Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΧΕΛΓΚΑΣ ΒΑΝ ΧΟΡΝ

Η μικρή πόλη του Τίλμπουργκ, στην Ολλανδία, είχε κάθε λόγο να υπερηφανεύεται για το γεγονός ότι σ’ αυτήν γεννήθηκε και ζούσε ένας νέος καλλιτέχνης, ο εξαιρετικός γλύπτης κ. Ιερεμίας Βαν Χορν.
Ο κ. Ιερεμίας Βαν Χορν είχε επανειλημμένα εκθέσει έργα του στα μεγαλύτερα κέντρα της χώρας και οι κριτικές γι’ αυτόν υπήρξαν εξ αρχής ενθουσιώδεις, παρ’ όλο που δεν ήταν καθόλου θιασώτης των σύγχρονων τάσεων στην γλυπτική. Αντίθετα, ήθελε να καλλιεργεί μια τεχνοτροπία παρόμοια μ’ αυτή των αρχαίων κλασσικών, απεικονίζοντας στα έργα του τις σπάνιες πια ιδέες της αρμονίας, της γαλήνης, του λιτού κάλλους, του φωτός, του έρωτα, της ειλικρίνειας και της αγάπης.
Υπέρμαχος αυτών των ιδεών και αρετών, ο κ. Ιερεμίας Βαν Χορν είχε φροντίσει να τις έχει πάντα οδηγούς στη ζωή του. Κατά τ’ άλλα, ήταν ένας πρόσχαρος, έξυπνος και ανοιχτός άνθρωπος, με πολλές γνωριμίες, με αρκετούς καλούς φίλους και, απ’ ό,τι φαινόταν, χωρίς εχθρούς. Το πρόσωπο όμως που τον στήριζε ιδιαίτερα στη ζωή του και τον ενέπνεε συνεχώς και απεριόριστα στις δημιουργίες του, ήταν η γυναίκα του, η Χέλγκα.
Δύσκολα μπορούσε κανείς να συναντήσει γυναίκα ομορφότερη, πιο χαριτωμένη, πιο αθώα και με αγνότερο χαρακτήρα από την κα Χέλγκα Βαν Χορν. Στην εφηβική της ηλικία ήταν - αλλοίμονο - ένας άγγελος : έξυπνη, κοινωνική, πρόθυμη, ευγενική, αλλά και πολύ προσεκτική στις συναναστροφές της, ιδίως με τ’ αγόρια. Τ’ αγόρια, που την ποθούσαν όσο τίποτ’ άλλο, μα που συνήθως αυτή αποθάρρυνε ευγενικά, χωρίς πάντως - κι αυτό την έκανε πραγματικά αξιαγάπητη - να είναι υπερβολικά σεμνότυφη ή απαγορευτική.
Μα φαίνεται πως ο κ. Ιερεμίας Βαν Χορν κέρδισε την πραγματική της εκτίμηση και αγάπη και, με τη σειρά του, την ερωτεύτηκε κι’ αυτός τρελλά και σε λίγο καιρό - όπως συνήθως και από πολύ παλιά συμβαίνει - της ζήτησε να τον παντρευτεί. Κι εκείνη η μικρή θεά - όπως επίσης συνήθως και από πολύ παλιά συμβαίνει - δέχτηκε με τρυφερότητα και συνεσταλμένο βλέμμα, ηττημένη από τη γοητεία του καλού της. Τώρα πια, σκέπτομαι πως αν ο κ. Ιερεμίας Βαν Χορν είχε ακολουθήσει άλλου είδους καρριέρα, για παράδειγμα αυτή των Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, ή άλλη παραπλήσια, θα ήταν σίγουρα σε θέση να γνωρίζει ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, το ηττημένο παρουσιαστικό είναι απαραίτητη ιδιότητα του πραγματικού νικητή.
Κύλησαν λίγα χρόνια και το ζευγάρι ζούσε σε κλίμα αρμονίας και υπέρτατης συζυγικής ευτυχίας. Όλα εξελίσσονταν ομαλά και η αγάπη που είχαν ο ένας για τον άλλο τους έδενε βαθιά, κάθε μέρα και περισσότερο. Στο μεταξύ, η φήμη του κ. Ιερεμία Βαν Χορν απλωνόταν σε πανευρωπαϊκή κλίμακα και ο ίδιος ταξίδευε συχνά στο εξωτερικό, σε εκθέσεις και καλλιτεχνικά συνέδρια, φροντίζοντας πάντα στις ομιλίες του, αλλά και στις φιλικές του συζητήσεις, ν’ αναφέρεται στην ευεργετική επίδραση που είχε στη ζωή και στο έργο του η γυναίκα του και η αγνή αγάπη της.
