ΟΥΤΙΣ  Η  ΟΥΔΕΙΣ;

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΟ ΚΑΤΕΓΡΑΜΜΕΝΟ ΛΟΓΟΠΑΙΓΝΙΟ

 

 

         Στο ι΄ της Ο­δύσ­σει­ας, με­τα­ξύ των δι­α­φό­ρων πε­ρι­πε­τει­ών και βα­σά­νων που ε­ξι­στο­ρεί ο Ο­δυσ­σέ­ας στον Αλ­κί­νο­ο, α­να­φέ­ρε­ται και στα γε­γο­νό­τα που δι­α­δρα­μα­τί­στη­καν στο νη­σί των Κυ­κλώ­πων (ι΄ 105-566), ό­που κα­τα­γρά­φε­ται και το πι­θα­νώς αρ­χαι­ό­τε­ρο μαρ­τυ­ρού­με­νο λο­γο­παί­γνι­ο στην πα­γκό­σμι­α γραμ­μα­το­λο­γί­α. Πρό­κει­ται γι­α το ε­πει­σό­δι­ο κα­τά το ο­ποί­ο ο Πο­λύ­φη­μος ζη­τά­ει α­πό τον Ο­δυσ­σέ­α να του πει το ό­νο­μά του (ι΄ 355) ....καί μοι τε­ὸν οὔ­νο­μα εἰ­πέ, και αυ­τός δη­λώ­νει ό­τι λέ­γε­ται Ού­τις, ό­νο­μα το ο­ποί­ο ε­κλαμ­βά­νε­ται α­πό τον κύ­κλω­πα ως Ου­δεί­ς’ με α­πο­τέ­λε­σμα, ό­ταν ζη­τού­σε βο­ή­θει­α α­πό τους άλ­λους κύ­κλω­πες να γί­νει η γνω­στή πα­ρε­ξή­γη­ση συ­νε­πεί­α της ο­ποί­ας δεν πρό­στρε­ξαν σε βο­ή­θει­ά του αλ­λά τον ει­ρω­νεύ­τη­καν κι ό­λας με έ­πε­α πτε­ρό­ε­ντα­’, λό­γι­α του α­έ­ρα, συ­στή­νο­ντάς του να πα­ρα­κα­λέ­σει τον Πο­σει­δώ­να να τον θε­ρα­πεύ­σει α­πό τη νό­σο που του έ­στει­λε ο Δί­ας (ι΄ 403-406).

         Η συ­νη­θι­σμέ­νη ερ­μη­νεί­α εί­ναι ό­τι πρό­κει­ται γι­α ευ­φυ­ά α­πά­τη με την ο­ποί­α ο Ο­δυσ­σέ­ας ξε­γέ­λα­σε τον θη­ρι­ώ­δη αλ­λ’ α­πλοϊ­κό και α­νό­η­το Πο­λύ­φη­μο. Αλ­λά ό­σο πο­λυ­μή­χα­νος και αν ή­ταν ο Ο­δυσ­σέ­ας, δεν ή­ταν δυ­να­τό να μα­ντέ­ψει τη συ­νέ­χει­α της ι­στο­ρί­ας ώ­στε να ξε­στο­μί­σει έ­να τό­σο α­πί­θα­νο ό­νο­μα.

 

Βλέπε    ι΄ 364-367  :

 

Κύκλωψ, εἰρωτᾷς μ ὄνομα κλυτόν; αὐτὰρ εγώ τοι

ἐξερέω· σὺ δέ μοι δὸς ξείνιον, ὥς περ ὑπέστης.

Οὖτις ἐμοί γ ὄνομα· Οὖτιν δέ με κικλήσκουσι

μήτηρ ἠδὲ πατὴρ ἠδ ἄλλοι πάντες ἑταῖροι.

 

    Ακολουθεί η εξόρυξη του οφθαλμού: ι΄ 381-382  :

 

οἱ μὲν μοχλὸν ἑλόντες οξὺν ἐπ ἄκρῳ

ὀφθαλμῷ ἀνέρεισαν.....

