ΡΗΝΟΥΛΑ
Η Ρηνούλα δεν ήταν ο πρώτος, ούτε ο μεγάλος, ούτε ο ιδανικός έρωτάς μου. Δεν
ήταν καν έρωτας! Ήταν ένα σύντομο, κεραυνοβόλο βίωμα που δεν είχε τίποτα το
επίπλαστο ή προσχεδιασμένο και γι’ αυτό αποτελούνταν μόνο από έκπληξη και
αλήθεια. Έκπληξη και αλήθεια: δυο ποιότητες συνώνυμες της εξιδανίκευσης στον
έρωτα. Αλλ’ όχι μόνο! Υπάρχει κι ένα τρίτο στοιχείο που δίνει ουσία και νόημα
στ’ άλλα δυο. Είναι η χαρά.
Τη συνάντησα ένα κρύο, ψιλοβροχερό, δυσάρεστο βράδυ, λίγο πριν από τις δέκα, στη
μεγάλη κεντρική είσοδο του σχολείου μας, στην οδό Σίνα, έξω από τη δίφυλλη πόρτα
με τις πλακέτες που από τη μια έχουν γάλλους και από την άλλη έλληνες μεγάλους
συγγραφείς, και που τότε χρησιμοποιούνταν καθημερινά.
Είχε στριμωχτεί κάτω από το πρόθυρο προσπαθώντας μάταια να προστατευτεί από το
ψιλόβροχο κι έτρεμε από το κρύο διότι το αγι΄ζι έφερνε όλο το νερό πάνω της. Το
πρόσωπό της ήταν άσπρο και τα χείλια της μαβιά.
«Τι κάνεις εδώ;» ρωτάω πιο πολύ έκπληκτος παρά συμπονετικός.
«Περιμένω τη μαμά μου!» απαντάει με ύφος που δε επέτρεπε να το θεωρήσεις το πιο
ευτυχισμένο παιδί του κόσμου.
«Κι αν αργήσει; Θα ξυλιάσεις!»
«Έπρεπε να είναι εδώ!» είπε μέσα από τα δόντια της που χτυπούσαν ανεξέλεγκτα και
ακούγονταν πιο πολύ από τη φωνή της.
Ήταν πολύ καλά ντυμένη βέβαια, μ’ ένα καταπληκτικό ανοράκ, ενώ εγώ φορούσα δυο
μάλλινες μπλούζες ‘πλεγμένες από τα χεράκια της μαμάς μου’, αλλά το πρόσωπο τα
χέρια και ειδικά τα πόδια της ήταν πιο εκτεθειμένα από τα δικά μου. Τότε τα
κορίτσια δε φορούσαν παντελόνι στο σχολείο. Ακουγόταν ακόμα το τραγούδι για
κείνη την τολμηρή έως ρηξικέλευθη Βαλεντίνα της δεκαετίας του τριάντα που άφησε
εποχή: “έγινες και σωφερίνα. Κι όπως πας σε λίγα χρόνια θα φορέσεις παντελόνια…”
«Να σου κάνω παρέα μέχρι να έρθει; Αλλά δε μπορώ να μείνω πολύ! Θα με μαλώσει η
μάνα μου!»
«Καλύτερα όχι… Μπορεί να με μαλώσει κι εμένα αν σε δει. Κάνει και κρύο…»
Όλα αυτά ήταν αλήθεια. Και η μάνα μου θα με μάλωνε, τότε σπάνια τύχαινε να
βρεθούμε έξω το βράδυ μετά από τις δέκα, και η μάνα της θα τη μάλωνε πως έπιασε
κουβέντα μ’ έναν άγνωστο. Τότε ήταν εξ ορισμού ‘άγνωστος’ όποιον δεν ήξερε η
μαμά. Αλλά το βλέμμα της μαρτυρούσε ότι, παρ’ όλα αυτά, θα ένιωθε καλύτερα αν
είχε και κάποιον κοντά της. Το ένιωσα κι έμεινα εισπράττοντας ένα αδιόρατο
χαμόγελο αγαλλίασης και ικανοποίησης. Ήταν άλλωστε μια καλή ευκαιρία να φανώ κι
εγώ λίγο ήρωας, τουλάχιστο στον εαυτό μου• διότι χρειαζόταν πραγματικός ηρωισμός
για ν’ αντιμετωπίσω το θυμό της μάνας μου με δική μου επιλογή μάλιστα.
Αγνοώντας, λοιπόν, τη βροχή που έσταζε στα γόνατά μας, τις μαμάδες και τα
μαλώματα… καθήσαμε στα σκαλάκια, κι εννιά εκείνη, δεκάξι εγώ, αρχίσαμε να
ζεσταινόμαστε από την κουβέντα, τόσο που σε λίγο δε θα θέλαμε ποτέ να έρθει
‘αυτή η μαμά’. Είχαμε ευτυχήσει αλλά δεν το ξέραμε• ή για να το πούμε πιο σωστά,
είχαμε ευτυχήσει ακριβώς επειδή δεν το ξέραμε και δε φοβόμαστε ότι ‘θα
τελειώσει’. Η μαμά της θα ερχόταν, όπως ήρθε έπειτα από λίγο, με μάλωσε και η
μάνα μου ανόρεχτα για να ‘τηρήσει τους τύπους’ αλλά την αγαλλίαση εκείνων των
λίγων λεπτών που ξέχασα όλα τα προβλήματα που συνεπάγεται η ύπαρξή μου στον
κόσμο τη νιώθω ακόμα, και αντλώ ακόμα από αυτήν όταν με κατατρύχουν ή απειλούν
να με συνθλίψουν επικαιρικά και πρόσκαιρα συναίσθηματα.
