ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΔΕ ΜΑΘΑΙΝΟΥΝ ΣΤΗ ΣΤΑΝΗ ΤΟΥ MΠΑΣΙΑ

Τον λέγανε Μπασιά • Γεώργιος Μπασιάς του Δημητρίου. Βέβαια, Γκέρκι τον λέγανε στη στάνη, ή Γιωργή, και τον πατέρα του Μήτσο, αλλά για το στρατό και την αστυνομία ήταν ο Γεώργιος Μπασιάς του Δημητρίου. Το ίδιο κι ο παπούς του, Γκέρκι ή Γιωργή τον λέγανε, Γεώργιος τον γράφανε• τον προπάππο του επίσης Μήτσο τον λέγανε στη στάνη, Δημήτριο τον γράφανε, όπως βάφτισε το γιό του χάρη στον πατέρα του, όπως έκαναν όλοι οι Μπασιάδες από πάππου προς πάππο. Τον λέγανε, λοιπόν, Μπασιά• μόνο που πρόφερε το σίγμα παχύ• αρβανίτικο. Όταν ήρθε στο στρατό και άκουσε να τον λένε απλώς ‘Μπασιά’, με λεπτό σίγμα, ελληνικό και ‘ιωτακισμένο’, αν και δεν ήξερε τον όρο, προσαμόστηκε αμέσως και σ’ αυτό• ούτε που το ξανασκέφτηκε. Με φτάνει που ξέρω ποιος είμαι εγώ και άσ’ τους αυτούς να νομίζουν ότι ξέρουν καλύτερα! είπε με το νού του• Μπορεί να είναι αξιωματικοί, αλλά δε θα με μάθουν και τ’ όνομά μου τώρα!
Γεννήθηκε στη Στάνη του Μπασιά όπως ο πατέρας, ο παπούς, ο προπάππος του κι εκεί φυσικά θα γεννιόταν κι ο γιός του. Πώς ήξερε ότι θα κάνει γιο; Η στάνη ήταν γεμάτη τσούπρες. Ε… Όσες τσούπρες και να στείλει, έναν θα μου τον δώσει ο θεός! Ν’ ακούσει ο πατέρας μου τ’ όνομά του! παρηγοριόταν• Κι αν δεν τον δώσει; Αδύνατο! Όλοι οι Μπασιάδες κάνουν γιο! Αλλιώς τι Μπασιάδες είναι;
Η μάνα του δούλευε πολύ όπως όλοι, και ιδιαίτερα οι γυναίκες, στη στάνη αλλ’ αυτός δε γεννήθηκε κάτω από δέντρο• γεννήθηκε στον οντά. Οι γυναίκες των Μπασιάδων ήταν αρχόντισες• με το που σπάγανε τα νερά πλάγιαζαν και γεννούσαν με δέκα μαμές γύρω γύρω. Αλλ’ από τα ψηλά βουνά που ήταν η Στάνη του Μπασιά και μέχρι τα δεκαοκτώ του που έπρεπε να πάει στο στρατό, δεν είχε πάει παραπέρα• πόλη, σχολείο ή χωριό. Αλλ’ ο κόσμος του δεν ήταν διόλου περιορισμένος• είχε έναν ολοστρόγγυλο ορίζοντα γεμάτον ομορφιές, λίμνες, βουνά και δάση, κι έναν πανύψηλο ουρανό γεμάτον φως, μυστήριο και αστέρια, όπου κατοικεί ο Θεός για να μας βλέπει. Ξένους δεν αντίκρισε ποτέ εκτός από τους εμπόρους που έρχονταν για βούτυρα, δέρματα, ζώα ζωντανά και τυριά, δυο τρεις φορές το χρόνο τον παπά και τους προξενητάδες που γύριζαν από στάνη σε στάνη.
Ό,τι φορούσε το είχαν υφάνει η μάνα, η γιαγιά και τα κορίτσια ή το είχε φτιάξει από δέρμα ή προβιά• δηλαδή αυτός ο ίδιος, ο Γεώργιος Μπασιάς του Δημητρίου, εκτός αν το βρήκε από τον παπού τον Γιώργη ή τον προπάππο του τον Μήτσο, γιατί στη Στάνη του Μπασιά τίποτα δεν πάει χαμένο. “Γεώργιος και Δημήτριος ήταν μόνο στην ταυτότητα και το στρατό!” του είχαν πει. Δεν είχε δεύτερη αλλαξιά μέχρι που παντρεύτηκε, αλλά ποτέ δεν ένιωσε στερημένος ή γυμνός. Κι έπειτα, στο γιούκο πάντα τον περίμεναν τα παλαϊκά σκουτιά του παπού του και του προπάππου του, αν και σε όλα προηγούνταν ο κύρης• ο πατέρας. Ό,τι έτρωγε το καλλιεργούσε ή το φρόντιζε αυτός, εκτός από κοκόρια και κουνέλια που μασχανάθρεφαν και μαγείρευαν τα κορίτσια. Όλα τα κορίτσια, εκτός από ένα, εκείνο που δώσανε νύφη στη δίπλα στάνη. Τα κορίτσια θα φεύγανε ένα ένα, μα θα έμενε αυτός, οι νύφες, τα κορίτσια τους και αργότερα η γυναίκα του, φερμένη από αλλού, που θα γινόταν κάποτε κι αυτή γιαγιά και, φυσικά, τα κορίτσια τα δικά του.
Οι μέρες του, εκτός από φως και δουλειά, σκληρή δουλειά όπως άκουσε να λένε γιατί ώς τότε δεν το είχε φανταστεί, σκληρή δουλειά σε καλοκαιρία και σε κακοκαιρία, σκληρή δουλειά κάτω από ήλιο και βροχή, σκληρή δουλειά πάνω στο χόρτο και στο χιόνι, είχαν μουσική και στοχασμό. Τη μουσική την έκανε αυτός μ’ ένα σουραύλι, ένα καλάμι που είχε ο ίδιος ανοίξει τρύπες μ’ ένα πυρωμένο καρφί, όπως ακριβώς ο πατέρας και ο παπούς του. Έπαιζε τους ίδιους σκοπούς, τις ίδιες μελωδίες κι έκανε τις ίδιες δαχτυλιές, κάποιοι τις λέγανε ‘ποικίλματα’, όπως έκαναν κι εκείνοι, ίδια κι απαράλλαχτα, όπως όλοι οι παπούδες και οι προπάπποι στη σειρά, που δεν είχαν αφήσει πίσω τους άλλη μνήμη εκτός από αυτούς τους σκοπούς και τις δαχτυλιές και το ότι είχαν όλοι τους πατέρα ένα Μήτσο ή ένα Γιώργη και παπού ένα Γιώργη ή ένα Μήτσο. Οι γυναίκες, ανώνυμες εντελώς, άφηναν άλλη κληρονομιά στα κορίτσια• τα σχέδια στο υφαντό και ‘με καρτερία, απαντοχή, σιωπή… ό,τι κι αν γίνει!’ “Μόνο μια φορά πρέπει ν’ ακουστεί η φωνή της γυναίκας στο σπίτι• όταν φορέσει μαύρα!” δίδασκαν στοχαστικά.
Ο στοχασμός του ήταν πάνω στην Ελλάδα. Δεν ήξερε που ήταν ακριβώς πάνω στη γη ή αν είναι μικρή χώρα ή μεγάλη• ήξερε μόνο ότι είχε γύρω της πολύ νερό, δηλαδή τη θάλασσα, εκτός από κάπου προς τα πάνω που κόλλαγε με την υπόλοιπη στεριά. Ούτε ήξερε πως η γη είναι στρογγυλή• κι αν κάποτε το άκουσε από κάποιον περαστικό, το πέρασε για χωρατό. Αυτός την ‘Ελλάδα του’ την έβλεπε ίσια και μεγάλη! Ήξερε πως ζει πάνω της ελεύθερος χάρη στους αγώνες των παληκαριών της, όπως ο ίδιος που, αν και δεν είχε μέχρι τότε τύχει ν’ αγωνιστεί γι’ αυτήν, ένιωθε τόσο έτοιμος, περήφανος και δυνατός όσο ένας Ηρακλής, ένας Κολοκοτρώνης κι ένας Ακρίτας Διγενής. “Υπέρ βωμών και εστιών” ήταν το απόφχι του όταν έπεφτε να κοιμηθεί και με την ίδια σκέψη σηκωνόταν από το στρώμα. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, όλες τις νύχτες του χειμώνα, καμιά φορά και του καλοκαιριού, όταν τα έφερνε η τύχη βολικά, άκουγε ακούραστα, αν και τα είχε μάθει απ’ έξω όπως τα μικρά παιδιά που αποστηθίζουν τα παραμύθια αλλά δε χορταίνουν να τ’ ακούν και μάλιστα χωρίς την παραμικρή φραστική αλλαγή, για τα μεγάλα παληκάρια του παλιού καιρού, αρχίζοντας από τον Λυκούργο και τον Κόδρο, τον Μιλτιάδη, το Θεμιστοκλή και τον Λεωνίδα, τον Κίμωνα που έπαιρνε και νεκρός τις ναυμαχίες, τον Επαμεινώνδα και τον Μεγαλέξαντρο, για τον μεγάλο ελληνισμό της Ανατολής που ζει ακόμα κατά κάποιο τρόπο κι έφτασε μέχρι την Ινδία, χώρα πολύ μακρυνή εφόσον ήταν το όριο του ελληνισμού του, τους βυζαντινούς μέχρι τον Παλαιολόγο και τους μεγαλους ήρωες της ελευθερίας παλιότερους και χτεσινούς• που για κάποιον απ’ όλους μάλιστα έδειχναν ακόμα τον τόπο που κοιμήθηκε μέσα στη στάνη. Και με τα ίδια λόγια θα τις περνούσε, στην ώρα του κι αυτός, τις νύχτες του χειμώνα και του καλοκαιριού, όποτε ήταν βολικό, στα παιδιά του, μαζί με το “υπέρ βωμών και εστιών” γι’ απόφχι. Άκουγε ακόμα για τους άλλους ήρωες που έκαναν όχι μόνο ‘μεγάλη’ την Ελλάδα αλλ’ εξίσου λαμπρό τον ελληνισμό: Όμηρος και Ησίοδος, Σωκράτης, Πλάτωνας και Αριστοτέλης, Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης, Ξενοφών και Θουκυδίδης. Κατόπιν έσβηναν τα ονόματα κι εμφανιζόταν ο ίδιος ο έλληνας με τα τραγούδια και τις παραδόσεις του που συμπληρώναν τα κενά, ώς το ‘Όχι!’ του τελευταίου πολέμου και τα άλλα ένθεν και ένθεν καλά και κακά! Λέμε ‘ένθεν και ένθεν’ γιατί για τους Μπασιάδες δεν υπήρχε ‘κακείθεν’• δεν ανήκαν πουθενά. Αυτά ήταν τα μόνα κακά που είχε μάθει. Μάχες είχαν γίνει ακόμα και μέσα στη στάνη.
Και με τα εφόδια αυτά, μια μέρα που όσο και να την περίμενε έφτασε ξαφνικά, τον έβαλε ένας έμπορος πίσω στο φορτηγό, μαζί με τον πατέρα του και την υπόλοιπη πραμμάτεια, για να τον πάνε να βάλει το χακί. Οι γυναίκες ίσα που σταθήκανε στην πόρτα• κούνησαν και το χέρι τους. Μόνο μερικά παιδιά έτρεξαν στο κατόπι του για λίγο• αλλά γρήγορα χάθηκαν από τα μάτια του, όπως χάθηκαν τα δάση και τα γνωστά βουνά. Τώρα αντίκριζε άλλα τοπεία, άγνωστα αλλά ελληνικά. Κι έτσι δεν τον ένοιαξε. «Παντού γύρω μας Ελλάδα!» Η περηφάνεια του • να υπηρετήσει την Ελλάδα. Κρατούσε και στο χέρι του ένα χαρτί. Δεν ήξερε να το διαβάσει αλλ’ ήξερε ότι εκτός από το όνομά του και κάτι αριθμούς, έλεγε ότι είχε επιλεγεί νοσοκόμος.
Μετά από τη βασική εκπαίδευση, του πήρανε το όπλο, που το είχε μάθει καλά αλλά δεν το είχε αγαπήσει, και τον έστειλαν σε μια μονάδα μακριά. Του είπαν πως η δουλειά του ήταν στο Αναρρωτήριο. Του έδειξαν ένα μεγάλο στρατιωτικό παράπηγμα, και πήγε.
Τον υποδέχτηκαν οι άλλοι νοσοκόμοι φιλικά και με χαρά.
— Δεν έχει και πολλή δουλειά, μη φοβάσαι! Φροντίζεις για τα ξύλα και τα κάρβουνα της σόμπας του αναρρωτηρίου, του ιατρείου και του κοιτώνα του γιατρού, του στρώνεις καμιά φορά το κρεβάτι, του φέρνεις φαΐ από τα μαγειρεία το μεσημέρι, αν δε φάει έξω, και τον φωνάζεις όταν δεν είναι κανένας άλλος εδώ και χρειάζονται οι φαντάροι κάτι περισσότερο από μια ασπιρίνη.