Κατά τη διάρκεια ενός απ’ αυτά του τα ταξίδια, ο καλλιτέχνης ειδοποίησε τηλεφωνικά τη Χέλγκα ότι θα γύριζε το βράδυ της Παρασκευής, 27 Σεπτεμβρίου. Και σκέφτηκε ότι ασφαλώς εκείνη θα χάρηκε πολύ, γιατί της είχε λείψει ήδη μια ολόκληρη εβδομάδα και θα καιγόταν από την επιθυμία να τον σφίξει στην αγκαλιά της. Όμως, την επόμενη μέρα, Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου, οι διάφορες ανιαρές γραφειοκρατικές δουλειές που είχε να τελειώσει, του πήραν εν τέλει λιγότερο χρόνο απ’ ότι αυτός περίμενε και με μεγάλη του ευχαρίστηση διαπίστωσε ότι προλάβαινε το τραίνο που θα έφθανε στο Τίλμπουργκ αργά το ίδιο βράδυ, το βράδυ δηλαδή της Πέμπτης. Δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία να κάνει μια ευχάριστη έκπληξη στη Χέλγκα, που τον περίμενε την επομένη, και να καπνίσει ένα πούρο μπροστά στο τζάκι του λίγο νωρίτερα απ’ ότι είχε προγραμματίσει, γι’ αυτό λοιπόν πήγε στο σταθμό κι έκλεισε τη θέση του.
Μα δεν ξέχασε ότι πάντα κάποιο μικρό δωράκι αγόραζε για την καλή του, και, αφού είχε λίγο χρόνο ακόμα στην διάθεσή του, έτρεξε σ’ ένα μικρό κατάστημα λίγο πιο πέρα και ζήτησε μια προτομή του Βίλχελμ Μπράουν, ενός εξαιρετικού πιανίστα, που τόσο θαύμαζε η γλυκειά Χέλγκα, όντας πραγματική ερωμένη της μουσικής και πολλών άλλων τεχνών. Όταν πια οι σιδερένιοι τροχοί χτυπούσαν ρυθμικά πάνω στις παγωμένες ράγες, ο καλλιτέχνης ξετύλιξε και κοίταξε εξεταστικά την προτομή αυτή, σπρωγμένος από ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα, κάτι σαν γλυκό και ασφαλή φόβο, αν βέβαια μπορεί να υπάρξει κάτι τέτοιο. Κατά τη γνώμη μου, το συναίσθημα αυτό είναι η βαθειά αλλά ασυνείδητη γνώση του πεπρωμένου, μ’ άλλα λόγια αυτό που πολλοί ειδικοί αποκαλούν - μάλλον λανθασμένα - προαίσθημα. Είναι η γνώση, η πεποίθηση ότι κάτι θα συμβεί, αξεδιάλυτο όμως τί ακριβώς. Και το σημαντικότερο, όταν αυτό το κάτι τελικά συμβεί, δημιουργείται η εντύπωση ότι τίποτε άλλο δεν θα μπορούσε να έχει γίνει, παρά μόνον αυτό ! Είναι, αν θέλετε, η επανέλευση μιας πανάρχαιας, πανομοιότυπης εμπειρίας, αλλά ολότελα πια ξεχασμένης και απρόσιτης.