«Έτσι την περιμένεις κάθε βράδυ;»
«Πολύ σπάνια! Συνήθως τη βρίσκω να με περιμένει! Αλλά δεν είναι μόνο το κρύο που
είμαι έτσι. Είμαι στενοχωρημένη γιατί ο δάσκαλος των γερμανικών μού έδωσε ένα
γράμμα για τη μαμά μου, και μου τόνισε πάνω από είκοσι φορές να μην το πειράξω!
Τι να της γράφει άραγε;»
«Έκανες τίποτε;»
«Όχι βέβαια… απ’ όσο ξέρω τουλάχιστο. Και είμαι και πολύ καλή!»
«Τότε;»
«Ποιος ξέρει;»
«Μπορώ να το δω;»
«Το γράμμα; Γιατί;»
«Εγώ τα καταλαβαίνω τα γράμματα αν είναι καλά ή κακά από το φάκελο!»
«Αλήθεια; Δές τον!»
Ο φάκελος, εξαιρετικά πολυτελής, ήταν ανοιχτός και περιείχε μια δίγλωσση
πρόσκληση σε πανάκριβο, και γι’ αυτό εξαιρετικά ευαίσθητο, σατινέ χαρτί,
γερμανικά και ελληνικά, για μια χορωδιακή συναυλία που θα γινόταν στη Γερμανική
Ευαγγελική Εκκλησία που βρισκόταν λίγα μέτρα πιο πάνω, σχεδόν απέναντί μας. Τη
διαβάσαμε και βάλαμε κι οι δυο τα γέλια.
«Κάνεις και γερμανικά;»
«Τι να κάνω; Το μισό μου χρόνο σχεδόν τον περνάω στην Ελβετία!»
Γκρίνιαζε για κάτι για το οποίο εγώ τη ζήλεψα αφάνταστα. Από κείνη τη στιγμή
έβαλα δυο στόχους να μάθω γερμανικά και να ‘πάω στο εξωτερικό’! Το Ισραήλ δε
θεωρούνταν ‘εξωτερικό’ σ’ εμάς και το ‘εξωτερικό’ ήταν τότε κάτι λιγότερο από
άπιαστο όνειρο. Χρειάστηκε να γίνω φοιτητής για να βγω από την Ελλάδα• και η
πρώτη μου έξοδος, εκτός του Ισραήλ, ήταν όντως στη Γερμανία.
«Παίζεις φλογέρα;» είπα ξαφνικά για ν’ αλλάξω κουβέντα.
«Παίζω πιάνο… μαθαίνω δηλαδή! Έχουμε ένα μεγάλο πιάνο κι ένα μικρό! Αλλά στο
μεγάλο παίζει μόνο η μαμά, όταν έχουμε ξένους, και αν έρθει κανένας σπουδαίος
πιανίστας! Εγώ μαθαίνω στο μικρό• το ίδιο είναι δηλαδή μόνο που είναι όρθιο!
Αλλά η δασκάλα μου είναι πολύ γριά και φάλτσα• άλλα παίζει και άλλα τραγουδάει!»
Με χέρια παγωμένα πιο πολύ από αυτά που άκουγα παρά από το κρύο, έβγαλα μια από
τις φλογέρες μου, το ένα από τα δύο ωραιότατα ξύλινα recorder της Horner,
soprano και basso, που είχα τότε, και της έπαιξα κάτι. Ενθουσιάστηκε.
«Είμαι καλός;»
«Εξαιρετικός!»
Αυτή η ενθάρρυνση μού κόστισε δέκα περίπου χρόνια προσπαθειών να κάνω κάτι για
το οποίο δεν είχα ιδιαίτερη κλίση, και γύρω στα εικοσιπέντε μου το εγκατέλειψα.
Αλλ’ αυτό δεν το ήξερα τότε κι ήμουν πανευτυχής κάνοντας μι-σολ-ντο σε τρίλιες
και φαντάστηκα τον εαυτό μου μαέστρο.
Μετά από δέκα ώς δεκαπέντε περίπου λεπτά, αφού εξάνλησα το ρεπερτόριό μου, της
πρότεινα να της πω ένα παραμύθι. Δέχτηκε. Από έλλειψη φαντασίας ίσως ή από
‘ασύγνωστη προχειρότητα’, άρχισα την Κοκκινοσκουφίτσα.
