανέβηκα. Μπορώ να ορκιστώ πως σ’ όλη τη διαδρομή, δεν άκουσα τίποτ’ άλλο απ’ το μονότονο κροτάλισμα των πετάλων του αλόγου πάνω στο πλακόστρωτο, και το τρίξιμο των ξύλινων τροχών κάτω απ’ το βάρος της καρότσας. Σκοτάδι βασίλευε παντού, γιατί τα φώτα ήταν λίγα, μα κι ο ουρανός πνιγμένος στα σύννεφα. Στα ρουθούνια μου έφτανε η βαριά μυρωδιά από το υγρό χώμα. Τόσο σιωπηλά όλα, ήταν λες και ζούσα μόνον εγώ μέσα στην αχανή βρεταννική μητρόπολη που κοιμόταν βαθιά, παραδομένη σ’ έναν ύπνο που αποστολή είχε να κρύβει αριστοτεχνικά όλα εκείνα τα αποτρόπαια πράγματα που μπορούν να συμβαίνουν κάτι τέτοιες νύχτες, πράγματα που κάνουν να σαλεύει ο νους των απροετοίμαστων ανθρώπων.
Η Κάμντεν Ρόουντ ήταν κι αυτή βυθισμένη στα πέπλα της νύχτας κι ο αέρας ήταν βαρύς, πηχτός, ακίνητος. Ο όγκος των ψηλών, κολλημένων μεταξύ τους σπιτιών, ορθωνόταν κι απ’ τις δυο πλευρές του δρόμου, απειλητικός, δυσβάσταχτος. Σπίτια σιωπηλά, εφιαλτικά, έτοιμα να γείρουν και να σε ρουφήξουν στο πένθιμο εσωτερικό τους, κτίρια άρρωστα και αμαρτωλά, βουβοί μάρτυρες αιώνων, πομποί του πιο αρχαίου ανθρώπινου συναισθήματος, του τρόμου.
Ο αμαξάς ακινητοποίησε το τετράποδό του έξω από τον αριθμό δώδεκα, που αχνοφαινόταν χαραγμένος σε μια μπρούτζινη πλάκα δίπλα στο μαρμάρινο πλαίσιο της εξώπορτας, αντανακλώντας το ασθενικό φως του φαναριού. Παρακάλεσα τον άνθρωπο να με περιμένει, κι εκείνος, αφού κοίταξε γύρω του και μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο, σήκωσε το γιακά του, κρέμασε το καμουτσίκι του, και βυθίστηκε στο κάθισμα του αμαξιού.
Το πρώτο μου χτύπημα στο ρόπτρο δεν φάνηκε να ταράζει καθόλου τη σιωπή και το σκοτάδι του σπιτιού. Ξαναχτύπησα δυό ή τρείς φορές, με τεντωμένα νεύρα, και με έκπληξη διαπίστωσα πως η βαριά πόρτα υποχώρησε κάπου μισό πόδι προς τα μέσα. Με αρκετή επιφύλαξη την έσπρωξα, πέρασα στο εσωτερικό, και ελάχιστοι άνθρωποι είναι, πιστεύω, σε θέση να κατανοήσουν το συναίσθημα του υγρού φόβου που με κυρίευσε μέχρι τα τρίσβαθα της ύπαρξής μου. Δεν μπορούσα να δω σχεδόν τίποτε, εξόν απ’ το περίγραμμα μιας δεύτερης πόρτας, που οδηγούσε, όπως σκέφτηκα, σε έναν μικρό διάδρομο. Άναψα ένα σπίρτο, που σχεδόν με τύφλωσε με την ξαφνική του λάμψη και, διαβαίνοντας την πόρτα, επαλήθευσα την αμέσως προηγούμενη σκέψη μου για το διάδρομο.
Στη σύντομη διάρκεια της φλόγας του σπίρτου, πρόλαβα να προσανατολιστώ προς μια τρίτη πόρτα, κάπως χαμηλότερη, η οποία θα έπρεπε να οδηγεί στην πρώτη κρεββατοκάμαρα. Άνοιξα αυτή την πόρτα αργά. Μέσα στο δωμάτιο, που ήταν όντως κρεββατοκάμαρα, υπήρχε μια λάμπα αναμμένη. Αργότερα ευχήθηκα να ήταν κι εκεί σκοτάδι, μια και μόνο αυτό θα μπορούσε να κρύψει απ’ τα μάτια μου τη φρίκη της σκηνής που αντίκρυσα, κάτωχρος και λουσμένος στον ιδρώτα : Μερικά λιτά έπιπλα κι ένα διπλό με θόλο κρεββάτι, που φιλοξενούσε πάνω του το σώμα μιας γυναίκας.