Έτσι, λίγο πριν τα μεσάνυχτα της Πέμπτης, μέσα στο μισοσκόταδο και το κρύο, το μαύρο ατμοκίνητο θηρίο σταματούσε αργά, αγκομαχώντας και ξεφυσώντας, στην πρώτη γραμμή του μικρού σταθμού του Τίλμπουργκ. Μέσα απ’ τους λευκούς ατμούς της μηχανής φάνηκε να ξεπροβάλλει ο κ. Ιερεμίας Βαν Χορν, βαδίζοντας βιαστικά κατά μήκος της πλατφόρμας, προς την έξοδο. Το ταξί που πήρε, τον μετέφερε γρήγορα στο σπίτι του και ήταν πολύ ευχαριστημένος γι’ αυτό. Κλείνοντας λοιπόν την πόρτα πίσω του, μέσα στο σκοτάδι και τη σιωπή, του φάνηκε πως άκουσε αμυδρά τη φωνή της Χέλγκας από πάνω. Άρχισε ν’ ανεβαίνει αργά τη σκάλα και μόλις πάτησε στο κεφαλόσκαλο, είδε στην κρεββατοκάμαρα, πίσω από την μισάνοιχτη πόρτα, τη γυναίκα του ξαπλωμένη στο κρεββάτι τους, παρέα μ’ έναν γεροδεμένο άνδρα, ο οποίος τη στιγμή εκείνη απολάμβανε τα παθιασμένα της χάδια, ενώ ταυτόχρονα φιλούσε ηδονικά τα γυμνά της στήθη. Κι έδειχναν να είναι πολύ ευτυχισμένοι οι δυο τους, παραδομένοι στην δίνη του σφοδρού έρωτά τους...
Το μυαλό του ανθρώπου που θα μπορούσε, αν ήθελε, να καταστρέψει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την τρυφερή εκείνη στιγμή, σταμάτησε ξαφνικά, αδυνατώντας να επεξεργαστεί άμεσα τις πληροφορίες που λάμβανε. Ο κ. Ιερεμίας Βαν Χορν έκλεισε σφιχτά τα μάτια του για ένα δευτερόλεπτο, με την ελπίδα πως οι αισθήσεις του του έπαιζαν κάποιο δυσάρεστο παιχνίδι. Το θέαμα όμως που αντίκρυσε όταν τα ξανάνοιξε, ήταν περίπου το ίδιο. Περίπου, γιατί τώρα η θέση των κορμιών των δύο εραστών πρόδιδε καθαρότερα αυτό που σκόπευαν πολύ σύντομα να κάνουν.
Σε παραλήρημα σιωπηλής οργής και με το αίμα να χτυπάει στο κεφάλι του όσο χίλια τύμπανα, αστραπιαία σκέφτηκε αρκετούς πιθανούς τρόπους δράσης που θα ήταν κατάλληλοι για την περίπτωση, αλλά δεν διάλεξε κανέναν. Αντίθετα, με ένα αδιόρατο χαμόγελο, που ήταν μάλλον ακούσια σύσπαση των μυών του προσώπου του παρά χαμόγελο πραγματικό, πισωπάτησε και, κάνοντας μεταβολή, κατέβηκε πολύ προσεκτικά και τελείως αθόρυβα τη σκάλα, προχώρησε προς την εξώπορτα, την άνοιξε, βγήκε έξω και την έκλεισε σιωπηλά πίσω του. Έστριψε δεξιά και ξεκλείδωσε την πόρτα του γκαράζ · κανείς εκτός απ’ τον ίδιο δεν είχε το κλειδί. Μπήκε, έκλεισε πάλι και ξανακλείδωσε από μέσα. Άνοιξε το αυτοκίνητο στα τυφλά και το λαμπάκι της οροφής φώτισε πένθιμα το εσωτερικό του. Σωριάστηκε στο κάθισμα ιδρωμένος, με την οδύνη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του και σε λίγο, τραβώντας σιγά την πόρτα, βυθίστηκε πάλι στο σκοτάδι.

● ● ●

Το βράδυ της Παρασκευής 27 Σεπτεμβρίου, κατά τις οκτώ, ο κ. Ιερεμίας Βαν Χορν έμπαινε χαμογελαστός στο σπίτι του. Η γλυκειά Χέλγκα σχεδόν αμέσως κατέβηκε τρέχοντας τη σκάλα και, καλωσορίζοντάς τον, ρίχτηκε στην αγκαλιά του. Τον φιλούσε και τον ρωτούσε πώς πέρασε, κι εκείνος της απαντούσε πρόθυμα και της περιέγραφε αναλυτικά τα διάφορα συμβάντα του ταξιδιού. Είχε πολύ κέφι και της διηγιόταν όλες τις αστείες λεπτομέρειες που, όπως πάντα, την έκαναν να γελά ανέμελα, με τον γλυκό εκείνο τόνο που άρμοζε στην αθώα της φύση.