— Τίποτε άλλο; απόρησε.
— Τίποτε άλλο! του απάντησαν με όλη τους την ειλικρίνεια τα παιδιά, ιδίως ένας υπέροχος πόντιος, που τον κατάλαβε ‘ζεματισμένο και αποξενωμένο’ και προσπάθησε να τον ελαφρύνει.
Όλα καλά, ώς ότου ήρθε ο γιατρός.
— Καινούργιος νοσοκόμος; Καλώστονε!
— Μάλιστα… κύριε!
— Μάλιστα… κύριε Υπίατρε! τον διόρθωσε, δείχνοντάς του τα δυο ασημένια άστρα.
— Μάλιστα… κύριε Υπίατρε! ψιθύρισε ο Μπασιάς αφηρημένος, με το βλέμμα του χαμένο στα δυο ασημένια άστρα.
Κοιτάχτηκαν! Ένα εβδομήντα και κάτι ο γιατρός, ένα εννενήντα και κάτι ο Μπασιάς. Αλλά η διαφορά στο ‘άλλο ύψος’ ήταν χτυπητή στο ύφος.
— Τι γράμματα ξέρεις, ρε; τον ρώτησε κορδακίζοντας. Ήξερε πως ο Μπασιάς δεν έχει πτυχίο. Και. κακά τα ψέματα… το πτυχίο κάνει τον πτυχιούχο.
— Δεν ξέρω γράμματα!
— Εδώ… “τα χαλάσαμε” που λένε.
Ξερόβηξε στην αρχή ο γιατρός, συνοφρυώθηκε και με μισάνοιχτο στόμα χαμογέλασε ειρωνικά, τον κοίταξε μετά με περιφρόνηση μισοκλείνοντας το βλέφαρο κι έβαλε τα γέλια τελικά.
— Γιατί; Από πού είσαι, ρε;
— Από ’σα πάνω! Καϋμακτσαλάν! Βουνά!
— Τι θα πει βουνά και Καϋμακτσαλάν! Χωριό δεν έχεις;
— Απ’ του Μπασιά τη Στάνη!
— Έτσι το λένε το χωριό;
— Όχι χωριό… στάνη! Δε μαθαίνουν γράμματα εκεί! Εκεί έχει μόνο δουλειά!
Τελικά ο γιατρός γύρισε την πλάτη στον Μπασιά και τα έβαλε με τους αξιωματικούς της υπηρεσίας επιλογής. «Τους απίθανους, τους ακατανόητους, τους ‘ανόητους’ μεταφρασμένο στα ‘νέα ελληνικά’, τους άχρηστους, τους ανίκανους! Που ξανακούστηκε αναλφάβητος νοσοκόμος; Χάθηκε να τον κάνουν τυφεκιοφόρο… να βόσκει γουρούνια; Αφού η ειδικότητά του είναι αυτή!»
Ο Μπασιάς δε συμφώνησε με τις κρίσεις του γιατρού για τους αξιωματικούς της υπηρεσίας επιλογής, που δεν τους είδε βέβαια παρά μια στιγμή αλλά τον εντυπωσίασαν με τις ωραιότατες στολές τους, μα δεν το είπε σε κανένα• συμφώνησε όμως με την επιλογή που πρότεινε ο γιατρός και το είπε σε όλους:
— Αφού η δουλειά μου είναι αυτή! Και μ’ αρέσουν τα γουρούνια! είπε στον πόντιο νοσοκόμο, που ήταν και παλιοσειρά, τον καινούργιο του, και μοναδικό ώς τότε, φίλο.
Ο γιατρός, μια και δυο, πήγε στον Διοικητή.
— Είναι αδύνατο να μείνει έστω και μια ώρα στο Ιατρείο! Είναι πιο ζώο κι από ζώο!
Αλλά δε γινόταν τίποτα. Έπρεπε να έχουν πολύ πιο βάσιμους λόγους για ν’ ανατρέψουν τη επιλογή.
— Μην κάνεις κι έτσι, Υπίατρε! Σ’ ενάμιση χρόνο που έχει ακόμα μπροστά του… κάτι θα μάθει! Έχεις τόσους άλλωστε! Βάλ’ τους να του δείξουν!
— Δε μπορεί ν’ απομακρυνθεί σιωπηρώς έστω;
— Και αν του συμβεί κανένα κακό, πώς θα το δικαιολογήσω; Κάηκα! Κάνε υπομονή! Δεν είναι και θηρίο!
— Είναι κάτι χειρότερο! Είναι και άνθρωπος και θηρίο!
— Άσε τις υπερβολές! Συμβιβάσου! Αυτό θα πει στρατός!
Την επομένη το πρωί ήρθε αγουροξυπνημένος ο γιατρός μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια του: “Οι άχρηστοι! Ούτε να με ήξεραν και να με μισούσαν δε θα μου τον φόρτωναν!” Έκανε τις πρώτες ροδιές πάνω στο λιγοστό χιόνι που είχε πέσει το πρωί, προς το Αναρρωτήριο. Έμενε ‘κι έξω και μέσα’, όπου τον βόλευε. Ήρθαν και οι άλλοι νοσοκόμοι από την αναφορά, μαζί με τον Μπασιά. Ζέστη! Όλες οι σόμπες αναμμένες, πρώτη φορά!
— Πώς κι έγινε αυτό το θαύμα; απόρησε όλο γέλια ο γιατρός.
Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους• κοίταξαν και τον Μπασιά.
— Ήρθες πριν από την αναφορά;
— Ξυπνάμε νωρίς στη στάνη! απάντησε αυτός χωρίς να ξέρει
αν έκανε καλά ή όχι.
— Μπράβο Μπασιά! Να και κάτι καλό που έμαθες στη στάνη!
— Και πού βρήκες, ρε, το κάρβουνο; Αυτοί οι αλήτες πληρώνονται για κάρβουνο και φέρνουν τύρφη. Την έσπασες με τα χέρια;
— Την είχα βάλει σε καρβουνοθημωνιά, λίγο πιο κάτω και την αποκαρβούνιασα. Έδωσα και στο λόχο μου… γιατί ξυλιάσαν τα παιδιά όλη τη νύχτα χτες!
— Τι έκανες;
— Καρβουνοθημωνιά! Αυτά μαθαίνουμε στη στάνη!
Το μεσημέρι είχε φασολάδα ελληνική με ρέγγα, ελιές, φέτα, ψωμί και καυτερή πιπεριά.
— Σύρε, ρε Μπασιά, να φέρεις του γιατρού φαΐ, σαν πιο καινούργιος!
Φόρεσε ένα τζάκετ ο Μπασιάς, χωρίς δεύτερη κουβέντα, κι έγινε καπνός.
— Αν δεις εσύ φαΐ… να μου τρυπήσεις τη μύτη! είπε σιγά, μην ακουστεί, ο δεύτερος γιατρός, ο δόκιμος.
— Άσε να δούμε, κυρ-δόκιμε… κι έπειτα λέμε! τον αντίσκοψε ο πόντιος.
Ο δόκιμος, ο δεύτερος γιατρός, εξαιρετικό αλλ’ αδύναμο και φοβισμένο παιδί, έφεδρος και συνήθως πιο ευγενικός και πιο καλοπροαίρετος, συστρατεύονταν όχι τόσο εξ ανάγκης αλλ’ εκ των πραγμάτων, με τον υπίατρο. Πρόσεχε όμως να κρατάει τις δέουσες αποστάσεις, χωρίς να καταργεί τη συναδελφικότητα, και από τον τρίτο γιατρό, τον οπλίτη, που μπορεί να ήταν πολύ διαβαστερός και κουλτουριάρης, ποιητής, θεατρόφιλος και με πολλά ενδιαφέροντα, αλλ’ ήταν μουτζουρωμένος στο Άλφα-Δύο• κάτι ασαφές αλλά… υπαρκτό. Αλλ’ εκείνη την περίοδο ήταν πραγματικό πρόβλημα.
Γι’ αυτό, όταν έβγαιναν στην πόλη, οι δυό τους, ως αξιωματικοί, ο μόνιμος και ο έφεδρος, τον άφηναν πάντα πίσω μην τους κολλήσει άθελά του ‘ρετσινιά’. Κι αυτός, μυαλό ανοιχτό, τακίμιασε με τον πόντιο, που δε φοβόταν το Αλφα-δύο, ούτε τον Διοικητή, ούτε κανένα κερατά ακόμα και τον πρωθυπουργό… αλλά μόνο το Θεό, και κάνανε παρέα. Και θησαυρός ανεξάντλητος ο πόντιος για το γιατρό• τον έμπασε σ’ έναν κόσμο που δεν είχε φανταστεί ότι υπήρχε μέσα στη ‘δική του’ Ελλάδα. Τον μάθαινε να μιλάει ποντιακά και να χορεύει τικ και κοτσαρί… και από ελληνικούς ζεϊμπέκικο. “Τί θα μου μάθαιναν αυτοί; Να παίζω χαρτιά στη Λέσχη;” έλεγε στον πόντιο, και γελούσαν μαζί.
Και η φασολάδα… φασολάδα! Την έφερε ο Μπασιάς από το μαγειρείο, στη στιγμή, από ένα το μονοπάτι διακόσια πενήντα μέτρα που περνούσε μέσα από δυο χαντάκια, και άχνιζε ακόμα. Ένα πιάτο φίσκα και δεν είχε στάξει ούτε δάκρυ. Φυσικά έφερε μαζί του και τη ρέγγα, τις ελιές, τη φέτα, το ψωμί, την πιπεριά την καυτερή και το κουτάλι στεγνό.
— Πετώντας πήγες κι ήρθες;
— Μπα! Δε φόραγα το σκούφο μου κι έκανε κρύο εκεί ψηλά και ήρθα με τα πόδια! ανταπέδωσε ο Μπασιάς το χωρατό.
— Μπράβο Μπασιά! Τουλάχιστο νευρολογικά είσαι εντάξει κι από μυαλό… ξουράφι! Εύστοχος κι ετοιμόλογος! Πού νά ’ξερες και γράμματα, καημένε!
“Μυαλό ξουράφι!” Δε χρειαζόταν να του το πουν για να το μάθει. Έπειτα από μια εβδομάδα ο Μπασιάς διάβαζε εφημερίδα, παρακολουθούσε τον ψάλτη δίπλα στο αναλόγιο, αφού ο εκκλησιασμός ήταν υποχρεωτικός, και είχε διαβάσει όλες τις ταμπέλες, τις επιγραφές και τις ανακοινώσεις του στρατοπέδου που δεν τους έδινε σημασία κανείς.
Το βράδυ όλοι είχαν έξοδο. Άφησαν υπηρεσία τον Μπασιά.
— Αν χρειαστείς κάτι, πάρε το δεκαεπτά, την πύλη! Οι αλφαμίτες θα μας βρουν! του είπαν.
Δε χρειάστηκε τίποτα. Αργά ήρθαν μερικοί παγωμένοι και μεθυσμένοι. Τους έψησε φλισκούνι στη σόμπα, που είχε από τη μάνα του, τους έβαλε να πλαγιάσουν μέχρι να ξεμεθύσουν, σκούπισε, σφουγγάρισε, έπλυνε, ξανάστρωσε, τους πήγε έναν έναν στο λόχο, να βρεθούν εκεί το πρωί μην αρπάξουν καμιά φυλακή, και γύρισε στο Ιατρείο. Κοιμήθηκε κι αυτός κομμάτι ανάμεσα στην καρέκλα και το τραπέζι. Κανονική εφημερία.
Στην πρωινή αναφορά, απόρησε ο Διοικητής.
— Τι έγινε, ρε; Όλοι ήπιατε χτες και δε μέθυσε κανένας; Πάει η Ελλάδα! είπε γελώντας. Έμεινε με την απορία. Καλό ανθρωπάκι, στρωμένο• μονιμάς, σκαλί σκαλί την ιεραρχία από δεκανέας… ποιος να του πει για τον Μπασιά. Και τον ένοιαζε ένας φαντάρος;
Και το επόμενο βράδυ πάλι ο Μπασιάς υπηρεσία… τη μια που ήταν η σειρά του, την άλλη που ήταν ο καινούργιος.
— Στο κάτω κάτω… τα κατάφερες πιο καλά απ’ όλους!
Και το μεθεπόμενο, και το τρις και τετρά-μεθεπόμενο… υπηρεσία ο Μπασιάς.
— Κάτσε, ρε Μπασιά, να βγούμε ’μεις λιγάκι, μέρες που ’ναι! Αφού δεν ξέρεις κανέναν εδώ!