 

    Και κα­τα­λή­γου­με στην πα­ρε­ξή­γη­ση που σώ­ζει τον Ο­δυσ­σέ­α και τους συ­ντρό­φους του, ι΄ 399-414  :

 

αὐτὰρ ὁ Κύκλωπας μεγάλ ἤπυεν, οἵ ρά μιν ἀμφὶς

ὤκεον ἐν σπήεσσι δι ἄκριας ἠνεμόεσσας

οἱ δὲ βοῆς αΐοντες ἐφοίτων ἄλλοθεν ἄλλος

ἱστάμενοι δ εἰροντο περὶ σπέος, ὅττι ἑ κήδοι·

τίπτε τόσον, Πολύφημ, ἀρημένος ὧδ ἐβόησας

νύκτα δ ἀμβροσίην καὶ αΰπνους ἄμμε τίθησθα;

ἦ μή τίς σευ μῆλα βροτῶν ἀέκοντος ἐλαύνει;

ἦ μή τίς σ αὐτὸν κτείνει δόλῳ οὐδὲ βίηφι;

τοὺς δ αὖτ ἐξ ἄντρου προσέφη κρατερὸς Πολύφημος·

ὦ φίλοι, Οὖτις με κτείνει δόλῳ ἠὲ βίηφιν.

 οἱ δ ἀπαμειβόμενοι ἔπεα πτερόεντ ἀγόρευον·

εἰ μὲν δὴ τίς σε βιάζεται οἶον ἐόντα,

νοῦσόν γ οὔ πως ἔστι Διὸς μεγάλου ἀλέασθαι,

αλλὰ σύ γ εὔχεο πατρὶ Ποσειδάωνι ἄνακτι.

ὥς ἄρ ἔφαν ἀπιόντες, ἐμὸν δ εγέλασσε φίλον κῆρ,

ὡς ὄνομ ἐξαπάτησεν ἐμὸν καὶ μῆτις ἀμύμων.

 

         Κα­τά την ε­δώ εκ­φρα­ζό­με­νη ά­πο­ψη, η εν­λό­γω ερ­μη­νεί­α εί­ναι λαν­θα­σμέ­νη πα­ρό­λο που την υ­πο­στη­ρί­ζει δήθεν ο ί­δι­ος ο Ο­δυσ­σέ­ας α­πο­δί­δο­ντάς τη στο ό­νο­μα αλ­λά και στην μή­τιν: ὡς ὄ­νο­μ ἐ­ξα­πά­τη­σεν ἐ­μὸν καὶ μῆ­τις ἀ­μύ­μων (ι΄ 414). Και δε θα μπο­ρού­σε να εί­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή μέ­χρι ν α­να­γνω­σθούν τα ε­πι­κά σπα­ρά­γμα­τα της Με­σο­πο­τα­μί­ας και δη της Σου­με­ρί­ας.

            Ε­ντού­τοις υ­πάρ­χουν στο κεί­με­νο με­ρι­κές α­συ­νέ­πει­ε­ς που δη­μι­ουρ­γούν κά­ποι­α ε­ρω­τη­μα­τι­κά ή, που αποκαλύπτονται, έστω, εκ των υστέρων. Κα­τ αρ­χή δεν υ­πάρ­χει φι­λο­παί­γμων δι­ά­θε­ση. Η σκηνή είναι λίγο τραβηγμένη διότι το ε­πει­σό­δι­ο ε­ξε­λίσ­σε­ται κά­τω α­πό δρα­μα­τι­κές συν­θή­κες και α­φού ο Πο­λύ­φη­μος έ­χει ή­δη κα­τα­βρο­χθί­σει έ­ξι α­πό τους δώ­δε­κα συ­ντρό­φους του Ο­δυσ­σέ­α, ο ο­ποί­ος πα­ρά το φό­βο του, δε δι­στά­ζει να τα βά­λει μα­ζί του φρα­στι­κά του­λά­χι­στο, μέχρι που τον α­πο­κα­λεί πα­λι­άν­θρω­πο: σὺ δὲ μέ­νε­αι οὐ­κέ­τ ἀ­νε­κτῶς, σχέτ­λι­ε, πῶς κέν τις σε καὶ ὕ­στε­ρον ἄλ­λος ἵ­κοι­το ἀν­θρώ­πων πό­λε­ων; (ι΄ 350-352) ενώ ο Πο­λύ­φη­μος α­πα­ντά­ει με αρ­κε­τή αυ­το­συ­γκρά­τη­ση (ι΄ 357) αυ­τί­κα νῦν, ἵ­να τοι δῶ ξεί­νον, ᾧ κε σὺ χαί­ρῃς με προ­φα­νή στό­χο να πα­ρα­πλα­νή­σει τον Ο­δυσ­σέ­α να του δώ­σει κι άλ­λο κρα­σί, ε­νώ κα­τα­βρό­χθι­ζε α­πρό­σκο­πτα τους συ­ντρό­φους του. Ο Ο­δυσ­σέ­ας τε­λι­κά τον με­θά­ει κι έ­πει­τα του α­πο­κα­λύ­πτει το ό­νο­μά του.