Όταν κατάλαβε ότι θα της έλεγα την Κοκκινοσκουφίτσα έβαλε τα γέλια αλλά δεν είπε
τίποτα. Ένιωσα από το ύφος της ότι με κοροϊδεύει, αλλ’ είχα αρχίσει και ήταν
ζήτημα τιμής για μένα• με θεωρούσαν ‘παραμυθά’. Οπότε, μόνο και μόνο για να την
εντυπωσιάσω, περιόρισα τη διήγηση στο ελάχιστο κι έκανα παντομίμα με τη βοήθεια
της φλογέρας. Τη φωνή της μαμάς που συμβουλεύει το κοριτσάκι “να μην πάει από το
δάσος”, το ανέμελο περπάτημα της Κοκκινοσκουφίτσας, τα πουλιά που της
καλαηδούσαν “τι ωραίο που είναι το κόκκινο σκουφάκι σου” τα λουλουδάκια που την
παρέσυραν τραγουδώντας “τι ωραία που είναι τα κόκκινα παπουτσάκια σου”, την
ελαφίνα που ζήλεψε το κόκκινο φουστανάκι της, το σκιουράκι που έβαλε στο μάτι τα
καρύδια που είχε στο καλαθάκι της, τις δόλιες σκέψεις του λύκου που τη βλέπει
από μακριά και γλείφεται, τη γλυκερή φωνή με την οποία προσπαθεί να τη δελεάσει,
την άφιξή της στο παλιό πέτρινο σπιτάκι της γιαγιάς με τη μεγάλη καμινάδα, το
χτύπημα στην πόρτα, το γνωστό διάλογο “γιατί τ’ αυτιά σου είναι τόσο μεγάλα…”,
το παραλίγο ‘φάγωμα’ της μικρής, την παρέμβαση του κυνηγού και την απελευθέρωση
της γιαγιάς. Τον λύκο δεν τον σκοτώσαμε• τον αφήσαμε να φύγει. Δε χωρούσαν
αίματα και φονικά στη ‘σχέση’ μας.
Πάνω περίπου στην προτροπάδην φυγή του λύκου, ο οποίος παρά την υπόσχεση που
έδωσε κάτω από την απειλή του όπλου του κυνηγού ότι “δε θα ξαναπλησιάσει τη
γιαγιά”, μόλις βρέθηκε σε απόστασης ασφαλείας απείλησε ότι “θα ξαναγυρίσει την
επομένη”, έφτασε και το ταξί με τη μαμά. Ίσως μας είχαν δει από πριν και
στάθηκαν λίγο πιο κάτω για να δουν τι κάνουμε ή για να μη διακόψουν την
παράσταση.
Η Ρηνούλα, μόλις είδε τη μαμά της, κοκκίνισε ακόμα περισσότερο, γιατί είχε
κοκκινίσει ήδη από την παρέα και, μ’ ένα βλέμμα που δεν έλεγε ούτε πολλά ούτε
λίγα, μου πέταξε μια σκληρόκαρδη και αδιάφορη ‘καληνύχτα’ και χώθηκε στο ταξί.
Τόσο σκληρή και αδιάφορη που με άφησε άναυδο. Αλλά εγώ την είχα αγαπήσει πάρα
πολύ για να θυμώσω. Τη στιγμή που επιβιβαζόταν, άκουσα τη μάνα της να τη ρωτάει,
με φωνή που μόνο καλοσύνη κι ευχαρίστηση δεν έδειχνε: “Ποιος είναι αυτός;” Την
απάντηση δεν την άκουσα φυσικά γιατί δόθηκε μέσα στο ταξί.
Την επομένη και όλες τις επόμενες ημέρες, έγιναν τα ίδια, με τον Πέτρο και το
Λύκο, δική μου παραλλαγή, καραγκιοζίστικα σκετσάκια προσαρμοσμένα για την
περίσταση και ό,τι άλλο φανταστεί κανείς. Αλλά… έφτασε το σάββατο και η κυριακή.
Τότε δούλευαν το σάββατο αλλά το σχολείο μας έκλεινε από το μεσημέρι και μετά.
Το σάββατο δεν τη σκέφτηκα ιδιαίτερα μέχρι το βράδυ, που μοιραία δεν υπήρχε
συνάντηση. Αλλά την Κυριακή… Τότε δεν είχα ακούσει ακόμα τη ‘Συννεφιασμένη
Κυριακή’ αλλ’ αν με συναντούσε ο Τσιτσάνης σίγουρα θα την ξανάγραφε για μένα.
Εκείνο το ‘Κυρια-’ με την πεταστή, εξέφραζε ακριβώς τη διάθεσή μου. Τη Δευτέρα…
άλλη λαχτάρα! Δεν την είδα καθόλου! Την πήρανε νωρίς, και κόντεψα να τρελαθώ.
Είχα ετοιμάσει ένα σωρό πράγματα. Αλλά την Τρίτη αποζημιώθηκα με το παραπάνω.
Μόλις με είδε, μου έσκασε ένα φαρδύ φαρδύ χαμόγελο και μου είπε: “Επιτέλους! Όλη
την ημέρα σήμερα δε σκέπτομαι παρά πότε θα σε δω για να μου κάνεις αστεία!
Μακάρι ν’ αργήσει λίγο η μαμά μου!”
Κι έκανε ψόφο. Έτρεχαν οι μύτες μας και τα χνώτα μας άχνιζαν ακόμα και με τον
ισχνότατο λαμπτήρα του δρόμου, το μόνο φως που υπήρε εκείνη την ώρα. Μιλούσαμε,
γελούσαμε… και ξαφνικά σωπαίναμε, κοιταζόμασταν και ξαναρχίζαμε. Καταφέρναμε να
ξεχνάμε την επικείμενη ‘έλευση της μαμάς’ ή δε μας ένοιαζε εκείνη τη στιγμή
όποιος κι αν ερχόταν! Λάμπανε τα μάτια μας απλώς που κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο.