Και καθόταν ο Μπασιάς, γιατί είχε μάθει πια το Ιατρείο όσο και τη Στάνη, και δεν ήξερε το έξω. Ούτε ήξερε ‘σειρά και βάρδια’ στη δουλειά. Από τότε που περπάτησε, ήταν πάντα σε υπηρεσία• μικρός να ταΐζει τα πουλερικά κοντά, αργότερα τα σκυλιά που ήταν μακριά και, όταν μεγάλωσε, να σκαρίζει τα πρόβατα και τα γίδια. Και να τα βάζει καμιά φορά και με το λύκο, την αλεπού και το ακόμα πιο πονηρό κουνάβι. Κι έπειτα όλες οι άλλες δουλειές… Να μαζεύει το γάλα, να το χωρίζει, να το δέρνει, να κόβει το βούτυρο, να γεμίζει τις τσαντίλες, να πήζει το τυρί, να το αλατίζει, να το βάζει στο βαρέλι με την άρμη, να το φορτώνει και στου έμπορου το φορτηγό. Μ’ έναν από δαύτους κατέβηκε για να πάει στο στρατό. Και όταν φτάσανε στην πύλη του στρατόπεδου, τον αγκάλιασε ο πατέρας και του είπε:
— Άει, παδί μου, στο καλό! Να ξέρεις… θα μας λείψεις! Και με το καλό να μας ξαναγυρίσεις! Κι έτσι χώρισαν πατέρας και γιος.
Και τώρα ο Μπασιάς, υπηρεσία στο στρατό. ‘Υπηρεσία’, έτσι λένε τη δουλειά εδώ! έλεγε με το νού του. Δεν έχει σημασία. Η λέξη δεν κάνει τη διαφορά!
Αλλά πού η υπηρεσία-καθησιό εδώ… πού το τρέχα πάνω κάτω στη στάνη. Εδώ κάθεσαι, περνάει η ώρα, φεύγει μαζί της κι η δουλειά! Εκεί τρέχεις… και δεν προκάνεις! Στη στάνη δε σώνει η δουλειά! Το είπε κάποτε στον πόντιο, και ο πόντιος γέλασε κουνώντας το κεφάλι. Το άκουσε και ο γιατρός. Κούνησε επίσης το κεφάλι δίχως να γελάσει. Ο ένας ήταν ο αυθόρμητος, ο άλλος ο στοχαστικός και είχανε ταιριάσει. Αλλά στην πραγματικότητα, αυτοί οι δυο, οι πιο στενοί φίλοι του Μπασιά, γιατί τον αγαπούσαν όλοι, επειδή τον καταλάβαιναν περισσότερο από τους άλλους, τον ζήλευαν και λίγο.
— Ο καθένας μπορεί να γίνει αυθόρμητος ή στοχαστικός• αλλά Μπασιάς δε γίνεται! έλεγαν μεταξύ τους.
Καθόταν η Μπασιάς απογευματινή υπηρεσία, να βγουν οι άλλοι, έκλεινε τα μάτια κι αγνάντευε στη στάνη. Το δρόμο δεν τον ήξερε να πάει, γιατί μόλις κατέβηκαν από το βουνό μπερδεύτηκε. Αλλά με τη φαντασία, σαν πουλί, βρισκόταν κάθε τόσο εκεί! Το γιατάκι του, ο σκύλος του, το μανάρι του… θα τό ’σφαξαν τόσο καιρό… η μάνα και ο πατέρας του, τ’ αδέρφια, οι αδερφές του… “Αδέρφια και αδερφές ξεχωριστά!” Σε όλων το μυαλό στη στάνη, ήταν απολύτως ξέχωρα τ’ αρσενικά από τα θηλυκά• και της στάνης το μυαλό είχε κι ο Μπασιάς• δε μπορούσε να ξεφύγει. “Ά ρε στάνη! Στάνη! Στάνη! Δεν ξέρω αν σου λείπω εγώ… αλλά νά ’βλεπες εσύ πώς μου λείπεις!” έλεγε πότε με τη σκέψη του, πότε και φωναχτά γιατί δεν τον άκουγε κανένας.
Ερχόταν ο χειμώνας και τον ‘τρώγανε’ τα χέρια του. Καινούργιες δουλειές! Να σβήσουν ασβέστη, ν’ αγοράσουν άμμο να φτιάξουν κερέτσι, να στρώσουν πάλι τις ξερολιθιές και να ρίξουν τις καλαμωτές μην ξεπαγιάσουν τα μανάρια! Να σκάψουν χαντάκια, μην πλακώσουν τα νερά και τα πάρουν στο γκρεμό πέτρες μαζί και ζωντανά. Να σφάξουν, να γδάρουν, να τεντώσουν τα τομάρια να στεγνώσουν. Να λιώσουν ακράνυχα και οπλές στη χύτρα να κάνουν πίσσα. Να ματίσουν φούρνους και αποθήκες. Να κρατάνε τις φωτιές αναμμένες ολονυχτίς, μην πλησιάσει το ζαγάρι που πεινάει και δε λογαριάζει ούτε άνθρωπο ούτε θεό! Να στήσουν τους αργαλειούς να έχουν δουλειά οι γυναίκες• να φτιάξουν καλάθια από καλάμι και λυγαριά• και… το πιο διασκεδαστικό, να πάρουν χάλκωμα από τον έμπορο να φτιάξουν καινούργια κουδούνια.
Τά ’λεγε ο Μπασιάς με το νού του, τά ’λεγε και φωναχτά… άκουγε ο πόντιος, άκουγε και ο γιατρός, ο τρίτος, ο οπλίτης, ο μουτζουρωμένος από το Αλφα-Δύο• αν κι εκτός από το ‘γαλόνι’ δεν έπαθε και τίποτα είναι η αλήθεια! Απολύθηκε μια χαρά, μαζί με τους άλλους. Αργότερα, γύρω στα εξήντα του έμαθε τυχαία ότι ήταν πλέον ‘ανθυπολοχαγός’.
— Ανθυπολοχαγός! Ανθυπολοχαγός! Αποκαταστάθηκα σχεδόν! Είδατε, κύριοι… η Πατρίδα; φώναξε ξεκαρδισμένος στα γέλια και έδειξε στους συναδέλφους γύρω του το χαρτί με αυτή τη σπουδαία είδηση. Αλλά ποιος να το διαβάσει; Ήξεραν τόσα γράμματα και ήξεραν να διαβάσουν ελληνικά όσα και ο Μπασιάς όταν πρωτοπήγε στο στρατό. Ήσαν άγγλοι και αμερικανοί• όλοι τους καθηγητές του πανεπιστημίου. Αυτά μόνο για την ιστορία του οπλίτου-ιατρού… του ποιητή, του κουλτουριάρη.
— Άι, Γιωρίκα μ’… άι, γιατρέ! Δεν ξέρετε τι γλέντι είναι να φτιάχνεις κουδούνια! Στο ένα χέρι το σφυρί, στο άλλο η τσιμπίδα, μέσα στα γόνατα το αμόνι και… γκλάνγκα-γκλάνγκα… γκλάνγκα-γκλανγκ! Στην αρχή μουντό… ένα φριχτό ντάγκα-ντούγκα όσο να κουφώσει, να γίνει κούπα… μετά πιο ψιλό, πιο γλυκό… ακόμα μια με το σφυρί… και το ντιν! Πήρε να γίνεται η κουδούνα! Μια μεσιανή, μια ακριανή… μια μεσιανή, μια ακριανή… Ν’ ακούς δίπλα σου τον κάλφα, να του κλέβεις. Ν’ ακούει ο μάστορας να κουνάει το κεφάλι… “Θέλει ακόμα! Θέλει ακόμα! Πρόσεχε μην το χαλάσεις! Όχι εκεί! Με το πλατύ, όχι με τη γωνιά! Ίσιο το χέρι κι ελαφρύ! Όχι βαριά! Μη βιάζεσαι! Παίζε το σφυρί σου με τα δάχτυλα κι άσ’ το να πέσει μόνο του! Μην τυραννάς το χάλκωμα! Σε φτύνει!” Και χάλασα χαλκώματα όσο να μάθω! Αλλά κι ο κάλφας χάλαγε! Κι ο μάστορας είχε χαλάσει! Πώς αλλιώς να γίνει μάστορας; Τώρα κάλφας κι εγώ! Και χαλάει το καινούργιο μας στραβάδι… μη σου πω! Ευτυχώς ο έμπορος δίνει άλλα με διάφορο μικρό, ίσα ίσα για το χυτήριο!
Και μια μέρα μερακλώθηκε ο Μπασιάς. Από το πολύ να στοχάζεται τη στάνη, μερακλώθηκε. Δε λυπήθηκε, δε νοστάλγησε, δε χάρηκε, δεν πόνεσε… απλώς μερακλώθηκε. Έγειρε πίσω το κεφάλι, μόνος του ήταν στο κάτω κάτω• ανοίγει στόμα και καρδιά και… βγάζει ένα τραγούδι! Μα τι τραγούδι! Πόνος μαζί και λεβεντιά! Μανάδες και πατέρες, αδέρφια μεγάλα και μικρά, στρούγγες και κονάκια, σάρες και μονοπάτια, λαγκάδια και βουνά, βράχια και νεροσυρμές, θύελλες και καλοκαιριές, μανάρια και ζαγάρια, χορτάρια και δέντρα, πουλιά και σκυλιά… μέχρι τον τρικυμισμένο πόντο έφτασε, που δεν τον είχε δει, όλα αδελφωμένα σ’ ένα τραγούδι! Και πέρναγε η ώρα… και ξανά μανά το τραγούδι από την αρχή! Μανάδες, πατέρες, αδέρφια μεγάλα και μικρά, στρούγγες και κονάκια, σάρες και μονοπάτια, λαγκάδια, βουνά, βράχια και νεροσυρμές, θύελλες και καλοκαιριές, μανάρια και ζαγάρια, χορτάρια, δέντρα, πουλιά και σκυλιά! Πόνος μαζί και λεβεντιά!
Γύρισαν ο πόντιος με το γιατρό… μπήκαν σιγά σιγά και άκουγαν. Ούτε που τους πήρε χαμπάρι! Άκουσαν απ’ έξω οι φαντάροι… μαζεύτηκαν κι αυτοί και άκουγαν. Δεν άκουγαν• κρυφάκουγαν! Γιατί ο Μπασιάς τούς έβλεπε, τους χαμογέλαγε, τους χαιρετούσε με το κεφάλι, τους έδειχνε πού να καθήσουν… αλλά δεν τους είχε πάρει χαμπάρι!
— Πώς έκρυβες τόση γνώση και ομορφιά μεσ’ την καρδιά σου, ρε Μπασιά; του φώναξαν όλοι μαζί όταν ανένιψε από τη ‘φευγάλα’. Τους κοίταξε σα χαμένος μέχρι πού συνειδητοποίησε τι του γινόταν• θυμήθηκε πού ήταν, τι έκανε και πως τους είδε έναν ένα να μπαίνουν στο Ιατρείο και να κάθονται κατάχαμα σταυροπόδι ή να στέκονται γύρω του δακρυσμένοι, κρεμασμένοι από τα χείλη του.
— Ε, ρε μάνα Ελλάδα… που κάνεις τέτοια παιδιά! φώναξε κάποιος και όλοι χειροκρότησαν• και από την ημέρα εκείνη το “Ε, ρε μάνα Ελλάδα” έγινε κάτι σα σύνθημα όταν μιλούσαν για τον Μπασιά.
Την επομένη ο υπίατρος και ο δόκιμος έμαθαν τι είχε συμβεί αποβραδύς με τον Μπασιά και απόρησαν. Βέβαια τους περιγράψανε μόνο το γεγονός και τους μεταφέραν κάπως την εντύπωση• όχι το περιεχόμενο ούτε την ιδέα το πνεύμα και την αίσθηση• γι’ αυτά δεν αρκεί να είσαι παρών• πρέπει να είσαι άξιος να το ζήσεις.
— Λες να τον υποτιμήσαμε λιγάκι για τα γράμματα;
— Ήξερε ο Πλάτωνας• μα δεν άκουσα ποτέ να ήξερε ο Σωκράτης!
— Καλά… ας μην το πάμε και ώς εκεί! τον αντίσκοψε γελώντας ο υπίατρος.
— Δεν τον καλούμε στον ταχυδρομικό ένα βραδάκι; Λίγο να τον τσιγκλίσεις, λέω πως θ’ αρχίσει! Δε μπορεί τόσοι να κάνουν λάθος! Κι αυτοί οι δυο στο κάτω κάτω ξέρουν τι λένε!
“Αυτοί οι δυο” ήταν ο πόντιος και ο τρίτος ο γιατρός.
— Και θα καλέσουμε κι αυτόν εννοείται! Δε μπορείς να πάρεις τον Μπασιά και να τον αφήσεις; Πού τον πας;
— Και ο πόντιος; Είναι στην παρέα!
— Τους μαθαίνει ποντιακούς χορούς και ζεϊμπέκικο! Πάρτι κάνουν κάθε μέρα! Βάλ’ τον υπηρεσία! Ένα μήνα έχει να καθήσει. Όλα τα φορτώσανε στις πλάτες του Μπασιά!