- Παραλίγο να το ξεχάσω... σου έφερα κι ένα δωράκι, της είπε σ’ ένα διάλειμμα της κουβέντας τους, βγάζοντας από τη βαλίτσα του τη διπλωμένη μικρή προτομή. Και συνέχισε, δαμάζοντας την ανυπομονησία της :
- Θα σου το δώσω όμως μόνον αν μου υποσχεθείς πως θα κλείσεις σφιχτά τα μάτια σου και δεν θα τ’ ανοίξεις μέχρι να σου πω ! Δεν είναι κάτι πολύ συνηθισμένο... Σύμφωνοι ;
- Σύμφωνοι, σύμφωνοι, αντιγύρισε εκείνη χαμογελώντας και σφράγισε τα όμορφα πράσινα μάτια της. Ο κ. Ιερεμίας Βαν Χορν ξετύλιξε το δώρο, σηκώθηκε όρθιος και με απίστευτη δύναμη και ταχύτητα το κατέβασε στο ξανθό κεφάλι της όμορφης Χέλγκας. Εκείνη τινάχτηκε σπασμωδικά · το χαμόγελο που ήταν ακόμη ζωγραφισμένο στα χείλη της έσβησε απότομα μόλις δέχτηκε και δεύτερο αστραπιαίο και πανίσχυρο χτύπημα, και τρίτο, και τέταρτο... Το κρανίο της συνθλιβόταν μ’ έναν εφιαλτικό υπόκωφο γδούπο κάτω από την βαριά μπρούτζινη μάζα και πολύ σύντομα, από τη μύτη και τα μάτια της έτρεξε σκούρο και ζεστό το αίμα. Τα σαγόνια της μισάνοιξαν αποκρουστικά στην προσπάθειά της να μιλήσει, να φωνάξει, μα μόνο αέρας ακούστηκε να βγαίνει από μέσα τους, καθώς εκείνη ακριβώς τη στιγμή την εγκατέλειπε οριστικά η ψυχή που τα κινούσε...
Ο εκδικητής έγδυσε τελείως το πτώμα και το έσυρε στην αίθουσα που είχε διαμορφώσει σε ξυλουργείο, μια και του άρεσε να ασχολείται - σε μικρότερο βαθμό και όχι τόσο συχνά - και με τη δημιουργία γλυπτών από ξύλο. Ψύχραιμα και αρκετά εύκολα, το τοποθέτησε ανάσκελα πάνω στο τραπέζι της μεγάλης πριονοκορδέλλας και, αφού το τράβηξε από τη μια, το έσπρωξε από την άλλη, κάμποσες φορές, ώστε να φέρει το στήθος στο ύψος του πριονιού και να το ευθυγραμμίσει με την πορεία που αυτό θ’ ακολουθούσε, το έδεσε σφιχτά και έθεσε το μηχάνημα σε λειτουργία.
Λιγότερο από μισό λεπτό της ώρας χρειάστηκε η κορδέλλα για να κόψει πέρα ως πέρα την γλυκειά Χέλγκα, καθώς αυτή τρανταζόταν κάτω απ’ την άγρια επίθεση του φρικτού εργαλείου. Ο κ. Ιερεμίας Βαν Χορν αναγκάστηκε να παραμερίσει αρκετά, για να μην γεμίσει αίματα και κομμάτια από κόκκαλα και κατακόκκινη σάρκα, που πετάγονταν παντού, καθώς τα ατσάλινα δόντια ξέσκιζαν με λύσσα και εφιαλτικό θόρυβο κάθε είδους ιστό που συναντούσαν στο μακάβριο δρόμο τους.