Ένιωθα τόση χαρά που ήθελα να ξεφωνίσω. Η Ρηνούλα γελούσε ακόμα κι όταν
στεκόμουν και προσαπαθούσα να σκαρφιστώ τη συνέχεια. Στο τέλος ‘έσπασε’ και τη
στιγμή που το γουρουνάκι άρχιζε να χοροπηδάει από χαρά, αυτός ήμουν εγώ,
παρακολουθώντας το λύκο ν’ απομακρύνεται, απογοητευμένος και κατσούφης, δηλαδή
πάλι εγώ, από το πέτρινο σπιτάκι του που άντεξε και τους έσωσε, ούρλιαξε ‘γούπι!’
Τί ’ταν να φωνάξει γούπι; Δυστυχώς η απόλυτη ευτυχία συμπίπτει μερικές φορές με
την πιο κακή στιγμή. Εκείνη τη στιγμή έφτασε η μάνα της, η οποία την έχωσε στο
ταξί με σπρωξιές και, αφού μου έριξε το πιο μοχθηρό βλέμμα που διέθετε, είπε
αρκετά δυνατά για να την ακούσω κι εγώ: “Δε σε στέλνω σχολείο για ν’ αλητέψεις
και να ξεφωνίζεις μέσα στους δρόμους! Σε λίγο μπορεί να σε δω και στο τρένο να
χορεύεις μαζί με τα τσιγγανάκια!”
Εγώ το πήρα κατάκαρδα. Όχι μόνο προσβλήθηκα αλλά φοβήθηκα ότι δε θα την
ξαναφήσουν να περιμένει. Αλλά το επεισόδιο δεν είχε διαφορετική συνέχεια. Μετά
από μερικές μέρες με πλησίασε η μάνα της. Είχε ξεψαχνίσει την κόρη της και έμαθε
ότι έμενα στην Πλάκα, ρώτησε και στο σχολείο, όπου γενικά με θεωρούσαν ‘άψογο’,
ιδιότητα που διατήρησα τρία τέσσερα χρόνια ακόμα… Το σπίτι τους ήταν κοντά στην
πλατεία Ρηγίλλης. «Δε μου τη φέρνεις εσύ… να μην έχω και την έγνοια της; Πάνω
στο δρόμο σου είναι!» μου είπε.
«Ευχαρίστως!» απάντησα ενθουσιασμένος που πέτυχα μια κάποια ‘αναγνώριση’.
Έτσι για μια εβδομάδα… ίσως χρειάστηκαν δυο, η Ρηνούλα κι εγώ, χεράκι χεράκι,
κατεβαίναμε τις κατηφόρες του Λυκαβηττού και τα λέγαμε στο δρόμο. Άρχισε κι
εκείνη να μου λέει παραμύθια. Την άφηνα στο σπίτι της κι έφευγα, εκτός αν έβρεχε
ή αν έκανε πολύ κρύο, οπότε έμπαινα για λίγο στην είσοδο να συνέλθω. Δεν το
χρειαζόμουν υποθέτω αλλά παρατείναμε έτσι το ‘ραντεβού’. Στο τέλος έμενα κανένα
μισάωρο κάθε φορά, μέχρι που έρχόταν η μάνα της και τη μάζευε. Αν έκανε
πραγματικά κρύο, μ’ έπαιρνε πάνω και μου έκανε τσάι με βουτήματα. Παρά το δέλεαρ
των βουτημάτων, εξαιρετική πολυτέλεια εκείνη την εποχή, ντρεπόμουν• μου φαινόταν
σαν ελεημοσύνη και το απέφευγα γιατί από το ύφος της δε θα της έδινα το “Βραβείο
του Φιλόξενου Πνεύματος”. Αλλά πώς ν’ αντισταθείς στη Ρηνούλα που παρακαλούσε με
τα μάτια… ‘λίγο ακόμα! λίγο ακόμα!’ Και δεν είχε παράσταση φυσικά. Απλώς με
κοίταζε να πίνω το τσάι και να καταβροχθίζω τα βουτήματα, γιατί όταν άρχιζα…
ξεχνούσα τη ‘ντροπή’. Ήμουν ‘χορτάτο’ παιδί, αλλά στερημένο από πολυτέλειες.
Όταν τέλειωνε το τσάι και ήταν ώρα να φύγω, η μάνα της μου άνοιγε την πόρτα, ενώ
εκείνη στεκόταν δυο μέτρα πιο πίσω και σκύβοντας αριστερά ή δεξιά προσπαθούσε να
με δει άλλη μια φορά πέρα από τον όγκο της μάνας της που έκλεινε την πόρτα πίσω
μου.
Μέρα με τη μέρα οι ‘κάθοδοι’ από τη Σίνα προς τη Ρηγίλλης έγιναν πραγματικό
πανηγύρι. Κατεβαίναμε πιασμένοι χέρι χέρι, χοροπηδώντας και τραγουδώντας.