Ο ταχυδρομικός ήταν ένας πολύ αξιόλογος άνθρωπος πεταμένος σε μια πνιγηρή επαρχία για κάτι ανάλογο με το ‘μουτζούρωμα από το Άλφα-Δύο’. Είχε φροντίσει να καλλιεργήσει τον εαυτό του με μοναδικό στόχο “ν’ αποκτήσει προσωπική αξία” όπως έλεγε, πρωτοβουλιακά με διάβασμα κι επιμονή στις ‘καλές μουσικές και εικαστικές επιλογές’• αυτό τον περιόριζε καμιά φορά ως προς τα κριτήρια, προσπαθούσε ν’ αγνοήσει το ρεμπέτικο και το μέλος το βυζαντινό, για παράδειγμα, αλλά μπροστά στο τι είχε πετύχει δίχως καθοδήγηση, το σφάλμα ήταν συγνωστό. Είχε μια καταπληκτική συλλογή κλασικής μουσικής από όλες τις μεγάλες εταιρείες ακόμα και της Archiv της παλιάς καλής, της ανεξάρτητης από την κερδοφορία, εποχής. Άκουγε σιτάρ και αθουέλα όταν οι ήχοι αυτοί δεν είχαν φτάσει στην Αθήνα. Είχε γυναίκα, ένα γιο και μια νόστιμη ανηψιά που της είχε βρει γαμπρό κι ετοιμαζόταν να την παντρέψει.
Αποφασίστηκε πως ήταν πιο σωστό, αφού τόσο καιρό δεν τους είχε δώσει σημασία, να έρθει προσωπικά να τους καλέσει. Θα ήταν ένα είδος επανόρθωσης, όσο και αν φαινόταν φτιαχτό.
— Και αν μας κολλήσει;
— Ο Μπασιάς; Αποκλείεται!
— Για τον άλλο μιλάω! Μην εκτεθούμε τελικά! Μου το έχουν επισημάνει!
— Δεν είναι κι εγκληματίας!
— Αυτός όχι! Οι άλλοι όμως;
Το πρότειναν στον ταχυδρομικό και δέχτηκε. Πήρε τηλέφωνο, να μη φανεί, και τους κάλεσε. Δέχτηκαν την πρόσκλησή του και ας αναγκάστηκε ο πόντιος ξαφνικά να μπει υπηρεσία. Σιγά που θα τα έχανε αυτός. Έφερε το κορίτσι μέσα από το συρματόπλεγμα• όλο τρύπες ήταν.
Πήγε ο Μπασιάς μα δεν τραγούδησε εκείνο το τραγούδι γιατί δε μπορούσε να κλείσει τα μάτια και να δει τη στάνη με το στανιό. Τραγούδησε όμως άλλα τραγούδια, πένθιμα και ηρωικά, καμπίσια και βουνίσια. της τάβλας και του χορού, του γάμου και του ξοδιού, της νύφης παινέματα και του γαμπρού αντροκαλέσματα. Πήρε κι ένα χάλκινο σωλήνα, και μ’ έξι τρύπες τον έκανε και καλαηδούσε. Στο τέλος έμειναν έκθαμβοι και πάλι από τον πλούτο και τη μαεστρία του. Και είπαν
— Δεν πειράζει! Θα τον ξανακαλέσουμε! Κάποτε θα τραγουδήσει!
Τον ξανακάλεσαν• και πήγε με μια παράξενη σπουδή, ξένη στο μέχρι τότε φέρσιμό του. Και τον κάλεσαν πάλι και πάλι… πήγαινε με χαρά κι ενθουσιασμό, αλλ’ όλο και πιο λίγο μιλούσε και πιο λίγο τραγουδούσε• και σιγά σιγά σίγησε ο Μπασιάς• μόνο που αναστέναζε. Λες κι ήταν άλλος… μέχρι που ξέσπασε το κακό. Είχε ερωτευτεί τη μελλόνυφη ανηψιά• την έβαλε στο μάτι και κάποτε το είπε. Τους βρήκαν σε μια λίγο άγαρμπη, ‘επικίνδυνη’ αν και όχι ιδιαίτερα προωθημένη στιγμή… Έγινε σκηνή, έπεσε κλάμα από το κορίτσι…
— Εμένα αυτός μ’ αρέσει και όχι εκείνος που μου δίνετε!
Έφαγε όμως τα χαστούκια της και σώπασε. Και τον Μπασιά δεν τον ξανακάλεσαν • και πήρε η μπάλα φυσικά όλη την παρέα του• τον γιατρό, μιλάμε πάντα για τον οπλίτη, και τον πόντιο.
Έπειτα από μερικούς μήνες, ίσως κι ένα χρόνο αργότερα, όταν έφευγε οριστικά, με το απολυτήριο στο χέρι, πήγε ο γιατρός και τον χαιρέτησε.
— Γιατί τα καταφέραμε έτσι… ρε γιατρέ; Κρίμα! Εμείς είχαμε τόσα κοινά οι δυό μας!
— Είχαμε αλλά τα χάσαμε! Ήξερες να τ’ αποκτάς… μα δεν κατάλαβες με ποιους τα χάνεις! απάντησε ο γιατρός, έκανε μεταβολή κι εξαφανίστηκε. Λυπήθηκε πολύ γιατί δεν ήταν στις προθέσεις του, αν και στο χαρακτήρα του ήταν, να δώσει μια τόσο σκληρή, σχεδόν σκαιή, απάντηση. Ο άλλος κέρωσε• έχασε τα λόγια του και τον άφησε να φύγει. Έτσι κι αλλιώς λόγια θα έλεγαν πάλι• δεν υπήρχε περιθώριο επανόρθωσης.
Οι μέρες κυλούσαν όπως πριν. Δεν είχε ακόμα γίνει η τρίτη, ίσως και η δεύτερη πρόσκληση στο σπίτι του ταχυδρομικού, δεν είχε ακόμα ερωτευτεί το κορίτσι ο Μπασιάς, ούτε είχε πει ή κάνει κάτι κακό.
Κι ένα πρωί, στην αναφορά, ο Διοικητής τα έβαλε με τους λιγοστούς τυφεκιοφόρους ‘οθωμανούς’, τουρκόφωνους και πομάκους, που φρόντιζαν τα γουρούνια. Αναξιόπρεπη, χυδαία, αισχρή, ταπεινή, γελοία, ακατανόητη, ανόητη, μισόκαρδη εκδίκηση για το ότι ήσαν μουσουλμάνοι. Όλη τη χρονιά τούς είχαν με τα γουρούνια• αλλά τα Χριστούγεννα, στο τραπέζι, τους έσφαζαν κοτόπουλο αγοραστό. “Να μη μείνουν νηστικοί χρονιάρα μέρα!”
Γουρουνάκια μικρά, ζωηρά, χαριτωμένα, παιχνιδιάρικα… που τα ετοίμαζαν για τα επόμενα Χριστούγεννα. Τα περσινά είχαν σφαχτεί. Αλλ’ είχε μπει η άνοιξη, και τα ζαντίκια τους μύριζαν φοβερά κι έπαιρνε ο αέρας τη μπόχα σε όλο το στρατόπεδο. Διαμαρτυρήθηκαν πολλοί, παρασύρανε και τον Διοικητή που έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικός με τους οθωμανούς, όπως ήταν κι εκείνοι. Έλληνες πολίτες… ναι! Έλληνες στρατιώτες… ναι! δηλαδή “υπερασπιστές της ελληνικής ελευθερίας.” Αλλά στη πράξη, η Ελλάδα, η ελεύθερη Ελλάδα, που δήλωνε ότι τους θεωρεί, με κάθε άλλον πολίτη της εξίσου, υπερασπιστές της, μόλις και μετά βίας ανεχόταν το γεγονός ότι ήταν μουσουλμάνοι• και δεν τους εμπιστεύονταν ούτε φύλακες στην αποθήκη• μόνο στα γουρούνια. Και ας είναι πασίγνωστο ότι είναι βδέλυγμα γι’ αυτούς. Τους αποκαλούσε ‘τυφεκιοφόρους’ και δεν τους έδινε όπλο. Άδικο είχε που είχε το μάτι του ανοιχτό ο ‘μεγάλος αδελφός’ λίγο πιο πέρα;
— Κύριοι, ή όπως και να σας πω, είστε απαράδεκτοι! Βρωμάει παντού γουρουνίλα! Και απάνω σας, ακόμα περισσότερο! Τι κατάσταση είναι, επιτέλους αυτή; Καθαρίστε! Καθαρίστε! Καθαρίστε! Χαθείτε αμέσως απο τα μάτια μου και καθαρίστε! είπε και τους έδιωξε. Φυλακή είχε πάγια εντολή να μην τους δώσει.
— Πώς να καθαρίσουμε, Μπασιά; Έχεις καμιά σκούπα; Φεύγει με τα χέρια η σβουνιά;
— Τραβάτε κι έρχομαι, καρντάσια! είπε ο Μπασιάς, με την καινούργια λέξη που είχε μάθει από τον πόντιο. Κι εκείνος έτσι τους αποκαλούσε τους οθωμανούς: Καρντάσια.
Πάει ο Μπασιάς και παίρνει δυο σακκιά αλάτι χοντρό από τα μαγειρεία. Φίλοι κι εκεί όλοι τους• τους κουβάλαγε τα σακκιά, τους έκοβε μερίδες τα κοτόπουλα, τους έδινε κάρβουνο να καλοπιάνουν τους λοχαγούς με ψητά να παίρνουν άδειες, έστηνε καλαμωτές στο ποτάμι για πέστροφες, τους έδειχνε τις λαγοφωλιές και στήνανε παγίδες…
— Άμα θες άλλα δυο, έλα και πάρ’ τα! του είπαν.
— Παίρνω δυο και θα δω! Και τους τρίφτες του πατώματος! Θα δώσουμε κανα λαγό στο χωριό να πάρουμε άλλους!
— Ό,τι θέλει ο Μπασιάς!
Πάει ο Μπασιάς στα ζαντίκια, παρατηρεί την κλίση του εδάφους, σκάβουν ένα λάκκο αρκετά βαθύ στο πιο χαμηλό σημείο, κατόπιν βάζει στο χέρι του ενός το λάστιχο, στου άλλου το χέρι ένα σακκί με αλάτι… «Ρίχνε συ νερό, ρίχνε κι εσύ αλάτι κι εγώ θα τρίβω!» Μέχρι το μεσημέρι είχε λάμψει ο τόπος. Και από τότε έριχνε σχεδόν καθημερινά τη ματιά του ο Μπασιάς και στα ζαντίκια, να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο τα παιδιά και να μην έχουν και τη βρώμα στο κάτω κάτω. “Οι άνθρωποι μαλώνουν πιο πολύ όχι επειδή ο ένας έχει δίκιο και ο άλλος άδικο αλλά γιατί έχουν κι οι δυο δίκιο!” είχε μάθει από έναν παλιό παπού στη στάνη. Και ο Μπασιάς δε ζητούσε ποτέ κανένα δίκιο. Ήταν τόσο περήφανος που φερόταν ταπεινά χωρίς κανείς να του το έχει διδάξει και χωρίς να συνειδητοποιεί την προσωπική του αξία. Γι’ αυτό, σε αντίθεση με τον ταχυδρομικό, δεν επιζητούσε να την αυξήσει• αυτό γινόταν από μόνο του. Ή μάλλον… αν κάποιος τον είχε διδάξει, ήταν που στις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα οι παπούδες και οι γιαγιάδες μιλούσαν για την Ελλάδα, την παλιά τη θαυμαστή και τη νεότερη, την πονεμένη. Κι επειδή τους έβλεπε συχνά κι ένιωθε πως τον αγαπούσαν, όποτε πήγαινε στα ζαντίκια μιλούσε κι αυτός στους Οθωμανούς για την Ελλάδα. Οι άλλοι τα ξέρουν… σκεπτόταν• Έλληνες είναι γέννημα θρέμμα• ας τα μάθουν κι αυτοί!
Και ξαφνικά μαθεύτηκε! Ένας καινούργιος λοχαγός, από τους ‘αφοσιωμένους’, γελοίος και προκλητικός ακόμα και απέναντι των ανωτέρων του, μόλις είδε μουσουλμάνους, άρχισε τις ερωτήσεις. Και πήρε απαντήσεις! Όσα ήξεραν οι Οθωμανοί, τουρκόφωνοι και οι πομάκοι, για την Ελλάδα δεν τα ήξερε κανείς από τους άλλους.
— Δεν είμαστε καλά! Ποιος σας τα έμαθε αυτά, ρε ζαγάρια;
— Ο Μπασιάς!
— Ποιος είναι ο Μπασιάς;
— Ένας φαντάρος σαν κι εμάς!
