ΟΥΤΙΣ Η ΟΥΔΕΙΣ;
ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΟ ΚΑΤΕΓΡΑΜΜΕΝΟ ΛΟΓΟΠΑΙΓΝΙΟ
Στο ι΄ της Οδύσσειας, μεταξύ των διαφόρων περιπετειών και βασάνων που εξιστορεί ο Οδυσσέας στον Αλκίνοο, αναφέρεται και στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο νησί των Κυκλώπων (ι΄ 105-566), όπου καταγράφεται και το πιθανώς αρχαιότερο μαρτυρούμενο λογοπαίγνιο στην παγκόσμια γραμματολογία. Πρόκειται για το επεισόδιο κατά το οποίο ο Πολύφημος ζητάει από τον Οδυσσέα να του πει το όνομά του (ι΄ 355) “....καί μοι τεὸν οὔνομα εἰπέ”, και αυτός δηλώνει ότι λέγεται “Ούτις”, όνομα το οποίο εκλαμβάνεται από τον κύκλωπα ως ‘Ουδείς’ με αποτέλεσμα, όταν ζητούσε βοήθεια από τους άλλους κύκλωπες να γίνει η γνωστή παρεξήγηση συνεπεία της οποίας δεν πρόστρεξαν σε βοήθειά του αλλά τον ειρωνεύτηκαν κι όλας με ‘έπεα πτερόεντα’, λόγια του αέρα, συστήνοντάς του να παρακαλέσει τον Ποσειδώνα να τον θεραπεύσει από τη νόσο που του έστειλε ο Δίας (ι΄ 403-406).
Η συνηθισμένη ερμηνεία είναι ότι πρόκειται για ευφυά απάτη με την οποία ο Οδυσσέας ξεγέλασε τον θηριώδη αλλ’ απλοϊκό και ανόητο Πολύφημο. Αλλά όσο πολυμήχανος και αν ήταν ο Οδυσσέας, δεν ήταν δυνατό να μαντέψει τη συνέχεια της ιστορίας ώστε να ξεστομίσει ένα τόσο απίθανο όνομα.
Βλέπε ι΄ 364-367 :
Κύκλωψ, εἰρωτᾷς μ’ ὄνομα κλυτόν; αὐτὰρ εγώ τοι
ἐξερέω· σὺ δέ μοι δὸς ξείνιον, ὥς περ ὑπέστης.
Οὖτις ἐμοί γ’ ὄνομα· Οὖτιν δέ με κικλήσκουσι
μήτηρ ἠδὲ πατὴρ ἠδ’ ἄλλοι πάντες ἑταῖροι.
Ακολουθεί η εξόρυξη του οφθαλμού: ι΄ 381-382 :
οἱ μὲν μοχλὸν ἑλόντες οξὺν ἐπ’ ἄκρῳ
ὀφθαλμῷ ἀνέρεισαν.....
Και καταλήγουμε στην παρεξήγηση που σώζει τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του, ι΄ 399-414 :
αὐτὰρ ὁ Κύκλωπας μεγάλ’ ἤπυεν, οἵ ρά μιν ἀμφὶς
ὤκεον ἐν σπήεσσι δι’ ἄκριας ἠνεμόεσσας
οἱ δὲ βοῆς αΐοντες ἐφοίτων ἄλλοθεν ἄλλος
ἱστάμενοι δ’ εἰροντο περὶ σπέος, ὅττι ἑ κήδοι·
‘τίπτε τόσον, Πολύφημ’, ἀρημένος ὧδ’ ἐβόησας
νύκτα δ’ ἀμβροσίην καὶ αΰπνους ἄμμε τίθησθα;
ἦ μή τίς σευ μῆλα βροτῶν ἀέκοντος ἐλαύνει;
ἦ μή τίς σ’ αὐτὸν κτείνει δόλῳ οὐδὲ βίηφι;’
τοὺς δ’ αὖτ’ ἐξ ἄντρου προσέφη κρατερὸς Πολύφημος·
‘ὦ φίλοι, Οὖτις με κτείνει δόλῳ ἠὲ βίηφιν’.