Ενώ η καρδιακή μου λειτουργία πλησίαζε στο όριο της αντοχής της, πλησίασα με τεράστια ψυχική προσπάθεια, φέρνοντας τη λάμπα στο κομοδίνο, δίπλα στο κρεββάτι. Ήταν χωρίς αμφιβολία η Μάρθα - τρέμω τώρα που το συλλογιέμαι - μόνο που ήταν γερασμένη κατά πολλά χρόνια, όπως άλλωστε κι εγώ. Κάτω από το σχεδόν διάφανο νυχτικό της, με εντυπωσίασε η απόλυτη ακινησία του κορμιού της και η έλλειψη κάθε ένδειξης ζωής σ’ αυτό. Κατανικώντας με μεγάλη δυσκολία τον τρόμο που παρέλυε τα μέλη μου, άγγιξα το μέτωπό της που ήταν, όπως περίμενα, παγωμένο. Η καρδιά βρισκόταν χωρίς άλλο σε αχρηστία, αφού ο λεπτός καρπός της δεν έδινε ούτε το πιο ασθενές ίχνος σφυγμού. Το χρώμα του προσώπου της γυναίκας πρόδιδε σαφώς την καταργηθείσα κυκλοφορία του αίματός της. Το ίδιο το πρόσωπο ήταν, ορκίζομαι, ό,τι πιο ανέκφραστο είχα δει στη ζωή μου ολόκληρη. Όλα συνηγορούσαν υπέρ του ότι είχε επέλθει τελεσίδικα ο θάνατος, και μάλιστα πρόσφατα, αφού η ακαμψία έλειπε.

Ήταν λοιπόν νεκρή ! Η Μάρθα, η Μάρθα μου, ήταν τελικά νεκρή ! Τι είχε συμβεί ; Το πιθανότερο ήταν ότι είχε αυτοκτονήσει, άγνωστο ακόμα με ποιο τρόπο, και πριν το κάνει, με κάλεσε για να μου προσφέρει και αυτή την τελευταία πίκρα. Την είχα ικανή για κάτι τέτοιο ! Την είχα αγαπήσει τη γυναίκα αυτή, την αγαπούσα ακόμα, μα τώρα χάθηκε για πάντα... Γιατί δεν περίμενε λίγο ακόμα, η άμυαλη; Γιατί;

Ένα κάψιμο ανέβηκε στο λαιμό μου, και με βία μπόρεσα να συγκρατήσω τον πρώτο μου λυγμό, όχι όμως και τον δεύτερο... Έτσι ξέσπασα σ’ ένα σιωπηλό κλάμα, που τάραζε την ψυχή μου, κάνοντας όλη μου την ύπαρξη να συγκλονίζεται, ενώ τα θεμέλια του μυαλού μου δονούνταν επικίνδυνα. Το κλάμα αυτό κρατούσε πολλή ώρα, μα καθόλου δεν με ξαλάφρωνε, καθόλου δεν με συνέφερνε από την απελπισία μου. Ήθελα να πεθάνω, χίλια ακόμη χρόνια ζωής δεν θα έφθαναν να σβύσουν τα σημάδια από τις οδυνηρότατες αυτές ώρες. Η Μάρθα μου ήταν νεκρή ! Την αγαπούσα μα ήταν νεκρή ! Ήθελα να πεθάνω κι εγώ ! Η επιθυμία του θανάτου εκείνη την ώρα ήταν πιο έντονη από κάθε άλλη που είχα ποτέ μου νοιώσει. Και χιλιάδες απόκοσμες φωνές, μέσ’ απ’ τα βάθη του σαλεμένου μου μυαλού, με ρωτούσαν : «Θέλεις; Θέλεις; Θέλεις; »
« Ναι », ούρλιαξα, δύο, πέντε, δέκα, αμέτρητες φορές. « Ναι », ξαναφώναξα άλλες τόσες, κι ο αέρας ξέσκιζε το λαρύγγι μου, μέχρι που ένοιωσα το αλμυρό αίμα στο στόμα μου. Κι ακόμα έκλαιγα...