Συνήθως αρχίζαμε με το ‘ότσι τσόρνιγιε’ και συνεχίζαμε με άλλα, κάθε προέλευσης
τραγούδια, αλλά το πραγματικό γλέντι έγινε από τότε που μάθαμε το “Τι σου βρήκα,
τι σου βρήκα και σε τέτοια κάψα μπήκα, τι σου βρήκα... Τι σου βρήκα και
χτυπιέμαι κι απορώ χωρίς σκοπό... κι όσο πιο πολύ ρωτιέμαι, τόσο φώς μου σ’
αγαπώ!” με το οποίο αναστατώναμε τις πολυκατοικίες νυχτιάτικα και μας φώναζαν,
οπότε την επομένη αλλάζαμε στενό. Άλλοτε κατεβαίναμε πιο ήσυχα απαγγέλλοντας
ποιήματα ή, και το ‘αγαπημένο μου’ εκείνης της εποχής, τον Όμηρο στο πρωτότυπο.
Εγώ είχα μάθει καμιά διακοσαριά στίχους ενώ η Ρηνούλα σταμάτησε στο “πυραί
νεκύων καίοντο θαμειαί” όταν της είπα ότι στον Όμηρο το οριστικό άρθρο είναι
κυρίως δεικτικό μόριο και ότι συνήθως τα ρήματα δεν έχουν αύξηση• αρνήθηκε να
δεχτεί ότι είναι ‘καίντο’ και όχι ‘εκαίοντο’. Ο μέντοράς μου ο ‘Θάνος’,
γέροντας, δηλαδή γύρω στα σαράντα τότε, αλλά σοφός, που ήξερε τους τραγικούς και
πάρα πολλούς νεοέλληνες, γάλλους και γερμανούς ποιητές απ’ έξω και ο οποίος μ’
έμαθε τα πρώτα μου γερμανικά με το πασίγνωστο τότε και τώρα ξεχασμένο: “Punkt,
Punkt, Komma, Schtricht, vertig ist jeztz das Gesicht” επέμενε ότι “τα κείμενα
τα μαθαίνουμε πρώτα ει δυνατόν απ’ έξω, και μετά ασχολιόμαστε με τις σημασίες
των λέξεων, τα γραμματικά και τα συντακτικά τους.” Η μέθοδός του δε με ξάφνιασε.
Την ήξερα εμπειρικά, όχι διατυπωμένη, και την αναλύω αλλού αναφερόμενος σε
προγενέστερους δασκάλους μου την προσωπικότητα των οποίων ονομάζω συλλήβδην
“Ραμπί Αρτσγιά”.
Καμιά φορά, όταν τύχαινε να έχουμε κανένα πεντάλεπτο περίσσευμα, κατεβαίναμε
μέχρι το Ζάππειο. Η Ρηνούλα αναρωτήθηκε γιατί το ‘Ζάππειο’ γράφεται με δύο ‘π’.
“Προφανώς ο Ζάππας που το έχτισε γραφόταν με δύο π,” απάντησα, αλλ’ αυτό
μετέθετε απλώς το πρόβλημα. Η Ρηνούλα ήταν της γνώμης ότι θέλησε να μακρύνει το
ονομά του για να του προσδώσει κύρος. “Ενώ τα δικά μας, τα τετρασύλλαβα και δεν
το χρειάζονται! Είναι και παροξύτονα! Όλα τα επώνυμα είναι παροξύτονα!” έβγαλε
το συμπέρασμα. “Το ‘Παπαδόπουλος’ δεν είναι!” παρατήρησα. “Θα κράτησε τον τόνο
στο ‘δο’ γιατί προφανώς προέρχεται από το παπαδόπαις!” απάντησε.
Είχε τότε μόλις κυκλοφορήσει το δίγλωσσο Poésie Russe της Τρουαγιέ, και είχα
παθιαστεί με το “Ατκάς”, ‘Άρνηση’, γράφεται ‘οτκαζ’, του Χλέμπνικοφ. Η Ρηνούλα
ήξερε άπταιστα ρωσικά από τη γιαγιά της• εγώ ήξερα λιγότερα από ‘άλλη αμαρτία’.
Σταματάμε λοιπόν κάποια στιγμή μπροστά στο φρουρό της σοβιετικής πρεσβείας, που
τότε ήταν στην Ηρώδου του Αττικού, έναν άσχετο βαριεστημένο και ψιλονυσταγμένο
αστυφύλακα που δεν έφταιγε σε τίποτα, και του λέμε μαζί: “Μιε γκαράζντα
πριγιάτνιεγε σματρέτς να σβέζντι τσεμ παντπίσιβατς σμιέρτιι πριγκαβόρ – Προτιμώ
να κοιτάω τ’ άστρα παρά να υπογράφω θανατικές καταδίκες!” Μας κοιτάει ο
ανθρωπάκος καλά καλά, κάνει μια χειρονομία για να μας σταματήσει και λέει στα
ελληνικά: “Μέσα είναι ούλοι... αλλά δε νομίζω πως θα σας ανοίξουν τέτοια ώρα!”
Τον χαιρετίσαμε με νεύματα και αποχωρήσαμε σιωπηλά γιατί φοβηθήκαμε μην
καταλάβει ότι ξέρουμε ελληνικά και μας δείρει. Ξεσπάσαμε σε γέλια είκοσι μέτρα
πιο κάτω. Γελούσαμε το ίδιο όποτε που το θυμόμασταν, αλλ’ όταν περνούσαμε από
κει πηγαίναμε ακροποδητί, κρατώντας και την ανάσα μας, κολλημένοι στη μάντρα του
Εθνικού Κήπου.