Μπορεί, βέβαια, να συναντιούνταν κάπου κάπου ο Ξέρξης με τον Κολοκοτρώνη και ο Μεγαλέξαντρος με τον Καραϊσκάκη, αλλά δε συνέβαινε συχνά, ούτε ήταν αυτό το μεμπτό της ιστορίας. Ποιος φταίει που οι Θερμοπύλες είναι τόσο κοντά στην Αλαμάνα και στο Χάνι της Γραβιάς; Αλλά τους περσικούς πολέμους τούς ήξερε καλά. Το στρατήγημα του Μιλτιάδη, τη ζήλεια του Θεμιστοκλή, που τον ξεπέρασε κατά κάποιο τρόπο με τη Σαλαμίνα, την αυτοθυσία των τριακοσίων, την προδοσία του Εφιάλτη... ακόμα κι αυτόν τον ανόητο Μαρδόνιο που έμεινε για να πετύχει τάχα εκεί που αποτύχανε τόσοι βασιλιάδες, μόνο και μόνο για να πεθάνει, ήξερε. Η Ελλάδα που γνώριζαν ‘τα καρντάσια’ από τον Μπασιά, δεν ήταν η Ελλάδα που βιώναν καθημερινά, της μίζερης και κατ’ επίφαση ελευθερίας και του αιωνίως αναβιούντος με μορφή σωτήρα Εφιάλτη, αλλ’ η Ελλάδα που είχε στην καρδιά του ο Μπασιάς• μια Ελλάδα που χαίρεται, προβάλλει και διαλαλεί την ελευθερία της ως ευτυχία, δημιουργικότητα, πρωτοτυπία και χαρά τη ζωής της και την προασπίζεται όχι απέναντι στα ίδια τα παιδιά της, δηλαδή όλους όσους ζουν ειρηνικά σ’ αυτόν τον τόπο, αλλ’ απέναντι στους πραγματικούς της εχθρούς, που τους αναγνωρίζει σωστά και θαρραλαία. Αυτοί, οι οθωμανοί, τουρκόφωνοι και οι πομάκοι, ανεξάρτητα από υποκειμενισμούς, σωστές ή λανθασμένες επιλογές, ανίστορες τυφλότητες και ανόητες επιρροές, ήσαν αγαθοί και αθώοι, ίσως γι’ αυτό ευάγωγοι• όχι όμως εξ ορισμού ύποπτοι ή απορριπτέοι! Και γι’ αυτό αποτελούσαν, θέλοντας και μη, το μέτρο της ελευθερίας της, που έβρισκε αντίκρυσμα μόνο στην καρδιά του Μπασιά• και, κατ’ επέκταση μόνο, στου τρομαγμένου οπλίτη-ιατρού και του σχετικά αδιάφορου αλλά βασικά κρυψίνου και πονηρού πόντιου.
Ξαφνικά ήρθε κι ένας ‘Οθωμανός’ διαφορετικός από τους άλλους• ο Οσμάν. Το ίδιο τρομαγμένος, αλλά πιο ‘ψημένος’, πιο συνειδητός, πιο ‘αδικημένος και αγριεμένος’ και… πιθανώς δικτυωμένος, ο οποίος δεν είδε με καλό μάτι τον Μπασιά να μιλάει και να μεταδίδει στους ομοθρήσκους του τον ενθουσιασμό του για την Ελλάδα. “Τι τον ακούτε με το στόμα ανοιχτό; Δεν καταλαβαίνετε πως είναι βαλτός; Τι θέλετε και πάτε μαζί του;”
— Μιλάς έτσι γιατί δεν τον ξέρεις! Δεν τον έζησες!
— Τι ανοησίες μού λέτε, ωρέ; Καλύτερα να κυλιόσαστε με τα γουρούνια, παρά να κάνετε παρέα μ’ αυτόν!
— Και τι να κάνουμε;
— Να τον απομονώσετε! Να τον βοηθάτε ίσα ίσα όσο σας χρειάζεται για τα γουρούνια, μην τα παρατήσει… αλλά να μη μαζευόσαστε γύρω του μετά!
Τελικώς κατάφερε το αντίθετο του επιδιωκόμενου… απομόνωσαν αυτόν • όχι τον Μπασιά.
Είδε κι αποείδε ο Οσμάν ότι δε μπορούσε να εμπνεύσει περισσότερη εμπιστοσύνη και αγάπη από τον Μπασιά, που τους είχε προσετεριστεί εντελώς, και αποφάσισε να τον αντιμετωπίσει απ’ ευθείας. Άρχισε, λοιπόν, να συμμετέχει με τους άλλους στην παρέα παρακολουθώντας κάπως χαλαρά. Άκουγε βέβαια όλο “ Ελλάδα! Ελλάδα!” αλλά δεν του φαινόταν τόσο ενοχλητικό. Εντούτοις αποφάσισε ‘ να δράσει’ τελικά, παρασυρμένος από τις προκαταλήψεις και τον πατριωτισμό του, και να ξεσκεπάσει τον Μπαστιά στους ‘ δικούς του’.
Έπρεπε, βέβαια, να το κάνει διακριτικά• στον ελληνικό στρατό υπηρετούσε, στο κάτω κάτω, ως Έλληνας υπήκοος.
— Ωραία και καλά όλ’ αυτά, ωρέ Μπαστιά! Καλή η Ελλάδα! Εδώ γεννηθήκαμε… δε λέω! Αλλά δεν υπάρχει τίποτα καλό και στην Τουρκιά; Ξέρεις μέχρι πού φτάνει η Τουρκιά; Μέχρι την Κίνα! Η μισή Κίνα και η μισή Σιβηρία τούρκικα μιλάνε. Είναι ο μισός κόσμος σχεδόν!
“Αν είναι πονηρός ο βλάχος, ο αρβανίτης πρέπει να είναι πονηρότερος!” λέει η παροιμία.
— Αυτό είναι πολύ καλό! απάντησε αμέσως ο Μπαστιάς• γιατί αν ποτέ θελήσω να πάω στην Κίνα, θα βρω το δρόμο μου πιο εύκολα ανάμεσα σε καρντάσια και αδελφούς παρά σε βάρβαρους και ξένους! Εσύ δε θα προτιμούσες, αν πας στην Αγγλία, να έχεις παρέα έλληνες αντί για άγγλους ή για γάλλους; Και άμα παίζει Ελλάδα - Αγγλία… ποιον υποστηρίζεις; Την Αγγλία;
— Την Ελλάδα φυσικά! Τι δουλειά έχουμε ’μεις με την Αγγλία;
— Βλέπεις, λοιπόν, ότι ως τούρκος, γιατί τούρκος είσαι και άσε τα άλλα στην μπάντα, και σαν σε τούρκο σού μιλάω, αλλά και ως Οσμάν προσωπικά, έχεις στην καρδιά σου αρκετή Ελλάδα χωρίς να στη βάλω εγώ! Και είναι καλό! Αλλ’ εγώ, ο Μπαστιάς, σου λέω ότι όσο και να είναι καλό, δεν είναι αρκετό! Χρειάζεται παραπάνω!
— Αφού μιλάμε ανοιχτά… θα σου το πω ξεκάθαρα! Αν έχω μέσα μου Ελλάδα, που δεν το νομίζω γιατί όλη μου την καρδιά την έχει πιάσει η Τουρκιά, θέλω να τη βγάλω! Όχι και να την αυγατίσω! Αυτά τα μισό έτσι και μισό αλλιώς τα βρίσκεις μόνο στους κουλτουριάρηδες της Πόλης. Αλλ’ εγώ ζω σ’ έναν τόπο που ήταν κάποτε Τουρκιά, αυτοί που με διαφεντεύουν ήταν σκλάβοι, και τώρα είμαι εγώ ο σκλάβος! Και μη μου πεις πως έχω ελευθερία, εκτός για να κατουρήσω! Ξέρεις καλά πως είμαι σκλάβος• το είδες καθαρά!

— Και βέβαια είσαι σκλάβος! Φαίνεται άλλωστε από τον τρόπο που μιλάς! Μόνο ένας σκλάβος λαχταράει τόσο πολύ την ελευθερία. Μα ποιος τη βρήκε; Ποιος είναι ο ελεύθερος; Μου λες;
— Εσύ… Αυτοί… Όλοι εσείς οι μπάσταρδοι τριγύρω!
— Μη βάζεις εμένα με τους άλλους!
— Γιατί να μη σε βάλω; Έλληνας είσαι, αφού δεν είσαι Τούρκος!
— Όχι! Εγώ είμαι ελεύθερος, γιατί δε μ’ ενδιαφέρει να είμαι ούτε Έλληνας ούτε Τούρκος! Κι όταν σου είπα πριν ότι έχεις στην καρδιά σου αρκετή Ελλάδα εκτός από την Τουρκιά, αλλά χρειάζεσαι περισσότερο… δεν εννοούσα περισσότερη Ελλάδα! Εννοούσα περισσότερη Ελλάδα και περισσότερη Τουρκιά!»
— Τουρκιά… δεν υπάρχει άλλο! Είμαι στο ζενίθ!
— Έτσι νομίζεις! Έτσι νομίζεις κι εσύ… έτσι νομίζουν κι αυτοί! Γι’ αυτό είσαστε όλοι σκλάβοι! Μόνο αν βάλεις στην καρδιά σου όλη την Ελλάδα, θα χωρέσει και όλη η Τουρκιά… και η Αλβανία και η Περσία και το Αφγανιστάν! Στην πραγματικότητα δε χρειαζόμαστε ούτε την Ελλάδα ούτε την Τουρκιά, αλλά κάτι ανώτερο από αυτό, την ανθρωπιά! Δεν είσαι λέφτερος όχι επειδή ζεις στην Ελλάδα αλλ’ επειδή δεν είσαι ικανός και αρκετά δυνατός να ελευθερώσεις τον εαυτό σου! Ο άνθρωπος είναι μπροστά στο Θεό πάνω από τον Έλληνα και τον Τούρκο! Και λέφτερος δεν είναι αυτός που δεν είναι σκλάβος αλλ’ εκείνος που δεν έχει σκλάβο!
Τελικά άρχισε να γίνεται πολύς λόγος για τις σχέσεις του Μπασιά με τους Οθωμανούς. Και παρά το γεγονός ότι η ‘ελληνικότητα’ του Μπασιά, αδρή, προκλητική και άγαρμπη καμιά φορά, ήταν πάνω από κάθε αναμφισβήτηση, εμφανίστηκαν οι αιώνιοι καχύποπτοι που ανακάλυψαν ότι είναι Αρβανίτης.
— Στη Στάνη του Μπασιά όλοι μιλάνε αρβανίτικα! ‘Μπασιά’ είναι αρβανίτικο επίθετο!” ανακάλυψαν αφρίζοντας απ’ το κακό τους κάποιοι καλοθελητάδες• και ήταν αλήθεια. “Όμως, στη Στάνη του Μπασιά μιλάνε όλοι και ελληνικά! Και ο μισός Στρατός, η μισή Κυβέρνηση και η Διοίκηση, η μισή Βουλή, το μισό Πανεπιστήμιο, το μισό Δικαστικό Σώμα, έχουν αρβανίτικο επίθετο! αντείπαν γελώντας οι φίλοι του• και ήταν επίσης αλήθεια.
Τελικά τον κάλεσαν μια μέρα στο Διοικητήριο, λίγο για να δουν τι γίνεται, λίγο και για να κάνουν πλάκα • κυρίως όμως για να κλείσουν κάποια στόματα, επειδή εκείνη την εποχή όλοι φοβούνταν όλους. “Τώρα απαγορεύονται όλα!” όπως έλεγε εκείνη η ευρηματικότατη ατάκα από τους “Όρνιθες” του Αριστοφάνη.
Το λόγο πήρε ο Διοικητής.
— Τι γίνεται με τους Οθωμανούς, ωρέ Μπασιά! Πολύ τους υποστηρίζεις! Όσο και να σ’ αρέσουν τα γουρούνια, μην τους βγάζεις πάνω από τη μισή και μάλιστα την πιο βρώμικη δουλειά! Άσ’ τους να σκάσουν μέσα στη σβουνιά! Τι ανακατεύεσαι;
— Κάτι δεν κατάλαβες, κυρ-Δικιτά, με το συμπάθειο! απάντησε ο Μπασιάς. Κανένας δεν υποστηρίζει κάποιον αν δεν υποστηρίζεται κι αυτός! Αν θες να σε υποστηρίξουν πρέπει να τους υποστηρίξεις! Αν τους αφήνεις να σκάνε στη σβουνιά… με τι πρόσωπο ζητάς να σε παραδεχτούν ως Έλληνα; Μαθαίνοντας αυτοί τι είναι ‘Έλληνας’ αμφισβητούν την ελληνικότητά σου!
— Δηλαδή… για μας δουλεύεις; είπε ο Διοικητής κάπως ειρωνικά.
— Αν δούλευα μόνο για μας… θα είχα κάνει το ίδιο λάθος! Δουλεύω και για κείνους και για μας! Και γι’ αυτό είναι μαζί μου!
— Τι θα πει είναι μαζί σου; Όλα τα έκανες από τότε που πάτησες το πόδι σου εδώ! τον αντίσκοψε γελώντας αμήχανα μ’ αυτά που έλεγε ο ίδιος, ο Διοικητης. Θα φτιάξεις τώρα και στρατό;
Γέλασε και ο Μπασιάς.