Τότε, ξαφνικά, τα μάτια του πτώματος άνοιξαν διάπλατα, με το φρικτό βλέμμα τους καρφωμένο στα δικά μου, ενώ ταυτόχρονα τα δυο χέρια τινάχτηκαν βίαια, αρπάζοντας το λαιμό μου σε μια λαβή - τανάλια. Η δύναμη αυτού του δαίμονα ήταν υπερφυσική. Τα εφιαλτικά δάχτυλα έσφιγγαν παρατεταμένα και με τόση λύσσα τις καρωτίδες μου, ώστε, ζαλισμένος και με φρικτό πόνο έπεσα αργά στο πάτωμα, ενώ η πίεση στο λαιμό μου εξακολουθούσε αμείωτη. Τότε, ακούστηκε το μουγκρητό του μεγάλου κεραυνού, τα τζάμια θρυμματίστηκαν με μιας, κι η λάμπα έσβησε βίαια απ’ το παγωμένο ρεύμα του αέρα. Αλλά, ανίκανος πια να αντιδράσω, και χάνοντας αναπόφευκτα τις αισθήσεις μου, εγκατέλειψα τον εαυτό μου στην οικτρή του τύχη.
Δεν μπορώ με σιγουριά να πω πόση ώρα αργότερα, συνειδητοποίησα πως βρισκόμουν ανάσκελα στη γωνιά του δωματίου, που τώρα λουζόταν σ’ ένα απόκοσμο φως, φωσφορισμό πιο πολύ, παρά φως αληθινό. Μπροστά στο κρεββάτι, γυρισμένη προς το μέρος μου, στεκόταν όρθια - δεν χωρούσε καμμιά αμφιβολία - η Μάρθα Λιούϊς, ολόγυμνη, με την φρεσκάδα και την λαμπρότητα των εικοσιτεσσάρων χρόνων της. Με κοίταζε και χαμογελούσε. Με το βλέμμα μου κολλημένο στα μάτια της, ο παλιός φλογερός έρωτας συντάραξε τα σωθικά μου. Εκείνη πλησίασε και μου έτεινε το χέρι. Έκπληκτος, σηκώθηκα πολύ εύκολα κι ανάλαφρα. Μ’ έφερε μπροστά σ’ έναν καθρέφτη. Κι είδα το είδωλο ενός άνδρα και μιας γυναίκας που φαίνονταν να διανύουν την τρίτη μόλις δεκαετία της ζωής τους. Κι απόρησα, και χάρηκα. Κι εκείνη τότε, ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών και με φίλησε στο στόμα, με την πρώτη της θέρμη.
Την τράβηξα απαλά έξω απ’ το δωμάτιο, έξω απ’ το σπίτι, στο δρόμο. Ο μισοκοιμισμένος αμαξάς τινάχτηκε ξαφνιασμένος, μας κοίταξε, και ούρλιαξε όσο δυνατά μπορούσε. Μαστίγωσε το άλογο και χάθηκε στη στροφή του δρόμου. Όπως δήλωσε στην αστυνομία, όπου αμέσως κατέφυγε πανικόβλητος, είδε λέει να τον πλησιάζουν ξαφνικά μέσα στη νύχτα, δυο δαίμονες με κόκκινα και λαμπερά μάτια - κάρβουνα αναμμένα - με γέλια δυνατά και χάχανα, τέτοιο πράγμα ο φουκαράς ποτέ δεν είχε δει, ούτε έμελλε να ξαναδεί ποτέ του. Και δεν μπορούσε ο δύστυχος να εξηγήσει, πώς, στο όνομα όλων των διαβόλων του Τίππερμουρ, πώς, λέω, βρήκε στον πάτο του αμαξιού του δυο χρυσές λίρες...
Την άλλη μέρα, ο επιθεωρητής Σύντνεϋ της Σκώτλαντ Γυάρντ τα βρήκε πολύ σκούρα, αφού δεν μπορούσε ν’ ανακαλύψει κανέναν ύποπτο για τον διπλό, όπως είπε, φόνο, στον αριθμό 12 της Κάμντεν Ρόουντ : της Μάρθας Λιούϊς, ενοίκου, από αρσενικό, και του δρος Έντουαρντ Ρέντκλιφ, επιφανούς ιατρού του Λονδίνου, από στραγγαλισμό.
Η υπόθεση αναπόφευκτα έκλεισε χωρίς περισσότερα στοιχεία. Μα στο Κάμντεν Τάουν, από καιρό οι πιο πολλοί ξέρουν για τα γέλια και τα ξεφωνητά που τις παγερές νύχτες φέρνει μαζί του ο άνεμος, καθώς κουβαλά πάνω στα ορμητικά φτερά του τον Τρόμο...