Αλλά τα επάρατα σαββατοκύριακα έρχονταν το ένα μετά το άλλο. Θλίψη και κατήφεια
από τη μια… θλίψη και νευράκια από την άλλη, αγνοούμενες όμως αμοιβαίως. Δεν
έμαθα ποτέ τι συνειδητοποιούσε η Ρηνούλα• εγώ λαχταρούσα, έτσι νόμιζα, απλώς να
κατέβω από τη Σίνα στο Ζάππειο τραγουδώντας και κάνοντας πλάκα στη διαδρομή.
Τότε δεν ήξερα ότι λαχταρούσα τη Ρηνούλα• το έμαθα αργότερα όταν προσπάθησα να
κάνω το ίδιο μ’ ένα άλλο κοριτσάκι, που εξεπλάγη με τη φασαρία που έκανα και δε
με ξαναπλησίασε. Το Σάββατο το βράδυ δεν άνοιγα βιβλίο και την Κυριακή έμενα στο
κρεβάτι κι έκανα τον άρρωστο μέχρι να μου βάλει η μάνα μου θερμόμετρο και να
διαπιστώσει ότι δεν έχω πυρετό, οπότε με δυο ξυλιές και δυο φωνές με πέταγε από
το κρεβάτι. Αλλά δε μπορούσε να μου επιβάλει να έχω κέφι.
Στο άλλο σπίτι γινόταν κάτι ανάλογο, αλλ’ αντιμετωπιζόταν μάλλον με περισσότερη
ευαισθησία. Τελικά, κάποιο από αυτά τα σαββατοκύριακα η μητέρα της πήρε την
καταπληκτική πρωτοβουλία να πάρει στο τηλέφωνο τη δική μου.
Πενταψήφια ήσαν τα νούμερα τότε! Η Ρηνούλα ήξερε το δικό μου γιατί
τηλεφωνιόμασταν συχνά και κουβεντιάζαμε, επειδή της άρεσε “να μιλάει μαζί μου
πιο πολύ απ’ όλες τις φιλενάδες της”. Τελικά ανακάλυψε ότι όλες είχαν παράπονα•
την έπαιρναν κι έβρισκαν το τηλέφωνο κατειλημμένο.
Και μια Κυριακή λίγο μετά από το μεσημεριανό, ξαφνικά και αναπάντεχα έφτασε το
τηλεφώνημα από τη μητέρα της. «Κυρία… χαίρετε! Ελπίζω να μη σας ενοχλώ και να μη
σας διακόπτω από κάτι σημαντικό! Αχ! Τι θα τους κάνουμε αυτούς τους δυο; Η κόρη
μου έπαθε κατάθλιψη και είναι μόνο εννιά! Σκεφτείτε τι θα μου κάνει όταν γίνει
έντεκα!» λέει μόλις η μάνα μου σήκωσε το τηλέφωνο.
Η μάνα μου έχασε τη φωνή της για μια στιγμή. Μια άγνωστη γυναικεία φωνή της
έλεγε ακατανόητα πράγματα. Ήταν εξαιρετικά εκρηκτικός τύπος και γρήγορα την
έκπληξη τη διαδέχτηκε η οργή, που δεν πρόλαβε ευτυχώς να εκδηλωθεί πλήρως,
έμεινε στο στάδια του συνοφρυώματος, γιατί φαίνεται ότι διέκρινε στον τόνο της
γυναίκας που της μιλούσε κάποιο σκωπτικό τόνο, που την καθησύχασε κάπως. Η μάνα
μου είχε για τον κόσμο που την περιέβαλλε ‘αντίληψη λύκαινας’ σύμφωνα με την
οποία “όλοι οι εκτός οικογένειας είναι δυνητικώς εχθροί”• και ήταν ικανή να
θυσιαστεί κυριολεκτικά και μεταφορικά για την οικογένειά της. Αλλά ήξερε να
φέρεται ‘διπλωματικά’ όταν το επέβαλλαν οι περιστάσεις, αλλά μόνο τότε. Ούτε
είχε ευαισθησίες, να δει ή να σκεφτεί έστω αν έχω κατάθλιψη ή όχι. Ακόμα και
πραγματικά άρρωστος αν ήμουν προσπαθούσα να το κρύψω, διότι ή δεν την έπειθα και
με ταλαιπωρούσε περισσότερο για συμμόρφωση ή την έπειθα κι έμπαινα υπό το ζυγό
της υπερπροτασίας διανθισμένο με αδιάκοπο κατσάδιασμα διότι έφταιγα πάντα για
κάτι, ζυγό βαρύτερο και πιο οδυνηρό όχι μόνο από την αρρώστια αλλά και από τη
σκλαβιά. Αν ήμουν κρυωμένος με φρόντιζε όσο δεν έπαιρνε άλλο, γογγύζοντας
υπερβολικά ενώ μ’ έβριζε ότι “δεν προσέχω για να τη βασανίζω”. Δεν έλεγε καν
“δεν προσέχεις και με βασανίζεις” αλλά “δεν προσέχεις για να με βασανίζεις.”