οἱ δ’ ἀπαμειβόμενοι ἔπεα πτερόεντ’ ἀγόρευον·
‘εἰ μὲν δὴ τίς σε βιάζεται οἶον ἐόντα,
νοῦσόν γ’ οὔ πως ἔστι Διὸς μεγάλου ἀλέασθαι,
αλλὰ σύ γ’ εὔχεο πατρὶ Ποσειδάωνι ἄνακτι.’
ὥς ἄρ’ ἔφαν ἀπιόντες, ἐμὸν δ’ εγέλασσε φίλον κῆρ,
ὡς ὄνομ’ ἐξαπάτησεν ἐμὸν καὶ μῆτις ἀμύμων.
Κατά την εδώ εκφραζόμενη άποψη, η ενλόγω ερμηνεία είναι λανθασμένη παρόλο που την υποστηρίζει δήθεν ο ίδιος ο Οδυσσέας αποδίδοντάς τη στο ‘όνομα’ αλλά και στην μήτιν: “ὡς ὄνομ’ ἐξαπάτησεν ἐμὸν καὶ μῆτις ἀμύμων” (ι΄ 414). Και δε θα μπορούσε να είναι διαφορετική μέχρι ν’ αναγνωσθούν τα επικά σπαράγματα της Μεσοποταμίας και δη της Σουμερίας.
Εντούτοις υπάρχουν στο κείμενο μερικές ‘ασυνέπειες’ που δημιουργούν κάποια ερωτηματικά ή, που αποκαλύπτονται, έστω, εκ των υστέρων. Κατ’ αρχή δεν υπάρχει φιλοπαίγμων διάθεση. Η ‘σκηνή’ είναι λίγο ‘τραβηγμένη’ διότι το επεισόδιο εξελίσσεται κάτω από δραματικές συνθήκες και αφού ο Πολύφημος έχει ήδη καταβροχθίσει έξι από τους δώδεκα συντρόφους του Οδυσσέα, ο οποίος παρά το φόβο του, δε διστάζει να τα βάλει μαζί του φραστικά τουλάχιστο, μέχρι που τον αποκαλεί ‘παλιάνθρωπο’: “σὺ δὲ μένεαι οὐκέτ’ ἀνεκτῶς, σχέτλιε, πῶς κέν τις σε καὶ ὕστερον ἄλλος ἵκοιτο ἀνθρώπων πόλεων;” (ι΄ 350-352) ενώ ο Πολύφημος απαντάει με αρκετή αυτοσυγκράτηση (ι΄ 357) “αυτίκα νῦν, ἵνα τοι δῶ ξείνον, ᾧ κε σὺ χαίρῃς” με προφανή στόχο να παραπλανήσει τον Οδυσσέα να του δώσει κι άλλο κρασί, ενώ καταβρόχθιζε απρόσκοπτα τους συντρόφους του. Ο Οδυσσέας τελικά τον μεθάει κι έπειτα του αποκαλύπτει το όνομά του.
Ο καθ’ ημάς Οδυσ-σεύς είπε απλώς το όνομά του, Ud Zi, το οποίο μεταγράφτηκε ή μάλλον ‘μεταφωνήθηκε’ ως ‘Ούτις’ κι εξελληνίστηκε τελικά ως Οδυσσεύς, όπως αιώνες αργότερα ο Goethe γινόταν Γυθείος και ο Byron Βύρων. Η φωνητική σχέση του ‘Οδυσσεύς’ με το Ud Zi κι εν τέλει με το ‘Ούτις’ είναι προφανής, παρά τον πάντοτε επικρεμάμενο κίνδυνο της τυχαίας παρετυμολόγησης. Η φιλότιμη προσπάθεια του ομηρίδη που διαμόφωσε το στίχο α΄ 62 με το περίφημο “τί νύ οἱ τόσον ὠδύσαο, Ζεῦ;” και τον λιγότερο γνωστό τ΄ 407 – 409 “πολλοῖσιν γὰρ ἐγώ γε ὀδυσσάμενος τόδ’ ἱκάνω, ἀνδράσιν ἠδὲ γυναιξὶν ἀνὰ χθόνα βωτιάνειραν· τῷ δ’ Ὀδυσεὺς ὃνομ’ ἔστω ἐπώνυμον” με το αμαρτύρητο από αλλού και σχεδόν άχρηστο [1] κατά τα λοιπά ‘ὀδύσσομαι’ που υποτίθεται ότι σημαίνει ‘δυσαρεστοῦμαι, χολοῦμαι, μέμφομαι’ για να του δημιουργήσει έτυμον διά στόματος Αθηνάς και να τον πολιτογραφήσει, δεν πείθει. Η ετυμολόγηση θεωρείται από τους Liddel και Scott ‘μυθική’. Το όνομα ‘Οδυσσεύς’ δεν ετυμολογείται ελληνικά. Ο δε ομηρίδης που συνέταξε ή διαμόρφωσε τους στίχους ι΄ 364-367 γνώριζε το πραγματικό όνομα· το εκμεταλλεύτηκε για να κάνει το λογοπαίγνιο, μια κωμωδία παρεξηγήσεων θα το λέγαμε μερικούς αιώνες αργότερα, αλλά δεν το εφεύρε.