— Τους είπα μια μέρα, έτσι για χωρατό: Τι λέτε, ρε παιδιά; Τι καθόμαστε έτσι άπραγοι; Δεν πάμε να πάρουμε την Πόλη; Να τη λεφτερώσουμε από τον Τούρκο; Και ξέρεις τι μου είπαν ; Πάμε! Μαζί σου και στην Άγκυρα, Μπασιά! και βάλαμε τα γέλια. Κατάλαβες τίποτα από αυτό;
— Όχι! απάντησε πέφτοντας ανάμεσα στους ώμους του ο Διοικητής, σα να φοβήθηκε μη φάει ξύλο. Ή, μάλλον, να σου πω τι κατάλαβα! Πρέπει να τους μίλησες με τόσον ενθουσιασμό για την Ελλάδα… που τους συγκίνησες και τους παρέσυρες! Αλλά μην παρασύρεσαι κι εσύ! Ενθουσιασμός ήταν της στιγμής! Αυτοί δεν αλλάζουν! Τούρκοι γεννήθηκαν και Τούρκοι θα πεθάνουν ! Και δε θα πιστέψω ποτέ ότι ήταν πρόθυμοι να προδώσουν την Τουρκία! Είναι κι αυτοί, με τον δικό τους τρόπο, πατριώτες! Κι εδώ είναι το πρόβλημα! Γιατί αυτό μας εμποδίζει, όσο και να το θέλουμε, να τους εμπιστευτούμε!
— Κύριε των δυνάμεων! αναφώνησε ο Μπασιάς και σταυροκοπήθηκε • τι ζητάς; Να γεννηθούνε Τούρκοι και να πεθάνουν τι;
— Βλέπεις που έρχεσαι στα λόγια μου;
— Πάλι δεν κατάλαβες, κυρ-Δικιτά, με το συμπάθειο! Δεν είπαν πάμε να πάρουμε την Πόλη και την Άγκυρα με την Ελλάδα! Είπαν πάμε να πάρουμε την Πόλη και την Άγκυρα με τον Μπασιά! Αυτό είπαν!
Ο Διοικητής, ακούγοντας αυτά τα λόγια, ξερόβηξε, κοκκίνισε, μισόκλεισε τα μάτια και σφύριξε σαν τρομαγμένο φίδι:
— Πρόσεχε, Μπασιά! Θαρρώ πώς το παράκανες! Άλλη γνώμη είχα σχηματίσει για σένα! Βάζεις τον εαυτό σου πάνω από την Ελλάδα; Και από την Τουρκία; Ποιος νομίζεις ότι είσαι… τέλος πάντων;
— Όχι! Όχι! Μη μου σκάσεις τώρα, κυρ-Δικιτά! Να προλάβω ο δόλιος να σου εξηγήσω! είπε ο Μπασιά κρυφογελώντας με τις αντιδράσεις του • δεν κινδυνεύουν από τον Μπασιά ούτε η Ελλάδα ούτε η Τουρκία, ούτε και καμιά άλλη χώρα! Όλοι οι άνθρωποι πάνω στη γη αγαπούν την πατρίδα τους στο κάτω κάτω! Δικαίωμά τους είναι! Αλλά πριν από αυτό… ξέρουν πως είναι άνθρωποι! Και αυτό σημαίνει ότι αν τους βάλεις να παραταχτούν, ο ένας απέναντι στον άλλο, και να διαλέξουν τ’ όπλο τους, μαχαίρι ή καρδιά… Εσύ τι θα διάλεγες… κυρ-Δικιτά;
— Τι θα διάλεγα; Εγώ; Καρδιά, Μπασιά! Καρδιά! Εννοείται! Καρδιά! απάντησε ο Διοικητής αιφνιδιασμένος
— Επί τέλους… κατάλαβες, κυρ-Δικιτά! αναφώνησε θριαμβευτικά ο Μπασιάς• θα έρχονταν να λεφτερώσουν την Πόλη και την Άγκυρα όχι από τον Τούρκο, αλλ’ από τον αμετανόητο, Έλληνα ή Τούρκο, που επιμένει στο μαχαίρι και δε θέλει την καρδιά! Αυτό σημαίνει “μαζί σου Μπασιά!” Με το συμπάθειο δηλαδή, εσύ ’σαι δω ο Δικιτής, αλλ’ όταν φώναξες “Καρδιά, Μπασιά! Καρδιά!” ήρθες κι εσύ μαζί μου! Λίγο ακόμα και θα σου πω “Στρατιώτη της καρδιάς… αναφέρσου!” Στη Στάνη του Μπασιά…
— Σκάσε, ρε Μπασιά… που θ’ αναφερόμουν ποτέ εγώ σ’ εσένα! Γιά σκέψου πλάκα που θα είχε! αναφώνησε ο Διοικητής γελώντας δυνατά μαζί με τον υπίατρο και τους άλλους αξιωματικούς που ήσαν παρόντες. Αλλά κουνήθηκε και λίγο από τη θέση του, μην έρθει η ώρα ξαφνικά και του τύχει τέτοιο χουνέρι. Όλα μπορούν αν συμβούν μ’ αυτό το τέρας που έχω μπροστά μου! σκέφτηκε και γέλασε • αυτό δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει.
— Στη Στάνη του Μπασιά… συνέχισε απτόητος ο άλλος, μιλάμε αρβανίτικα κι ελληνικά, ό,τι μας έρθει! Αλλά δε μιλάμε ούτε για Ελλάδα, ούτε για Τουρκία, ούτε γι’ Αρβανιτιά… αν υπήρχε τέτοια χώρα! Μιλάμε για την ανθρωπιά! Πρέπει κάποτε κι αυτή… η ανθρωπιά, ν’ αποκτήσει τη δική της γη… με την Πόλη της, την Αθήνα της και την Άγκυρά της… και, ας μην ξεχνάμε, και τη δική της Στάνη του Μπασιά! Μη λείψουμε κι εμείς, τόσοι νομάτοι! Κρίμα δεν είναι… κυρ-Δικιτά;
Στην τελευταία ερώτησε του Μπασιά κανένας δεν απάντησε. Έγινε βαθιά σιωπή. Και άρχισαν να κοιτάζονται μεταξύ τους οι αξιωματικοί, προσπαθώντας να μαντέψουν τι είχε ‘ακούσει’ ο διπλανός του από τα λόγια του Μπασιά… Μετά, όταν είδαν ότι όλοι τους βρίσκονταν στην ίδια αμηχανία, χαμογέλασαν δειλά, μετά πιο θαρρετά… έγνεψαν ο ένας στον άλλο συνομωτικά… κούνησαν το κεφάλι τους με σημασία… κάποιοι ψιθύρισαν “στη Στάνη του Μπασιά! στη Στάνη του Μπασιά!” και αν τους ρώταγες τι εννοούν ίσως να μην ήξεραν. Όλοι υποκρίνονταν! Σ’ εκείνο το στρατόπεδο τουλάχιστο, εκτός από τον γελοίο και προκλητικό που ήρθε τελευταία, και που δεν είχε προσκληθεί, κανένας δεν ‘ανήκε’. Και το πιο αστείο απ’ όλα… υπήρχε κι ένας κύπριος αξιωματικός, ‘εκπαιδευόμενος εκεί’, μισοεκτοπισμένος γιατί ήταν του ΑΚΕΛ. Τι να του κάνουν;
— Πολύ καλά, Μπασιά! Μπορείς να πηγαίνεις, παιδί μου! είπε στο τέλος ο Διοικητής σπάζοντας τη σιωπή • μας τα εξήγησες πολύ καλά • σ’ ευχαριστούμε!
Κραπ-κρουπ… προσοχή ο Μπασιάς, δίνει τα παραγγέλματα νοερά στον εαυτό του, χαιρετούρα, τυπικότατη στρατιωτική μεταβολή και μ’ ένα “Καληνύχτα σας!” εξαφανίζεται. Κανείς να μην του βρει ψεγάδι! Αυτό ήταν το περιεχόμενο της περηφάνειάς του.
Πλησίαζε το Πάσχα κι έπεσε ο κεραυνός. Θα τους επισκέπτονταν κλιμάκιο υπουργών μ’ επικεφαλής τον ‘αρχηγό, πρωθυπουργό, πρώην αυτοδιορισμένο αντιβασιλέα και τώρα επίσης αυτοδιορισμένο πρόεδρο της δημοκρατίας ταυτόχρονα’• τον κύριο “τρία σε ένα” που έλεγε ο οπλίτης ιατρός και καλά έκαναν και τον μουτζούρωσαν στο Άλφα-Δύο.
— Ες- Ο- Ές, διαχειριστή! είπε σκασμένος ο Διοικητής• κάτι πρέπει να γίνει!
— Σαν τι δηλαδή; Θα μας φέρει ο Μπασιάς καναδυό λαγούς, πέστροφες από το ποτάμι… θα έχουμε ό,τι προσφέρει η υπηρεσία, θα βάλουμε και καμιά κασέτα τσάμικα… μέρα είναι θα περάσει!
— Δήλωσα με υπηρεσιακό ότι φτιάχνω και καλαμωτή! Διακόσια πενήντα μέτρα!
— Ε! Φτιάχ’ τη! Για δεν τη φτιάχνεις;
— Πού ’ν’ τα λεφτά;
— Πού ’ν’ τα λεφτά; Α! Εκείνα που έχανες στη Λέσχη… και λέγαμε πού τα βρήκες;
— Εκείνα που έχανα στη Λέσχη… και λέγαμε πού τα βρήκα! Θα με δανείσεις;
— Πολύ θα τό ’θελα… Αλλά ξέρεις τι μου τραβάει το παιδί; Σπουδάζει! Κι εσύ, αδερφάκι μου, πολύ ξανοίγεσαι με το χαρτί! Πρέπει να προσέχεις!
— Καλά… πήγαινε! Σ’ ευχαριστώ! Μόνο, αν τον δεις, στείλε μου τον υπίατρο.
Σε λίγο εμφανίστηκε ο υπίατρος.
— Στις διαταγές σας!
— Φτιάχνει καλαμωτές ο Μπασιάς;
— Δεν ξέρω… αλλά μου φαίνεται απίθανο να μη φτιάχνει!
— Στείλ’ τον μου!
Σε λίγο είχε έρθει κι ο Μπασιάς.
— Λαμβάνω την τιμήν να σας αναφέρω στρατ…
— Κάτσε κάτω, ρε! Σε ξέρω! Φτιάχνεις καλαμωτές;
— Και με καλάμι και με λυγαριά… και υφαντή και πλεχτή!
— Τι θα πει και υφαντή και πλεχτή;
— Η καλαμωτή με καλάμι μπορεί να γίνει πλεχτή, που είναι πιο χοντρή εκτός αν σκίσεις το καλάμι, αλλά και υφαντή, με στημόνια από σύρμα ή κλωστή, σε όρθιο τελάρο σαν τους αργαλειούς που είχαν οι αρχαίοι… και είναι πιο λεπτή!
— Διακόσια πενήντα μέτρα;
— Και τετρακόσια!
— Διακόσια πενήντα είπα! Τόσα τα μετρήσαμε! Αμολύσου… βρες καλάμι, ρώτα πόσο κάνει κι έλα να μου πεις!
— Με το συμπάθειο, κυρ-Δικιτά! Θες να βάλουμε καλαμωτές στα στυλιάρια που στήσαμε για το Πάσχα;
— Ακριβώς!
— Γιατί τη θες από καλάμι που ανάβει και δε μπορείς να σταθείς από κάτω; Και αν το βρέξεις, στάζει; Βάλε λυγαριά! Πιο ανθεκτική, πιο δροσερή και είναι γεμάτος ο τόπος!
— Και τι ζητάς για όλ’ αυτά;
— Δέκα φαλτσετάκια, θα πάρω πριόνια και τσεκούρι… το ρέο ή την καναδέζα να κουβαλήσουμε τις κλάρες και καμιά δεκαριά φαντάρους!
— Πάλι τα φαλτσετάκια; είπε χαμογελώντας ο Διοικητής.
— Πάλι! απάντησε αναγελώντας ο Μπασιάς, γιατί με τα φαλτσετάκια ό,τι ξύλο έβρισκε το έκανε, εν ριπή οφθαλμού, δίσκο, κανάτι, πιάτο, κουτάλι, κούκλα, καροτσάκι παιδικό, μπισίκι, γαβάθα και ό,τι άλλο φανταστείς. Και στο στρατό καταπιάστηκε και με τον πηλό, αφού βεβαιώθηκε ότι μπορούσε να φτιάξει φούρνο στη στάνη.
— Κι από λεφτά;
— Δεκάρα! Αλλ’ από μέρες… δέκα!
— Έγινε! Κάνε μου τη δουλειά, όπως την είπες… κι εγώ είμαι εδώ!
Κι έγινε η καλαμωτή σε μέρες δέκα, όπως είπε ο Μπασιάς. Και είκοσι χρόνια αργότερα, όσοι περνάνε έξω από το στρατόπεδο, σε μια πόλη που έγινε αγνώριστη στο μεταξύ, όπου όλα άλλαξαν εκτός από τον σιδηροδρομικό σταθμό και την εκκλησία, η καλαμωτή υπάρχει ακόμα. Ίσως να πέρασε κάποτε ο Μπασιάς και να την είδε, εκτός αν όποιος επιστρέφει στη Στάνη του Μπασιά δε βρίσκει κανένα ενδιαφέρον να επιστρέψει σ’ αυτόν τον κόσμο.
«Πώς σου φαίνεται, κυρ-Δικιτά; Σ’ αρέσει;» ρωτάει ο Μπασιάς περπατώντας κάτω από την καλαμωτή δίπλα στον Διοικητή.
«Τέλεια είναι! Τέλεια, παιδί μου! Δε βρίσκω λόγια να σ’ ευχαριστήσω!»