Έτσι, για να επιστρέψω σ’ εκείνο το πρώτο τους και τελευταίο τηλεφώνημα, η μάνα
μου αντί να προσπαθήσει να καταλάβει τι ακούει, οπότε πιθανώς θ’ αντιλαμβανόταν
ότι πρόκειται για χαριτολόγημα, αγρίεψε. Ευτυχώς που τη συγκράτησε η περιέργεια
και δε μίλησε άσχημα από την αρχή. Δεν ήξερε τίποτε για τη Ρηνούλα κι έπεσε από
τα σύννεφα. Μέχρι να συνέλθει και να καταλάβει τι συμβαίνει, έκανε διάφορες
σκέψεις, όπως “ό,τι και νά ’ναι… εννιά χρονώ δεν πιάνει” και ησύχασε κάπως, ενώ
της φαινόταν εντελώς απίθανο να έχω κάνει ‘κάτι κακό’ μ’ ένα τόσο μικρό
κοριτσάκι, που δε θα μπορούσε να με παρασύρει• διότι κατά την άποψή της εγώ θα
ήμουν πάντα αθώος και “μόνο αν με είχαν παρασύρει, θα μπορούσα το κάνω!” Και όλα
αυτά είχε την αφέλεια ή την αναίδεια να τα ξεφουρνίσει στη μητέρα της Ρηνούλας
αργότερα. Αλλά, μάνα μου ήταν• και τη μάνα του δεν την αλλάζει κανείς.
«Η κόρη σας εννιά και ο γιός μου δεκαπέντε στα δεκάξι! Τι θα πει τι θα τους
κάνουμε; Τι εννοείτε;» ρώτησε με φωνή άγρια αν και συγκρατημένη παρ’ όλη την
προσπάθεια να συγκαλύψει την πραγματική της διάθεση κι ένα ύφος τόσο σκληρό και
σκαιό, που ήταν ευτύχημα ότι οι συνομιλήτριά της δεν την έβλεπε.
Εκείνη ένιωσε την ‘αύρα’ που απέπνεε, κατάλαβε την αιτία κι έβαλε ευτυχώς τα
γέλια. Αν και δεν ήξερε με ποιον έχει να κάνει… αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να
σταθεί η μάνα μου και να σκεφτεί αντί να την πάρει φαλάγγι. «Μα… τι είναι δυνατό
να εννοώ; Για τα παιδιά; Αστείο πράγμα! Απλώς, έλεγα ότι αν είχατε χρόνο και δεν
αναπαύεστε ιδιαίτερα το μεσημέρι, να περνούσατε λίγο από δω να πιούμε ένα καφέ,
να παίξουν και τα παιδιά να τους φύγει το μαράζι. Δε μένουμε μακριά… πίσω από
τον Εθνικό Κήπο είμαστε, ακριβώς απέναντι από την Πυροσβεστική!»
Όταν άκουσε η μάνα μου “πίσω από τον Εθνικό Κήπο”, τη διεύθυνση και το “απέναντι
από την Πυροσβεστική” κόντεψε να της πέσει το ακουστικό από το χέρι.
Αναλογίστηκε για λίγο τα οικονομικά μεγέθη, αλλά με τον τουπέ της γιαγιάς που
είχε πάρει λίγο fleur d’ Égypte ως μαθητευομένη σε μια μεγαλομοδίστρα της
Αλεξάνδρειας πριν από την άτυχη για κείνη έμπνευση να παντρευτεί τον κάπως
άξεστο, αλλά ήρωα του πολέμου της Ανατολικής Ρωμυλίας παππού μου, αποφάσισε να
πάει. Ως κουτσομπόλα ολκής από φύση, συνήθεια, κληρονομικότητα και μίμηση δε θά
’φηνε με τίποτα να πάει χαμένη η ευκαιρία του να μπει σ’ ένα τέτοιο σπίτι.
Μέχρι να ντυθεί… κι έβαλε τα πολύ πολύ καλά της και τη μεγάλη καρφίτσα με το
υποτιθέμενο μπριγιάν, λίγο με το γλυκό αλλά πιο πολύ με το άγριο, είχα
καταθέσει, μαρτυρήσει και ομολογήσει όλα όσα αφορούσαν τη Ρηνούλα κι εμένα χωρίς
πολλές λεπτομέρειες εννοείται. Και κατ’ ευτυχή συγκυρία, ‘έγκλημα’ δε
στοιχειοθετήθηκε.
Στη διαδρομή, που ήταν γύρω στα είκοσι λεπτά, τα επανέλαβα προς επικύρωση από
την πλευρά μου και προς εμπέδωση από τη δική της.
Κι έγινε η συνάντηση. Η δική τους! Αγκαλιές, φιλιά, , “πώς είστε…” “Κοίτα τι μας
κάνουν τα παιδιά…” “Δεν πειράζει… ευκαιρία να γνωριστούμε!” και άλλες πρωτότυπες
εκφράσεις. Ένα μέτρο υποκρισίας αναμένεται και δεν παρεξηγείται σε τέτοιες
περιπτώσεις που όλοι είναι αμήχανοι. Αλλά η Ρηνούλα; Η Ρηνούλα πουθενά.
«Τη Ρηνούλα θα τη δεις σε μισή ώρα! Την έχω βάλει τιμωρία! Εκτός από τα
ακατανόητα νευράκια που δε μπορούσα να τη συμμαζέψω, την ανορεξία και τις
υπόλοιπες χαζομάρες που έκανε από το πρωί, μόλις άκουσε ότι θα έρθετε… βγήκε στο
μπαλκόνι να σας περιμένει, μου σήκωσε τη φωνή πρώτη φορά στη ζωή της όταν της
είπα να μπει μέσα γιατί έσκυβε τόσο πολύ που κόντευε να πέσει κάτω κι έσπασε ένα
βαζάκι. Αναγκάστηκα να τη δείρω… πρώτη φορά στη ζωή μου κι εγώ!»