Μόλις λοιπόν η γυναίκα χωρίστηκε στα δύο, ο καλλιτέχνης έκλεισε το διακόπτη, μισογέμισε μια σκάφη με καθαρό οινόπνευμα και βύθισε μέσα το πάνω μισό. Το άφησε εκεί επτά περίπου ώρες, όσο χρειάστηκε για να καθαρίσει σχολαστικά τον τόπο από κάθε ίχνος και να θάψει βαθειά στον κήπο το υπόλοιπο σώμα και τα ρούχα που το στόλιζαν πριν εκείνος εξαπολύσει την φοβερή επίθεσή του. Ξημερώματα πια, το έβγαλε από τη σκάφη και το ακούμπησε πάνω στον πάγκο εργασίας. Στη συνέχεια, έχυσε το μίγμα οινοπνεύματος και αίματος στην αποχέτευση του εργαστηρίου και κάθησε για λίγο σ’ ένα σκαμνί, αποκαμωμένος, με το στόμα εντελώς στεγνό και τα μάτια καρφωμένα στο άπειρο. Μα σε λίγο, λες και κάτι τον έσπρωξε να σηκωθεί απότομα, να ρίξει κρύο νερό στο πρόσωπό του και να κατευθυνθεί βιαστικά προς τον πάγκο. Αφού έστησε όρθιο και στερέωσε το θλιβερό απομεινάρι, βάλθηκε να ετοιμάζει ένα ειδικό μίγμα από νερό, γύψο, λευκό τσιμέντο και μαρμαρόσκονη, ρυθμίζοντας με τέτοιο τρόπο τις αναλογίες ώστε να μπορεί να κολλά και να στέκεται χωρίς προβλήματα πάνω στις διαλυμένες σάρκες της γλυκειάς Χέλγκας. Κι ο γλύπτης δούλεψε εντατικά, σχεδόν ασταμάτητα, για είκοσι μέρες και είκοσι νύχτες.
Κάποιο πρωΐ, ένα περίπου μήνα μετά την επιστροφή του από το τελευταίο του ταξίδι, ο κ. Ιερεμίας Βαν Χορν ειδοποίησε τον επίσκοπο της πόλης ότι είχε σκοπό να του προσφέρει ένα δώρο για την εκκλησία. Κι εκείνος χάρηκε πολύ όταν αντίκρυσε μια καλοδουλεμένη λευκή προτομή σε φυσικό μέγεθος με αγωνιώδη έκφραση και επιγραφή : « Ιούδας ο Ισκαριώτης ». Το έργο τοποθετήθηκε πράγματι στο ναό και η πόλη ευχαρίστησε σε ειδική τελετή, στο Δημαρχείο, τον μεγάλο καλλιτέχνη για την ευγενική του προσφορά. Στο τέλος αυτής της τελετής, πολλοί ήταν αυτοί που τον ρώτησαν για τη Χέλγκα και του εξέφρασαν τις ευχές τους για τη γρήγορη επάνοδό της από την Καλιφόρνια, για την οποία εκείνη είχε αναχωρήσει μάλλον εσπευσμένα μερικές μέρες νωρίτερα, επειδή αισθανόταν την υποχρέωση να συμπαρασταθεί με την εκεί παρουσία της στην ηλικιωμένη αδελφή του εκλιπόντος πατέρα της, η οποία είχε αρρωστήσει σοβαρά και ζητούσε επίμονα να την δεί. Ο γλύπτης τούς ευχαρίστησε και τούς πληροφόρησε ότι, όπως εξελίσσονταν τα πράγματα στην Αμερική, η Χέλγκα μάλλον θ’ αργούσε αρκετά να επιστρέψει...
Λίγες μέρες αργότερα πάντως, ο κ. Ιερεμίας Βαν Χορν έπεσε απότομα και χωρίς πρόδρομα συμπτώματα σε βαρειά μελαγχολία, στη συνέχεια εκδήλωσε κατάθλιψη και η γενική υγεία του χειροτέρευε μέρα με την ημέρα. Ζήτησε τότε να με δει, κι εγώ έκανα τ’ αδύνατα δυνατά ώστε να βρίσκομαι κοντά του το επόμενο βράδυ. Οι γείτονες που βρίσκονταν στο σπίτι του με καλωσόρισαν με ιδιαίτερη ευγένεια και με πληροφόρησαν με σεβασμό ότι ο γλύπτης μιλούσε σπάνια πια και έμοιαζε να μην τους αναγνωρίζει και να μην καταλαβαίνει ακριβώς που βρίσκεται και τι του συμβαίνει. Τους ευχαρίστησα και τους παρακάλεσα να μας αφήσουν μόνους. Τότε αυτός άρπαξε το χέρι μου, το κράτησε σφιχτά και άρχισε να μου διηγείται με κόπο και με πολλές λεπτομέρειες τα όσα σας διηγήθηκα κι εγώ λίγο πριν. Κι αφού μου τα είπε όλα, με κοίταξε με μάτια που έκαιγαν, και συμπλήρωσε αργά :
- Αλλοίμονο κύριε, είμαι εγκληματίας και ανάξιος να λέγομαι άνθρωπος, μου αξίζει ο θάνατος... Αλλά ήταν αναγκαίο να τιμωρήσω την γυναίκα αυτή, για την υποκρισία της πιο πολύ παρά για ό,τι έκανε... ΄Ήταν απαραίτητο να την δικάσω, να την καταδικάσω και με τα ίδια μου τα χέρια να την εκτελέσω, γιατί μου φαίνεται πως ετούτος ο ελεεινός Θεός πολύ τεμπελιάζει τελευταία... Τον αγάπησα, τον τίμησα - έτσι μ’ έμαθαν - αλλά τούτη εδώ τη στιγμή, μπροστά σας, τον αποκηρύσσω ! Ναι, τον αποκηρύσσω, να πάει στο διάβολο !
