Φόβος

Από λόγο κατάλληλο, από μικρή κι αβέβαιη μιλιά
τράφηκε του φόβου το κτήνος κι έξω σύρθηκε
και σκούριασε τον ήλιο πάλι κι αφουγκράστηκε
της καρδιάς μας τους χτύπους τους γοργούς
και του μυαλού μας τη φρικτή μαρμαρυγή.

Ροκάνισε για λίγο ακόμα την ανάσα μας
και το χρόνο που ως το τέλος απομένει,
μας κάρφωσε το βλέμμα μας στο άπειρο
μας έβαψε τα ρούχα μαύρα και μαβιά
και τις μικρές χαρές μας τις εξόρκισε.

Αλλ' απόκαμε γοργά και σα να κιότεψε,
των καλών ανθρώπων το χαμόγελο το μάρανε,
του Άκτιστου Θεού το βλέμμα το καθήλωσε
και στη φωλιά του ζαλισμένο ξαναμπήκε.

Ας είναι για καιρούς αμέτρητους εκεί να μείνει,
παράλυτο για χρόνους ατελεύτητους
κι αν αύριο και πάλι ανασαλέψει,
τροφή ας μην εξεύρει πουθενά.