Και
ποιος είναι ο
Ud Zi,
στο χειρόγραφο
ο
Ήλιος της Ζωής;
Τα πιο πάνω εμενγκιρ (σουμεριακά) gushum (σφηνογράμματα) προφέρονται ‘ud zi’ και σημαίνουν ‘ήλιος της ζωής’. Πρόκειται για τη συντομογραφική απόδοση των πλήρους ονόματος Ζιουδσουρα.
Zi-ud-su-ra
(
zi ζωή,
ud ήλιος,
su3ra2
ρ.πρ.
[2]
) ο ζωντανός ήλιος, ο ήλιος που ζει.
Ο Ζιουδσουρα, σύμφωνα με το “Συμβουλές του Σουρουππαγκ” [3] είναι γιος του ισόθεου Σουρουππαγκ και αποδέκτης των συμβουλών του, μιας συλλογής παροιμιών κατ’ ουσία, ο οποίος Σουρουππαγκ είναι ο πρώτος οικιστής και ήρωας της ομώνυμης πόλης, πέμπτης ιεραρχικά, και η οποία δόθηκε στον Σουδ, τον άρχοντα του Κάτω Κόσμου (Κατακλυσμός β΄ 15).
Για να παραβάλλεται προς αυτόν ένας ήρωας που κατέβηκε από τον ουρανό και βασίλεψε άπειρα χρόνια, επρόκειτο για πολύ σημαντική και μάλιστα ‘υποδειγματική’ προσωπικότητα· σημείο αναφοράς [4]. Σ’ ένα απόσπασμα από το “Άσμα των Αρχαίων Βασιλέων” διαβάζουμε τα εξής:
|
8 |
lugal-e mu 3600x10-am3 in-ak |
... Ένας βασιλιάς που βασίλεψε τριανταέξι χιλιάδες χρόνια. |
|
9 |
lugal-e lu2 an-ce3 bi2-in-ed2-de3 |
Ο βασιλιάς είναι άνθρωπος που κατέβηκε από τον ουρανό |
|
10 |
zi-ud-su3-ra2-gin7 nam-til3 i3-kij2-kij2 |
Αυτός που, σαν τον Ζιουδσούρα, κατάφερε να βρει την αιώνια ζωή [5]. |
Μολονότι δεν διασώζονται ‘περιπέτειες’ αντίστοιχες του ομηρικού Οδυσσέα, εντούτοις έγινε θρύλος ως μεγάλος θαλασσοπόρος. Στον ‘Κατακλυσμό’ (γ΄ 13-14) αναφέρεται μόνο ότι “ήταν χαμένος στην περιπλάνηση, βυθισμένος στη σιωπή, με το φόβο να τον τρυπάει παντού,” και “περνούσε μάταια ο καιρός του” όταν (γ΄ 15-26) ο Ζιουδσουρα κρυφάκουσε τυχαία ότι θα γίνει κατακλυσμός γιατί “αποφασίστηκε ότι το σπέρμα του ανθρώπου δε θα έχει πια μερίδιο κληρονομιάς” και “η βασιλική τους εξουσία και η απόλαυση της εντολής τους έληξε,” και ναυπήγησε πλοίο από πολύ χοντρό ξύλο, κλειστό από παντού, στο οποίο βρήκαν καταφύγιο πάρα πολλά ζώα. Το ξύλο από το οποίο ήταν κατασκευασμενο το πλοίο ήταν τόσο χοντρό που χρειάστηκε να κάνει τρύπα με τρυπάνι για να μπει ο θεός Ουτου, που καταύγασε τον κόσμο και σταμάτησε τον όλεθρο. Τελικώς οι προκαλέσαντες τον κατακλυσμό Αν και Ενλίλ μετάνοιωσαν κι επειδή διέσωσε ζώα και ανθρώπους, του έδωσαν ως ανταμοιβή την ‘αιώνια ζωή’ αλλά στο μακρινό Ντιλμούν, “εκεί που ανατέλλει ο ήλιος” [6].