          Ο κα­θ η­μάς Ο­δυσ-σεύς εί­πε α­πλώς το ό­νο­μά του, Ud Zi, το ο­ποί­ο με­τα­γρά­φτη­κε ή μάλ­λον με­τα­φω­νή­θη­κε­’ ω­ς Ού­τι­ς κι ε­ξελ­λη­νί­στη­κε τε­λι­κά ως Ο­δυσ­σεύς, ό­πως αι­ώ­νες αρ­γό­τε­ρα ο Goethe γι­νό­ταν Γυ­θεί­ος και ο Byron Βύ­ρων. Η φω­νη­τι­κή σχέ­ση του Ο­δυσ­σεύ­ς με το Ud Zi κι εν τέ­λει με το Ού­τι­ς εί­ναι προ­φα­νής, πα­ρά τον πά­ντο­τε ε­πι­κρε­μά­με­νο κίν­δυ­νο της τυ­χαί­ας πα­ρε­τυ­μο­λό­γη­σης. Η φι­λό­τι­μη προ­σπά­θει­α του ο­μη­ρί­δη που δι­α­μό­φω­σε το στί­χο α΄ 62 με το πε­ρί­φη­μο τί νύ οἱ τό­σον ὠ­δύ­σα­ο, Ζεῦ; και τον λι­γό­τε­ρο γνω­στό τ΄ 407 – 409 πολ­λοῖ­σιν γὰρ ἐ­γώ γε ὀ­δυσ­σά­με­νος τό­δ ἱ­κά­νω, ἀν­δρά­σιν ἠ­δὲ γυ­ναι­ξὶν ἀ­νὰ χθό­να βω­τι­ά­νει­ραν· τῷ δ Ὀ­δυ­σεὺς ὃ­νο­μ ἔ­στω ἐ­πώ­νυ­μον με το α­μαρ­τύ­ρη­το α­πό αλ­λού και σχε­δόν ά­χρη­στο [1] κα­τά τα λοι­πά ὀ­δύσ­σο­μαι που υ­πο­τί­θε­ται ό­τι ση­μαί­νει δυ­σα­ρε­στοῦ­μαι, χο­λοῦ­μαι, μέμ­φο­μαι γι­α να του δη­μι­ουρ­γή­σει έ­τυ­μον δι­ά στό­μα­τος Α­θη­νάς και να τον πο­λι­το­γρα­φή­σει, δεν πεί­θει. Η ε­τυ­μο­λό­γη­ση θε­ω­ρεί­ται α­πό τους Liddel και Scott μυ­θι­κή. Το ό­νο­μα Ο­δυσ­σεύ­ς δεν ε­τυ­μο­λο­γεί­ται ελ­λη­νι­κά. Ο δε ο­μη­ρί­δης που συ­νέ­τα­ξε ή δι­α­μόρ­φω­σε τους στί­χους ι΄ 364-367 γνώ­ρι­ζε το πρα­γμα­τι­κό ό­νο­μα· το ε­κμε­ταλ­λεύ­τη­κε γι­α να κά­νει το λο­γο­παί­γνι­ο, μι­α κω­μω­δί­α πα­ρε­ξη­γή­σε­ων θα το λέ­γα­με με­ρι­κούς αι­ώ­νες αρ­γό­τε­ρα, αλ­λά δεν το ε­φεύ­ρε.