Ήρθε το Πάσχα. Ήρθαν οι ανώτεροι, και οι ανώτατοι, και οι υπουργοί, και ο κύριος “τρία σ’ ένα” που οι κακές γλώσσες λέγανε πως θα γινόταν και αρχιεπίσκοπος αλλά δεν του άρεσαν τα γένια… και τα βρήκαν όλα στην εντέλεια• και φάγανε, και φράθηκαν και ήπιαν και τραγούδησαν και χόρεψαν και είπαν “τόσα χρόνια στα στρατόπεδα… ποτέ μας δεν περάσαμε τόσο καλά!”
Κάποια στιγμή ο Διοικητής, μεθυσμένος από την επιτυχία του, θέλησε να παρουσιάσει και τον Μπασιά στον πρόεδρο, σαν κάτι το αξιοπερίεργο, για να ποικίλει τη διασκέδασή του. Ίσως του φάνηκε και δίκαιο να τον τιμήσει κατά κάποιον τρόπο. Είχε ετοιμάσει και λογύδριο: “Σας παρουσιάζω έναν αρχαίο έλληνα! Αναλφάβητος αλλά ξέρει τα πάντα! Ασπούδαχτος και κάνει τα πάντα!” αλλ’ ο Μπασιάς ήταν άφαντος. Τον ψάξανε παντού… αλλά μάταια.
«Ευτυχώς που δεν του έκανα κουβέντα πριν! Θα γινόμουν ρεζίλι! Μπορεί να ζητούσε να κάνουμε άσκηση δοκιμαστική, να δει αν θα εμφανιζόταν. Μεγάλη προσβολή! Το έσκασε την ώρα που έχουμε τον αρχηγό της χώρας μας εδώ! Ενώ δε λείπει κανένας• ούτε οθωμανός! Θα τον σκοτώσω μόλις τον δω!» είπε αγανακτισμένος στον υπίατρο.
Εκείνος κατάπιε τη γλώσσα του• μόλις είχε παρατηρήσει ότι έλειπαν επίσης ο πόντιος νοσοκόμος του και ο οπλίτης ιατρός. «Ηρεμήστε! Είναι παράξενος και πολύ συνεσταλμένος! Ντροπαλός! Μπορεί να έφυγε ακριβώς γι’ αυτό… για να μην πείτε κάτι για την καλαμωτή του!»
Ο Διοικητής έδωσε τόπο στην οργή και συνέχισε το γλέντι του. Το βράδυ ήρθε στο στρατόπεδο και αναζήτησε τον Μπασιά.
«Στις διαταγές σας, κυρ-Δικιτά!»
Τον αρπαξε από το γιακά τον ταρακούνησε τόσο πολύ και τον έσπρωξε αφήνοντάς τον που κόντεψε ο Μπασιάς να πέσει.
«Πού ήσουν όλο το μεσημέρι, βρε παλιοζαγάρι;»
«Στη λίμνη… εκεί που θα θέλατε να ήσασταν κι εσείς! Είπαμε ‘καρδιά’ και όχι ‘μαχαίρι’. Και οι άνθρωποι αυτοί διαλέγουν πάντα το μαχαίρι!»
«Μπασιά! Αν μου ξανακάνεις κάτι τέτοιο… θα σε πατήσω κάτω!» ούρλιαξε για να μη βάλει τα γέλια.
«Αν κρατάς πάντα καρδιά, όπως είπες και δεν ξελές, σαν τίμιος άντρας… δε με νοιάζει! Πάτα με! Αλλ’ αν κρατάς μαχαίρι δε θέλω ούτε τη χαιρετούρα σου!»
«Είσαι μεγάλο… Ουφ! Άσ’ το, ρε, Μπασιά! Πήγαινε κοιμήσου!»
Αλλά δεν κόλλαγε ύπνος στον Μπασιά. Ο πόντιος απολυόταν έπειτα από δέκα μέρες. Ξαγρυπνούσε ο Μπασιάς και προσευχόταν να μην περάσουν ποτέ αυτές οι μέρες. Αλλά, παρά τις προσευχές του, οι μέρες πέρασαν και οι δυο φίλοι χώρισαν. Και χώρισαν οριστικά και αμετάκλητα• ο ένας θα χανότανε για πάντα στην τότε ακμάζουσα και απορροφώσα εργάτες Γερμανία, και ο άλλος θα κλεινόταν πίσω από τη διπλανή πόρτα του Παραδείσου, δηλαδή στη Στάνη του Μπασιά. Ευτυχώς, τη στιγμή που χώριζαν δεν τα ήξεραν όλα αυτά• ήλπιζαν να ξανανταμώσουν.
Μερικούς μήνες αργότερα, απολύεται και ο οπλίτης ιατρός. Αυτόν θα τον κατάπινε η Αθήνα. Και ο Μπασιάς έμεινε μόνος, αν και γύρω του ήταν πολλοί.
Αλλά ήρθε κάποτε και για κείνον η μεγάλη στιγμή που αγόρασε την περίφημη τσατσάρα… την τσατσάρα με τα εννενήντα εννέα δόντια. Κάθε βράδυ έσπαγε κι ένα και φώναζε “εννενήντα οκτώ έμειναν! εννενήντα επτά έμειναν! εννενήντα έξι έμειναν! εννενήντα πέντε έμειναν! εννενήντα τέσσερις έμειναν! εννενήντα τρεις έμειναν! εννενήντα δύο έμειναν…” και όλο και κατέβαιναν οι μέρες μία μία, μέχρι το “πέντε και μία! τέσσερις και μία! τρεις και μία! δύο και μία! μία και μία… και το ‘απολύομαι επι τέλους!’
Πηγαινοερχόταν και ο έμπορος, περιμένοντας κι εκείνος να τον πάρει. Κι ερχόταν έξω από το στρατόπεδο για να τον δει κι ένα κορίτσι.
Γιατί στο μεταξύ ο Μπασιάς, και αφού είχε αγοράσει την τσατσάρα, κάπου μεταξύ του εβδομήντα και του εξήντα, την είδε στο διπλανό χωριό, δίπλα στη λίμνη, όπου πήγαιναν σκαστοί, με πολλούς άλλους, καβαλώντας στη ζούλα το τρένο. Δυο τρεις ώρες σουλατσάριζαν και πείραζαν τα κορίτσια.
Αλλά του γυάλισε αυτή. Η Γιώτα! «Γιώτα… από το Παναγιώτα!» του εξήγησε.
Κάτι του έλεγε το όνομα… Κύριε των Δυνάμεων! Κόντευα να το ξεχάσω! Γιώτα λένε και τη μάνα μου!
«Γιώτα λένε και τη μάνα μου… αν θες να ξέρεις!» της λέει ξαφνικά, και αφού την είχε συναντήσει περπατώντας πάνω κάτω στ’ ακρολίμνι κάμποσες φορές, και είχαν ανταλλάξει μερικές κουβέντες στα πεταχτά.

«Γιατί μου το είπες σήμερα; Τ’ ότι με λένε Γιώτα… το ήξερες από προχτές!»
«Δε σου είπα ότι τη μάνα μου τη λένε Γιώτα! Άλλωστε δεν έχει σημασία όπως και να τη λένε, γιατί οι γυναίκες στη Στάνη του Μπασιά δεν έχουν όνομα! Του Γιώργου η γυναίκα είναι Γιώργαινα και του Δημήτρη, του Μήτσου δηλαδή, Μήτσαινα!»
«Γιά στάσου, βρε παιδί!» τον αντίσκοψε έντονα η Γιώτα με ύφος ρήτορα που θα έλεγε κάτι σπουδαίο• αλλά δεν είπε τίποτα. Απόμεινε να τον κοιτάει, περιμένοντας να μιλήσει αυτός ξανά.
«Στάθηκα!» είπε ο Μπασιάς, δείχνοντας με τα μάτια ότι κάτι είχε να πει, αλλά δεν το έβρισκε μέσα στο μυαλό του εκείνη τη στιγμή.
«Λοιπόν;» τον ενθάρρυνε, όσο της ήταν δυνατό, η κατατρομαγμένη Γιώτα.
«Δε σου είπα ότι τη μάνα μου τη λένε Γιώτα! Γιατί να κάτσω να σου πω ότι τη μάνα μου τη λένε Γιώτα;»
«Τι μου είπες τότε; Εγώ αυτό άκουσα!»
«Νά ’ναι από το Παναγιώτα κι αυτηνής;»
«Αυτό ήθελες να με ρωτήσεις;»
«Τι άλλο;»
«Μάλλον! Όλες οι Γιώτες που ξέρω εγώ… από το Παναγιώτα είναι!» απάντησε η Γιώτα και κάθησε, σωριάστηκε μάλλον σ’ ένα σκαλάκι για να μη λιποθυμήσει. Πρώτη φορά στη ζωή της, όλα αυτά τα χρόνια, τα δεκάξι και δυο μήνες δηλαδή από τότε που γεννήθηκε, μιλούσε τόσο πολύ με άντρα.
«Άλλο είπα!»
«Εγώ πάντως… δεν το άκουσα! Ίσως να το είπες από μέσα σου κι εγώ δε μπορώ να το μαντέψω. Ξαναπέσ’ το!»

«Είπα: Γιώτα λένε και τη μάνα μου… αν θες να ξέρεις!»
«Α! Τώρα που το λες… σα να το θυμάμαι! Το είπες κι αυτό! Αλλ’ εγώ κόλλησα στο Γιώτα και το ξέχασα!»
«Έπρεπε να κολλήσεις στο αν θες να ξέρεις;»
«Και γιατί;»
«Μήπως τύχει και τη γνωρίσεις! Εκτός αν σού ’ρθει και την πεις αλλιώς!»
«Δηλαδή… πώς να την πω, αφού τη λένε Γιώτα;»
«Ξέρω κι εγώ; Μπορεί να ξεχαστείς… να παρασυρθείς από μένα και να τη φωνάξεις όπως εγώ!» είπε ο Μπασιάς κοιτάζοντας τις αρβύλες του που ήταν σκονισμένες από το πολύ σούτ’τα φέρ’τα στην ακρολιμνιά.
«Κι εσύ… πώς λες τη μάνα σου;»
«Ε… Να… Εγώ τη φωνάζω μάνα!»
«Εγώ; Από πού κι ώς που να τη φωνάξω μάνα; Αφού δεν κατεβαίνει από τη στάνη!»
«Κι αν πας εσύ;»
«Ποιος θα με πάει, ρε Μπασιά;» στρίγγλισε από τη λαχτάρα το κορίτσι• «Δε με αφήνουν να κουνήσω ρούπι από δω, οι δικοί μου! Άσε που φοβάμαι να ταξιδεύω μόνη!»
«Μπορώ να σε πάω εγώ!» κατάφερε ν’ αρθρώσει ο Μπασιάς.
«Εσύ; Μα… πώς! Πρέπει να το πω στα γονικά μου!»
«Και δεν το λές; Κι αν ντρέπεσαι… το λέω κι εγώ!»
«Πέσ’ το… αν σου βαστάει! Θα γίνει ο πατέρας μου θεριό!»
«Τότε… να βάλουμε τον πατέρα μου να του το πει! Του μήνυσα να κατέβει!»
«Τι;»
«Αύριο θα είναι εδώ!»

«Τότε… πάμε στον πατέρα μου να του πεις να τον περιμένει! Μην του τύχει δα καμιά δουλειά και φύγει… Κι έρθει ο πατέρας σου και πει “εγώ έχω το αγόρι και δε με περιμένατε…” και πάθουμε κανα χουνέρι! Σύρε! Βιάσου!»
«Δε σ’ έχει υποσχεθεί αλλού… και δεν το ξέρεις!»
«Κι αν μ’ έχει υποσχεθεί; Εσύ τι κάνεις;»
«Ο λόγος είναι ιερός! Δεν παίρνεται πίσω!»
«Α, έτσι! Κάτσε στ’ αυγά σου, ρε Μπασιά! Μην κάνεις, ρε, τον κόπο! Μην πας στον πατέρα μου καθόλου!» λέει η Γιώτα τρέμοντας από θυμό.
«Ο λόγος δεν παίρνεται πίσω… αλλά δεν τον έδωσα εγώ! Εγώ σε κλέβω! Κανόνισα και τον παπά! Κλεμμένη θα σε πάρω, στεφανωμένη θα σε φέρω πίσω!»
«Άντε! Σύρε, ρε Μπασιά! Τι κάθεσαι; Να προλάβεις τον κύρη μου στο καφενείο!» σκούζει η Γιώτα και τον σπρώχνει, για να κλάψει και να γελάσει δίχως να τη δει.
«Όχι ακόμα!» λέει ο Μπασιάς ψυχρά.
«Γιατί; Σε λίγο θα πάει σπίτι και πρέπει να με βρει εκεί, αλλιώς θα με σκοτώσει!»
«Έχω κάτι ακόμα!»
«Να το ακούσω!»
«Είναι δύσκολη ερώτηση!»
«Μεταξύ μας δεν υπάρχουν δύσκολα πια! Να την ακούσω! Μη με ρωτήσεις αν… σε αγαπώ! Δε θ’ απαντήσω! Ντρέπομαι!»