Ο Ζιουδσουρα είναι προφανώς πολύ σημαντική φυσιογνωμία Μολονότι οι ‘Περιπέτειές’ του δεν καταγράφτηκαν ή τουλάχιστο δεν εντοπίστηκε ακόμα ούτε σπάραγμα πλάκας με ‘έπος περιπλάνησης’ που να παραπέμπει σ’ αυτόν, είναι προφανώς ένας από τους θρυλικούς ‘ταξιδευτές’ που άφησαν εποχή, η φήμη των οποίων απλώθηκε σε όλο το μεσογειακό χώρο προφορικά, αλλά είχε καλύτερη τύχη στην Ελλάδα, ή τουλάχιστο στον ‘ελληνισμό’ δηλαδή τον ελληνόφωνο κόσμο [7]. Το όνομά του ίσως παρεφθαρμένο σε ‘Ζιουσουδρα‘ στην ακκαδική, γίνεται ‘Ξίσουθρος’ στα “Βαβυλωνιακά” του ελληνομαθούς βαβηλώνιου ιερέα Βηρωσσού, του τρίτου αι. προ Κοινής Χρονολογίας. Αλλά ο Ουδ Ζι έχει έρθει στην Ελλάδα ως Οδυσσεύς πολύ πριν αναφερθεί σ’ αυτόν ο Βηρωσσός, με τη φυσιολογική οδό της πολιτισμικής διάχυσης.
Προς επίρρωση
της πιο πάνω άποψης, αλλά και για να γίνει κατανοητό το γεγονός
ότι ακόμα και ηχητικά η Σουμερία φτάνει μέχρι κι εμάς,
παρατίθενται μερικά σφηνογράμματα, τα εξής κατά σειρά:
shir
άσμα, τραγουδώ, απαντά είτε μόνο είτε ως συνθετικό σε πολλούς
σουμεριακούς όρους που αναφέρονται σε ύμνους και λατρευτικά
άσματα, και προφανώς σχετίζονται με αυτό οι ομηρικές Σειρήνες,
gan
κήπος, χωράφι,
gamun
κύμινο σε τρεις εξελισσόμενες παραλλαγές,
abshun
άβυσος,
abshag το
μέσο της θάλασσας. Το ότι πολλά από τα τυπικά επικά ‘δρώμενα‘ τόσο
των ‘ακαταμάχητων μαχητών’ όσο και των ‘χαλκέντερων ταξιδευτών’
έχουν πολύ αρχαιότερη προέλευση από τα τέλη της 2ης χιλιετίας
είναι πια γεγονός. Οι ‘Σειρήνες’ είναι τέρατα που τραγουδάνε ‘shir’.
Μέχρι την ανάγνωση των σουμεριακών κειμένων θεωρούσαμε τη λέξη
εβραϊκή, (Παρ/βαλε και το
shir
hashirim
asher leSlomo
– Άσμα Ασμάτων το του Σολομώντος κατά τους Ο΄) ως προερχόμενη
από την προγενέστερη ακκαδική, αλλά είναι σουμεριακή, όσο
τουλάχιστο μπορούμε σήμερα να ξέρουμε, διότι δεν αποκλείεται να
είναι ακόμα αρχαιότερη, κάτι που μάλλον δε θα το μάθουμε ποτέ.ganΣτηΓένεση(β’8)λέει:
“
vayită
yahveh
elohim gan beěden
- Και φύτεψε ο Γιαχβέ ο Θεός ‘gan’
στην Εδεν”, που από τους Ο΄ αποδόθηκε με τον περσικό όρο
‘παράδεισος’ (firdush)
δηλαδή ‘κήπος’. ‘gamun’
είναι το παρ’ ημιν ‘κύμινον’ αρχικώς περιγραφικά, κατόπιν πιο
συνοπτικά και στην τρίτη παραλλαγή, με διαφορά πέντε αιώνων,
εντελώς συλλαβογραφικά ‘ga-mun’.