             Και ποιος είναι ο Ud Zi,  στο χειρόγραφο cuneiform UD cuneiform ZI  ο Ήλιος της Ζωής;       

    Τα πι­ο πά­νω ε­μεν­γκιρ (σου­με­ρι­α­κά) gushum (σφη­νο­γράμ­μα­τα) προ­φέ­ρο­νται ud zi και ση­μαί­νουν ή­λι­ος της ζω­ή­ς. Πρό­κει­ται γι­α τη συ­ντο­μο­γρα­φι­κή α­πό­δο­ση των πλή­ρους ο­νό­μα­τος Ζι­ουδ­σου­ρα.

 

    cuneiform ZI cuneiform UD cuneiform SUD cuneiform DU  Zi-ud-su-ra zi ζωή, ud ήλιος, su3ra2 ρ.πρ. [2]   ) ο ζωντανός ήλιος, ο ήλιος που ζει.

                                   

          Ο Ζι­ουδ­σου­ρα, σύμ­φω­να με το Συμ­βου­λές του Σου­ρουπ­πα­γκ [3] εί­ναι γι­ος του ι­σό­θε­ου Σου­ρουπ­πα­γκ και α­πο­δέ­κτης των συμ­βου­λών του, μι­ας συλ­λο­γής πα­ροι­μι­ών κα­τ’ ου­σί­α, ο ο­ποί­ος Σου­ρουπ­πα­γκ εί­ναι ο πρώ­τος οι­κι­στής και ή­ρω­ας της ο­μώ­νυ­μης πό­λης, πέ­μπτης ι­ε­ραρ­χι­κά, και η ο­ποί­α δό­θη­κε στον Σουδ, τον άρ­χο­ντα του Κά­τω Κό­σμου (Κα­τα­κλυ­σμός β΄ 15).

         Γι­α να πα­ρα­βάλ­λε­ται προς αυ­τόν έ­νας ή­ρω­ας που κα­τέ­βη­κε α­πό τον ου­ρα­νό και βα­σί­λε­ψε ά­πει­ρα χρό­νι­α, ε­πρό­κει­το γι­α πο­λύ ση­μα­ντι­κή και μά­λι­στα υ­πο­δει­γμα­τι­κή­’ προ­σω­πι­κό­τη­τα· ση­μεί­ο α­να­φο­ράς [4]. Σ έ­να α­πό­σπα­σμα α­πό το Άσμα των Αρ­χαί­ων Βα­σι­λέ­ων δι­α­βά­ζου­με τα ε­ξής:

 

8

lugal-e mu 3600x10-am3 in-ak

...     Ένας βασιλιάς που            

         βασίλεψε  τρι­α­ντα­έ­ξι  

         χιλιάδες χρόνια.

9

lugal-e lu2 an-ce3 bi2-in-ed2-de3

               Ο βασιλιάς είναι άνθρωπος που κα­τέ­βη­κε από τον ουρανό

10

zi-ud-su3-ra2-gin7 nam-til3 i3-kij2-kij2

Αυτός που, σαν τον Ζιουδσούρα, κα­τά­φε­ρε να βρει την αιώνια ζωή [5].

 