«Μη θυμώσεις… τουλάχιστο πολύ! Να θυμώσεις τόσο μόνο, που να με συχωρέσεις!»
«Συχωρεμένος ό,τι και να πεις! Εντάξει! Εγώ δε σου θυμώνω!»
«Είσαι π…;»
«Τι θες να πεις;»

«Είσαι… π… αρθένα;»
«Σκάσε, βρε! Τι λόγια είναι αυτά; Δε ντρέπεσαι;» γρυλίζει η Γιώτα με κλεισμένο το λαρύγγι απο χαρά.
«Ρώτησα! Είσαι παρθένα;»
«Αυτό… Ζήτα με πρώτα και κόπιασε μόνος σου να τό ’βρεις! Είμαι πολύ περήφανη για να σου πω!» απάντησε το κοριτσάκι κατακόκκινο από ντροπή.
«Ρώτησα… Δεν έχεις ακουστεί!»
«Το ξέρω! Μας τό ’πε ο παπάς! “Κυρ-Κώτσο,” είπε του κύρη μου, “σου φέρνω συχαρίκια! Ή δίνεις την κόρη σου… ή κρύφ’ την! Θα στην κλέψουν!” Και ο κύρης μου απάντησε: “Έχε την έγνοια σου, παπά, και άσε τη δική μου! Καλώς τους, να κοπιάσουν! Και το πιστόλι μου γεμάτο είναι… και το μαυρομάνικό μου ακονισμένο! Μια κόρη έχω, μύνησέ τους… κι έχω το κούτελο ασυννέφιαστο ουρανό!” Γέλασε ο παπάς και είπε: “Αυτά τα είπα κι όλας! Εσένα θα περίμενα; Αφού τα ξέρω κι εγώ κι ο κόσμος όλος! Άλλο αν έχεις να μου πεις!” “Αυτά κι είναι και πολλά!” είπε ο πατέρας μου και σήκωσε ποτήρι. Τσούγκρισαν και ήπιαν μια ρακή, και σκύψανε ο ένας στου αλλουνού τ’ αυτί και ψούψου-ψούψου λέγανε! Φωνάξαν και τη μάνα μου… Άλλο ψούψου-ψούψου κι αυτή! Αλλά τι λέγανε δεν ξέρω! Εμένα λέγανε μόνο: “Άντε, μωρή! Κούνα τα χέρια σου! Μη χάβεις μύγες! Φέρε μας ρακή!” Κι εγώ έφερνα όλο τη ρακή! Τι άλλο να έκανα; Μου λες;»
«Καλά το έκανες! Αφού ρακή σού ζήταγαν… ρακή τούς πήγες! Να πάω στον πατέρα σου, λοιπόν… να πω για τον δικό μου;»
«Και βέβαια να πας! Και βιάσου! Είναι κι άλλος που με θέλει, μα δεν τον θέλω εγώ!»
Η νέα ‘πληροφορία’ έκανε να φτάσουν οι φτέρνες του Μπασιά στην πλάτη. Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει… βρίσκει τον άνθρωπο στο καφενείο. «Καλησπέρα σας!»
Ο άλλος είχε μάθει τι συνέβαινε με την κόρη του και μόλις είδε τον Μπασιά αγρίεψε, όπως επέβαλε το άγραφο πρωτόκολλο ‘οικογενειακής ευπρέπειας’. «Τι κάνεις εσύ ακόμα δω; Έφυγε το τελευταίο τρένο! Έμεινες αμανάτι!» Είπε, μαλώνοντάς τον δήθεν για κάτι άσχετο, για να μη χαλάσει και η δουλειά.
«Έχε την έγνοια σου… και άσε τη δική μου! Αμανάτι δε μένει ο Μπασιάς! Θα πάω με τα πόδια! Σιγά! Σκάρτη μισή ώρα δρόμος!»
«Δυο είναι… μα τέλος πάντων! Τι με γυρεύεις; Λέγε! Έχουμε τίποτα εμείς οι δυο;»
«Αύριο θα έρθει ο πατέρας μου… και θέλει να σε δει!»
«Ο πατέρας σου να δει εμένα; Καλώς να ορίσει… Αλλά με ξέρει; Τι να με κάνει;»
«Ξέρω κι εγώ; Αλλά εγώ του μήνυσα να έρθει!»
«Ασ’ το, ρε! Σ’ ευχαριστώ! Αν είναι για το κορίτσι… μόλις το έδωσα! Λόγω τιμής!»
«Πέσ’ το και στον πατέρα μου… αν σου βαστάει! Αλλά θα καθαρίσω εγώ! Εμείς είμαστε αρβανίτες! Δε λέμε τ’ ασπρα μαύρα μα και δεν αλλάζουμε τη γνώμη! Ίσια… στραβή, η γνώμη του αρβανίτη δεν γύρισε ποτέ! Είναι σαν τον ουρανό• της γης καπάκι!»
«Αν είναι όπως τα λες…Καλά! Πές του να κοπιάσει! Πότε απολύεσαι;»
«Σε δέκα μέρες!» του πέταξε με μισό στόμα ο Μπασιάς γιατί με το άλλο μισό πάσχιζε να πάρει ανάσα. Μπερδεύτηκε και ξέχασε πως όταν μιλάς δεν ανασαίνεις. Και αφού είπε αυτή την τρομερά δύσκολη φράση “σε δέκα μέρες!” και την τέλειωσε σχετικά αξιοπρεπώς, έκανε μεταβολή κι εξαφανίστηκε δίχως να πει καληνύχτα. Η Γιώτα είχε πάει σπίτι της από ώρα. Ο πατέρας ξέμεινε στο καφενείο και τους κέρασε όλους. Δεχόταν συχαρίκια. Όλοι τον ξέραν τον Μπασιά. «Καλό κορίτσι! Το σωστό να λέγεται! Δίνεις, βέβαια, αλλά παίρνεις κι όλας!» του είπαν μ’ ένα στόμα.
Την επομένη, οκτώ και μία, ήρθε ο πατέρας του φορτωμένος μυζήθρες, τυριά κι ένα καλό ζυγούρι. Πήγανε μαζί στο σπίτι, αλλά δε μίλησε ο γιος. Πατέρας με πατέρα… Ούτε αυτοί μίλησαν• κοιτάχτηκαν, γελάσανε και δώσανε τα χέρια. Η Γιώτα κρυφοκοίταγε και άρχισε να χοροπηδάει τρελά μαζί με την καρδιά της, ενώ η μάνα της έκλαιγε. Φώναξαν και τον παπά. Άργησε γιατί δεν έβρισκε το ράσο του και ήρθε με το αντερί• έχασε και το σπίτι• σα να είχε μεγαλώσει η πόρτα. Και όταν έφτασε με το καλό και σήκωσε ποτήρι, ήπιε δάκρυα με ρακή και μέθυσε. “Τέτοια χαρά! Άμα πέσει δάκρυ στη ρακή, μεθάς! Δεν το ξέρεις;” Μπορεί να δάκρυσαν και οι άλλοι δυο, αλλ’ ήσαν άντρες• γύρισαν το βλέμμα αλλού και δεν είδαν ο ένας τον άλλο• έτσι δε μαθεύτηκε ποτέ η αλήθεια. Τίποτα είναι σίγουρο σ’ αυτόν τον κόσμο. Αλλά δάκρυσε πολύς κόσμος στο χωριό• ευχές με δάκρυα και δάκρυα χωρίς ευχές! Πολλές θέλανε τον Μπασιά• πολλοί θέλανε και τη Γιώτα.
Πέντε και μία! Έγινε το πρωτάκουστο! Κατέβηκε η μάνα του με όλα τ’ αγόρια και όλα τα κορίτσια, ακόμα και με το τρίχρονο μωρό, από τη στάνη.
Δύο και μία! Μεσημέρι. Όλοι ήταν κάτω κι έτρωγαν… όταν ο Μπασιάς βεβαιωνόταν για κάτι που το είχε ρωτήσει αλλά δεν είχε πάρει σαφή απάντηση. Η Γιώτα γύρισε προς τον τοίχο• έκλαιγε και γέλαγε μαζί με το πρόσωπο μέσα στην ποδιά της. Ήταν ντυμένη εννοείται• δεν είχαν ακόμα παντρευτεί! Ο Μπασιάς, ντυμένος κι αυτός, γελούσε και τη φιλούσε. Οι άλλοι κάτω περίμεναν σιωπηλά αλλά με αγωνία. Όχι πραγματική, αλλ’ όπως και να το κάνεις η αγωνία είναι αγωνία! Αν δεν άκουγαν ‘κάτι’ θα ήταν κακό. Άκουσαν! Άκουσαν και βροντήξαν τα πηρούνια αλλά δε ρώτησαν ποτέ γι’ αυτή τη λεπτομέρεια. Ούτε η μάνα της! “Αυτά δεν τα ρωτάνε. Είναι μυστικά του ζευγαριού!”
Μία και μία! Την είδε με το νυφικό. «Όμορφη! Ωραία! Όμορφη! Ωραία!» Έδειχνε να μην κρατιέται. Δεν κρατιόταν… μα τι να κάνει!
«Σκάσε! Συμμαζέψου! Δυο μέρες μείνανε! Αμάν!» του λέγανε όλοι μαζί, εκτός από τη Γιώτα φυσικά. Αυτή, σαν κορίτσι, έδειχνε ότι ‘κρατιέται’. Τι να κάνει;
Την επομένη, με το απολυτήριο στο χέρι, πήγε να τη δει.
Τείχος! «Απαγορεύεται!»
«Λίγο! Μια στιγμή! Δε θα της μιλήσω!»
«Τίποτα! Πάρε δρόμο!» όλοι ξέρανε το γιατί, μα δε θα έλεγαν τη λέξη ‘γρουσουζιά’.
Της δείξανε όμως το απολυτήριο, που είχε μια μικρή ασπρόμαυρη φωτογραφία με μπερέ επάνω, για να χαρεί, κι εκείνη το ακούμπησε στην καρδιά της.
«Συμμαζέψου!» της είπαν και της το πήραν. Το έδωσε, σα να της το ξερρίζωσαν, και άρχισε να κλαίει από χαρά. Αυτό δε μπορούσαν να της το απαγορεύσουν.
Ο Μπασιάς, σαν άντρας, δε θα έκλαιγε. Το ξεπέρασε μπεκρουλιάζοντας με την παρέα και χορεύοντας ώς το πρωί τα πιο ωραία ζεϊμπέκικα της ζωής του. «Πού ’σαι, Γιωρίκα, να με δεις! Απόψε σκίζω!» και… ‘τσαφ’ πάει το ποτήρι. Κι αφού άρχισε, έσπασε πολλά.
Ξημερώματα πήγε κι αυτός για ύπνο σε μια θειά της, όπου είχε καταλύσει όλο το υπόλοιπο ασκέρι. Δεν την ξανάδε παρά το απόγευμα, ντυμένος με τη λαμπρή φορεσιά του γάμου των Μπασιάδων, στα σκαλιά της εκκλησίας. Εκεί του την παραδώσανε λίγο πριν από το γάμο, μα δεν τον άφησαν να τη φιλήσει• όλοι φώναζαν “μετά!” Ο παπάς έψελνε• γελούσε κι έκλαιγε. “Όταν ψέλνεις, το γέλιο δεν πειράζει! Μα όταν κλαις, πάλι μεθάς!”
Το βράδυ κοιμήθηκαν στο σπίτι της, μαζί και μόνοι, στη μεγάλη στολισμένη κρεβάτα, ενώ όλοι οι άλλοι βολεύτηκαν πρόχειρα αλλού. Ξεσπίτωμα… αλλ’ αυτά έχει η ζωή!
Πρωί πρωί έφυγαν όλοι με στολισμένο αμάξι που σφύριζε αδιάκοπα μέχρι να βγουν από τον κάμπο. Άγνωστοι και γνωστοί τούς κατευόδωναν. Άρχισε να σφυρίζει πάλι όταν πλησιάσαν στη Στάνη του Μπασιά, ν’ αρχίσουν τα όργανα και τ’ άλλο πανηγύρι.
Βέβαια δε μάθαμε αν αυτό το πανηγύρι τέλειωσε και πότε. Με δεδομένον τον Μπασιά μπορεί να κρατάει ακόμα. Αυτός γλεντούσε την ουσία της ζωής, τη δουλειά, την προκοπή και την ευθύνη, όχι το περιθώριο και την ανοησία, πριν ακόμα παντρευτεί. Δεν θα το κάνει ακόμα; Αν πας “σα πάνω… στα βουνά!” και ακούσεις λαούτα και βιολιά μέρα μεσημέρι, να ξέρεις: Είσαι στη Στάνη του Μπασιά. Εκεί η ζωή είναι αιώνιο γλέντι.
Δεν υποφέρουν; Υποφέρουν! Δεν αρρωσταίνουν; Αρρωσταίνουν! Δεν πεθαίνουν; Και βέβαια πεθαίνουν! Όπου τα τζάκια, εκεί και οι τάφοι! Αλλά γι’ αυτό η λέξη ‘ζουν’ στη γλώσσα της Στάνης του Μπασιά σημαίνει ‘γλεντούν’!

16/12/06