ab-shun
άβυσσος (ab
θάλασσα) και
ab-shag
το μέσον (καρδιά) της θάλασσας. Κατόπιν όλων αυτών, η συνηθισμένη
ετυμολογία της λέξης ‘άβυσσος’
πρέπει τουλάχιστο να τεθεί εν αμφιβόλω.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Στον Όμηρο, με τον οποίο εισάγεται το ρήμα ὀδύσσομαι στη γλώσσα, χρησιμοποιείται μόνο στον μέσο αόριστο και σπάνια: Οδ. ε΄ 340, « κάμμορε, τίπτε τοι ὦδε Ποσειδάων ἐνοσίχθων ὠδύσατ’ έκπάγλως, ὅτι τοι κακὰ πολλὰ φυτεύει; οὐ μὲν δή σε καταφθείσει, μάλα περ μενεαίων » όπου κατ’ ουσία επανεξηγεί το όνομα του Οδυσσέα και στους ταυτόσημους στίχους Ιλ. Θ΄ 37 και 468 « ὡ μὴ πάντες ὄλωνται ὀδυσσαμένοιο τεοῖο. » Οι άλλες χρήσεις είναι μεταγενέστερες.
[1] ρ.πρ. = ρηματικά προσδιοριστικά, σουμεριακά γλωσσικά μορφήματα των οποίων η σημασιολογική εξήγηση και γραμματο-συντακτική λειτουργία εκφεύγει των στόχων του παρόντος.
[1] Περιλαμβάνεται στα «Έξι Κείμενα από τη Θρυλική Σουμερία» με μετάφραση, σημασιολογικό και γλωσσικό σχολιασμό του γράφοντος, ανέκδοτο. Και ο ‘Κατακλυσμός’ ομοίως.
[1]
Το
‘shar2
/ τριανταέξι χιλιάδες’ είναι συμβατική έκφραση διότι είχαν ως
βάση του μετρικού τους συστήματος το ‘εξήντα’ (
jesh2
/
mu’ush
)
και χρησιμοποιούσαν τις υποδιαιρέσεις και τα πολλαπλάσιά του με
διάφορες σημασίες που εκφεύγουν του παρόντος. ‘shar2’
3600 ‘u2dili’
10. Το ‘shar2’
είναι
από τους μεγαλύτερους αριθμούς που χειρίζονται και το θεωρούν
ισότιμο του παντός
‘shar2
shar2’.
Υπήρχαν και μεγαλύτεροι αριθμοί, πολλαπλάσια ή τετράγωνα των 30,
60, 3600 κ.ο.κ.
[1] Τα ‘c’ και ‘j’ στην εδώ μεταγραφή της σουμεριακής προφέρονται ‘sh’ και ‘ng’.
[1] Στην ακκαδική εκδοχή του Έπους του Γιλγαμές, που είναι η πιο γνωστή διότι σώζεται πρακτικά ολόκληρη, ο ‘σωσμένος από το νερό’ λέγεται Ουτναπιστιμ, δηλαδή διατηρεί το σουμεριακό του όνομα, ενώ στην επαναδιήγηση του Κατακλυσμού ως αυτοτελούς κειμένου από τους ακκάδες έγινε Atraharsis. Ως Ζιουδσουδρα αναφέρεται μόνο στον σουμεριακό Κατακλυσμό.
[1] ‘Ελληνισμός’, ελληνόφωνος κόσμος. Η λ. χρησιμοποιήθηκε εδώ με τη σημασία που της αποδίδει, χωρίς να είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο μοναδικός, ο ‘συναθλητής’ Θανάσης Κουδούνης