Μο­λο­νό­τι δεν δι­α­σώ­ζο­νται πε­ρι­πέ­τει­ε­ς α­ντί­στοι­χες του ο­μη­ρι­κού Ο­δυσ­σέ­α, ε­ντού­τοις έ­γι­νε θρύ­λος ως με­γά­λος θα­λασ­σο­πό­ρος. Στον Κα­τα­κλυ­σμό (γ΄ 13-14) α­να­φέ­ρε­ται μό­νο ό­τι ή­ταν χα­μέ­νος στην πε­ρι­πλά­νη­ση, βυ­θι­σμέ­νος στη σι­ω­πή, με το φό­βο να τον τρυ­πά­ει πα­ντού, και περ­νού­σε μά­ται­α ο και­ρός του ό­ταν (γ΄ 15-26) ο Ζι­ουδ­σου­ρα κρυ­φά­κου­σε τυ­χαί­α ό­τι θα γί­νει κα­τα­κλυ­σμός γι­α­τί α­πο­φα­σί­στη­κε ό­τι το σπέρ­μα του αν­θρώ­που δε θα έ­χει πι­α με­ρί­δι­ο κλη­ρο­νο­μι­άς και η βα­σι­λι­κή τους ε­ξου­σί­α και η α­πό­λαυ­ση της ε­ντο­λής τους έ­λη­ξε, και ναυ­πή­γη­σε πλοί­ο α­πό πο­λύ χο­ντρό ξύ­λο, κλει­στό α­πό πα­ντού, στο ο­ποί­ο βρή­καν κα­τα­φύ­γι­ο πά­ρα πολ­λά ζώ­α. Το ξύ­λο α­πό το ο­ποί­ο ή­ταν κα­τα­σκευ­α­σμε­νο το πλοί­ο ή­ταν τό­σο χο­ντρό που χρει­ά­στη­κε να κά­νει τρύ­πα με τρυ­πά­νι γι­α να μπει ο θε­ός Ου­του, που κα­ταύ­γα­σε τον κό­σμο και στα­μά­τη­σε τον ό­λε­θρο. Τε­λι­κώς οι προ­κα­λέ­σα­ντες τον κα­τα­κλυ­σμό Αν και Εν­λίλ με­τά­νοι­ω­σαν κι ε­πει­δή δι­έ­σω­σε ζώ­α και αν­θρώ­πους, του έ­δω­σαν ως α­ντα­μοι­βή την αι­ώ­νι­α ζω­ή αλ­λά στο μα­κρι­νό Ντιλ­μούν, ε­κεί που α­να­τέλ­λει ο ή­λι­ος”  [6].

    Ο Ζι­ουδ­σου­ρα εί­ναι προ­φα­νώς πο­λύ ση­μα­ντι­κή φυ­σι­ο­γνω­μί­α Μο­λο­νό­τι οι Πε­ρι­πέ­τει­έ­ς του δεν κα­τα­γρά­φτη­καν ή του­λά­χι­στο δεν ε­ντο­πί­στη­κε α­κό­μα ού­τε σπά­ρα­γμα πλά­κας με έ­πος πε­ρι­πλά­νη­ση­ς που να πα­ρα­πέ­μπει σ αυ­τόν, εί­ναι προ­φα­νώς έ­νας α­πό τους θρυ­λι­κούς τα­ξι­δευ­τέ­ς που ά­φη­σαν ε­πο­χή, η φή­μη των ο­ποί­ων α­πλώ­θη­κε σε ό­λο το με­σο­γει­α­κό χώ­ρο προ­φο­ρι­κά, αλ­λά εί­χε κα­λύ­τε­ρη τύ­χη στην Ελ­λά­δα, ή του­λά­χι­στο στον ελ­λη­νι­σμό­ δη­λα­δή τον ελ­λη­νό­φω­νο κό­σμο [7]. Το ό­νο­μά του ίσως πα­ρε­φθαρ­μέ­νο σε Ζι­ου­σου­δρα­ στην ακ­κα­δι­κή, γί­νε­ται Ξί­σου­θρο­ς στα Βα­βυ­λω­νι­α­κά του ελ­λη­νο­μα­θούς βα­βη­λώ­νι­ου ι­ε­ρέ­α Βη­ρωσ­σού, του τρί­του αι. προ Κοι­νής Χρο­νο­λο­γί­ας. Αλλά ο Ουδ Ζι­ έχει έρθει στην Ελ­λά­δα ως Ο­δυσ­σεύς πο­λύ πριν α­να­φερ­θεί σ αυ­τόν ο Βη­ρωσ­σός, με τη φυ­σι­ο­λο­γι­κή ο­δό της πο­λι­τι­σμι­κής δι­ά­χυ­σης.

 

    cuneiform EZEN     cuneiform GAN₂ cuneiform |DIN.ŠE.NUN&NUN|       cuneiform GA.|DIM׊E|  cuneiform |ŠE.NUN&NUN| 

 

            cuneiform AB.NAM      cuneiform AB.ŠA₃         

 