Αφού ο βλάσφημος αυτός επιτέλους σώπασε αποκαμωμένος, το παλιό ρολόϊ του τοίχου χτύπησε έντεκα. Ξέσπασε τότε ξαφνικά η μεγάλη Αστραπή και η Καταιγίδα και μανιασμένος σεισμός κουνούσε το σπίτι πέρα - δώθε. Η λάμπα έσβησε, αντικείμενα έπεφταν κι έσπαγαν, οι πόρτες ανοιγόκλειναν με κρότο, και χιλιάδες φωνές ηχούσαν στ’ αυτιά μου... Μα περισσότερο ξαφνιάστηκα παρά φοβήθηκα μ’ όλ’ αυτά, γιατί είχα δει πολύ χειρότερα στο παρελθόν. Και φάνηκε να αιωρείται μέσα στην κάμαρα, λίγο πιο κάτω από το ταβάνι, Άγγελος Κυρίου με πανέμορφο αλλά αγριεμένο πρόσωπο, που έσερνε με μια σκουριασμένη αλυσίδα τη μικρή Χέλγκα, ξανθούλα και γελαστή, όπως εγώ την θυμόμουν από παλιότερα, μόνο που απ’ τα μάτια της έτρεχε μαύρο πηχτό αίμα που άχνιζε. Και ο Άγγελος μίλησε με φωνή ηχηρότερη από χίλιες σάλπιγγες, και είπε :
- Ο Κύριος και Θεός μου, λέει ότι δεν επιθυμεί να κρίνει και να κατατάξει ετούτη εδώ την ψυχή τώρα, γιατί δεν την είχε καλέσει ακόμα κοντά Του όταν αυτή Τον επισκέφθηκε · μ’ έστειλε λοιπόν να βρω και ν’ απαιτήσω απάντηση απ’ αυτόν που την καταδίκασε και την εκτέλεσε. Σε ρωτώ λοιπόν, Ιερεμία Βαν Χορν, τι διατάζεις γι’ αυτήν ; Πού ορίζεις να καταταγεί ;
Ο γλύπτης είχε πια σχεδόν λιποθυμήσει πάνω στο κρεββάτι του. Ο Άγγελος με κοίταξε - είμαι σίγουρος - κι εξαφανίστηκε το ίδιο απότομα όπως είχε εμφανιστεί, παίρνοντας μαζί του και την Χέλγκα. Το φως ξανάναψε, και όλα ήταν πάλι όπως και πριν... Κοίταξα τον δυστυχισμένο φίλο μου, που έκτοτε δεν ξαναμίλησε. Έμεινα στο πλευρό του μέχρι το πρωΐ, χωρίς ν’ απομακρυνθώ καθόλου. Την άλλη μέρα δεν ήταν πια σε θέση ούτε να φάει, ούτε να πιεί · το απόγευμα παρουσίασε ξαφνικά πολύ υψηλό πυρετό και σε λίγο άρχισε να αιμορραγεί από το στόμα και τη μύτη. Και προτού προλάβω να τρέξω για ιατρική βοήθεια, μελάνιασε ολόκληρος και πέθανε με φοβερούς σπασμούς και ουρλιαχτά, έτσι που έδινε την εντύπωση πως απαγόρευε στην ψυχή του να τον εγκαταλείψει...