Προς ε­πίρ­ρω­ση της πι­ο πά­νω ά­πο­ψης, αλ­λά και γι­α να γί­νει κα­τα­νο­η­τό το γε­γο­νός ό­τι α­κό­μα και η­χη­τι­κά η Σου­με­ρί­α φτά­νει μέ­χρι κι ε­μάς, πα­ρα­τί­θε­νται με­ρι­κά σφη­νο­γράμ­μα­τα, τα ε­ξής κα­τά σει­ρά: shir  ά­σμα, τρα­γου­δώ, α­πα­ντά εί­τε μό­νο εί­τε ως συν­θε­τι­κό σε πολ­λούς σου­με­ρι­α­κούς ό­ρους που α­να­φέ­ρο­νται σε ύ­μνους και λα­τρευ­τι­κά ά­σμα­τα, και προ­φα­νώς σχε­τί­ζο­νται με αυ­τό οι ο­μη­ρι­κές Σει­ρή­νες, gan κή­πος, χω­ρά­φι, gamun κύ­μι­νο σε τρεις ε­ξε­λισ­σό­με­νες πα­ραλ­λα­γές, abshun ά­βυ­σος, abshag το μέ­σο της θά­λασ­σας. Το ό­τι πολ­λά α­πό τα τυ­πι­κά ε­πι­κά ‘δρώ­με­να­‘ τό­σο των ‘α­κα­τα­μά­χη­των μα­χη­τώ­ν’ ό­σο και των ‘χαλ­κέ­ντε­ρων τα­ξι­δευ­τώ­ν’ έ­χουν πο­λύ αρ­χαι­ό­τε­ρη προ­έ­λευ­ση α­πό τα τέ­λη της 2ης χι­λι­ε­τί­ας εί­ναι πι­α γε­γο­νός. Οι ‘Σει­ρή­νε­ς’ εί­ναι τέ­ρα­τα που τρα­γου­δά­νε ‘shir’. Μέ­χρι την α­νά­γνω­ση των σου­με­ρι­α­κών κει­μέ­νων θε­ω­ρού­σα­με τη λέ­ξη ε­βραϊ­κή, (Παρ/βα­λε και το  shir hashirim asher leSlomoΆ­σμα Α­σμά­των το του Σο­λο­μώ­ντος κα­τά τους Ο΄) ως προ­ερ­χό­με­νη α­πό την προ­γε­νέ­στε­ρη ακ­κα­δι­κή, αλ­λά εί­ναι σου­με­ρι­α­κή, ό­σο του­λά­χι­στο μπο­ρού­με σή­με­ρα να ξέ­ρου­με, δι­ό­τι δεν α­πο­κλεί­ε­ται να εί­ναι α­κό­μα αρ­χαι­ό­τε­ρη, κά­τι που μάλ­λον δε θα το μά­θου­με πο­τέ.ganΣτηΓέ­νε­ση(β’8)λέ­ει: “  vayită yahveh elohim gan beěden - Και φύ­τε­ψε ο Γι­αχ­βέ ο Θε­ός ‘gan’ στην Ε­δεν”, που α­πό τους Ο΄ α­πο­δό­θη­κε με τον περ­σι­κό ό­ρο ‘πα­ρά­δει­σο­ς’ (firdush) δη­λα­δή ‘κή­πο­ς’. ‘gamun’ εί­ναι το πα­ρ’ η­μιν ‘κύ­μι­νο­ν’ αρ­χι­κώς πε­ρι­γρα­φι­κά, κα­τό­πιν πι­ο συ­νο­πτι­κά και στην τρί­τη πα­ραλ­λα­γή, με δι­α­φο­ρά πέ­ντε αι­ώ­νων, ε­ντε­λώς συλ­λα­βο­γρα­φι­κά ga-mun. ab-shun ά­βυσ­σος (ab θά­λασ­σα) και ab-shag το μέ­σον (καρ­δι­ά) της θά­λασ­σας. Κα­τό­πιν ό­λων αυ­τών, η συ­νη­θι­σμέ­νη ε­τυ­μο­λο­γί­α της λέ­ξης ά­βυσ­σος πρέ­πει του­λά­χι­στο να τε­θεί εν αμ­φι­βό­λω.

 

 

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

 

 

          [1] Στον Ό­μη­ρο, με τον ο­ποί­ο ει­σά­γε­ται το ρή­μα δύσσομαι στη γλώσ­σα, χρη­σι­μο­ποι­εί­ται μό­νο στον μέ­σο α­ό­ρι­στο και σπά­νι­α: Οδ. ε΄ 340, «  κάμ­μο­ρε, τί­πτε τοι ­δε Πο­σει­δά­ων ­νο­σί­χθων ­δύ­σατ’ έκ­πά­γλως, ­τι τοι κα­κ πολ­λ φυ­τεύ­ει; ο μν δή σε κα­τα­φθεί­σει, μά­λα περ με­νε­αί­ων  » ό­που κα­τ’ ου­σί­α ε­πα­νε­ξη­γεί το ό­νο­μα του Ο­δυσ­σέ­α και στους ταυ­τό­ση­μους στί­χους Ιλ. Θ΄ 37 και 468 «  μ πά­ντες ­λω­νται ­δυσ­σα­μέ­νοι­ο τε­ο­ο. » Οι άλ­λες χρή­σεις εί­ναι μεταγενέστερες.

[1]   ρ.πρ. = ρηματικά προσδιοριστικά, σουμεριακά γλωσσικά μορφήματα των οποίων η ση­μα­σι­ο­λο­γι­κή εξήγηση και γραμματο-συντακτική λειτουργία εκφεύγει των στόχων του παρόντος.

[1]      Περιλαμβάνεται στα «Έξι Κείμενα από τη Θρυλική Σουμερία» με μετάφραση, σημασιολογικό και γλωσσικό σχολιασμό του γράφοντος, ανέκδοτο. Και ο ‘Κατακλυσμός’ ομοίως.

[1] Το     cuneiform ŠAR₂     ‘shar2 / τρι­α­ντα­έ­ξι χι­λι­ά­δε­ς’ εί­ναι συμ­βα­τι­κή έκ­φρα­ση δι­ό­τι εί­χαν ως βά­ση του με­τρι­κού τους συ­στή­μα­τος το ‘ε­ξή­ντα­’ (  jesh2  cuneiform DIŠ / mu­’ush   cuneiform MU.UŠ  ) και χρη­σι­μο­ποι­ού­σαν τις υ­πο­δι­αι­ρέ­σεις και τα πολ­λα­πλά­σι­ά του με δι­ά­φο­ρες ση­μα­σί­ες που εκ­φεύ­γουν του πα­ρό­ντος. ‘shar2’ 3600 ‘u­2­di­li­’ 10. Το ‘shar2 cuneiform ŠAR₂ εί­ναι από τους με­γα­λύ­τε­ρους α­ρι­θμούς που χει­ρί­ζο­νται και το θε­ω­ρούν ι­σό­τι­μο του πα­ντός cuneiform ŠAR₂ cuneiform ŠAR₂ ‘shar2 shar2’. Υ­πήρχαν και με­γα­λύ­τε­ροι α­ρι­θμοί, πολ­λα­πλά­σι­α ή τε­τρά­γω­να των 30, 60, 3600 κ.ο.κ.

[1]     Τα ‘c’ και ‘j’ στην εδώ μεταγραφή της σουμεριακής προφέρονται ‘sh’ και ‘ng’.

[1]     Στην ακ­κα­δι­κή εκ­δο­χή του Έ­πους του Γιλ­γα­μές, που εί­ναι η πι­ο γνω­στή δι­ό­τι σώ­ζε­ται πρα­κτι­κά ο­λό­κλη­ρη, ο ‘σω­σμέ­νος α­πό το νε­ρό­’ λέ­γε­ται Ου­τνα­πι­στιμ, δη­λα­δή δι­α­τη­ρεί το σου­με­ρι­α­κό του ό­νο­μα, ε­νώ στην ε­πα­να­δι­ή­γη­ση του Κα­τα­κλυ­σμού ως αυ­το­τε­λούς κει­μέ­νου α­πό τους ακ­κά­δες έ­γι­νε Atraharsis. Ως Ζι­ουδ­σου­δρα αναφέρεται μό­νο στον σου­με­ρι­α­κό Κα­τα­κλυ­σμό.

[1]    ‘Ελληνισμός’, ελληνόφωνος κόσμος. Η λ. χρησιμοποιήθηκε εδώ με τη σημασία που της αποδίδει, χωρίς να είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο μοναδικός, ο ‘συναθλητής’ Θανάσης Κουδούνης  


 

[1]

  

  

 

[5]