Τι να γίνει; Μισή ώρα… μισή ώρα• απ’ όλότελα! σκέφτηκα. Η μάνα μου όμως βιαζόταν
να τη δει, και δόθηκε άφεση για χάρη της πάνω στο πεντάλεπτο.
Μόλις της φώναξε “Έλα! Θέλει να σε γνωρίσει η μαμά του!” εμφανίστηκε μια Ρηνούλα
κατακόκκινη, φρεσκοκλαμένη αλλά πασίχαρη… έκανε ένα στριγγλιστό ‘Α!’ βλέποντάς
με αλλ’ αφέθηκε στην αγκαλιά της μάνας μου, που την άρπαξε και άρχισε να τη
φιλάει, ενώ εκείνη με κοιτούσε σα να μου ζητούσε να τη σώσω. Και όσο κράτησε
αυτό… γιατί η μάνα μου ήταν πληθωρική στις επιδείξεις που δεν κόστιζαν, εμείς
κοιταζόμαστε πανευτυχείς και κλαίγαμε. Πού να ξέραμε τότε πόσο τυχεροί είμαστε
που γευτήκαμε, κλαίγοντας έστω, αυτό που είναι η πραγματική και η απόλυτη
ευτυχία. Έκπληξη, αλήθεια και χαρά! Δε χρειαζόταν να πάρω το δρόμο από τη Σίνα
στη Ρηγίλης• μου αρκούσε που την έβλεπα.
«Και τώρα πηγαίνετε στη βιβλιοθήκη να πείτε τα δικά σας!» είπε η μάνα της όταν
ξεφούσκωσε η δική μου, και μας έδιωξε προς μεγάλη χαρά μας.
Είχα πάρει μερικά καραγκιοζάκια να της παίξω, χωρίς μπερντέ φυσικά, σαν κούκλες
αλλά δεν έγινε τίποτα. Καθήσαμε σ’ ένα τραπέζι, ο ένας απέναντι στον άλλο, και
δακρύζαμε γελώντας ταυτόχρονα τόσο που δε μπορούσαμε να μιλήσουμε. Μια
ηλικιωμένη κυρία μάς έφερε τσάι με βουτήματα κι έφυγε διακριτικότατα χωρίς να
μιλήσει, προφανώς κατόπιν άνωθεν εντολής. Ούτε ξέρω πόση ώρα πέρασε έτσι.
«Άντε! Τι αστεία θα μου κάνεις σήμερα;» είπε κάποια στιγμή.
Ποιος είχε όρεξη γι’ αστεία; Αλλά τι να κάνω; Αυτός ήταν ο ρόλος μου. Πήρα στα
χέρια μου τη σπηλιά με το φίδι, ένα δεύτερο φίδι είχα κρυμμένο στα πόδια μου,
ήρθε και ο Μεγαλέξαντρος από τη μια με τη σάρισά του, ήρθε και ο Κολοκοτρώνης με
το καριοφίλι του από την άλλη, ενώ ο Καραγκιόζης έψαχνε για το κράνος με τα
πλεχτά δαφνόφυλλα και τη λέξη ‘ΔΟΞΑ’ που χρησιμοποιούσε για τουλέτα από το φόβο
του. Αρχίζω τα “Έξελθε όφα ίνα μη σε εξέλθω!” δηλαδή σε άπταιστα αρχαία
ελληνικά, του Μεγαλέξαντρου… τα “Έβγα, ορέ, τουρκόφιδο! Πίσω γιατί σ’ έφαγα!”
του Κολοκοτρώνη… οπότε βγαίνει ξαφνικά ένας φίδαρος γύρω στα τριάντα εκατοστά,
κι ενώ η Ρηνούλα στρίγγλιζε από το φόβο της γιατί δεν το είχε δει, τυλάει και
τους δυο ήρωες μαζί. Τους σφίγγει… τους σφίγγει… κόντευε να τους σκάσει! “Τον
Ηρακλή! Τον Ηρακλή! Μόνο ο Ηρακλής μπορεί να μας σώσει! Όπως έσωσε τον Δία από
τον Τιφωέα!” ούρλιαζε έντρομος ο Μεγαλέξαντρος, ενώ ο Κολοκοτρώνης, πιο
αδιάφορος απέναντι στο θάνατο, σφύριζε ‘κλέφτικα’ μπας κι έρθει ο Καραϊσκάκης.
Αλλ’ ο Καραϊσκάκης δεν ήταν εύκαιρος, ενώ ένα μήνυμα από τον ουρανό μάς
πληροφορούσε ότι “ο Ηρακλής είναι τιμωρημένος στον Άδη και δεν του επιτρέπεται
να βγει.” Και πάνω που οι δυο ήρωες είχαν απελπιστεί κι ετοιμάζονταν να
καταθέσουν κατουρημένοι μεν αλλά ηρωικά, κατά κάποιο τρόπο, τη ζωή τους,
εμφανίζεται ως από μηχανής θεός ο Καραγκιόζης. Παρά το φόβο του, κατάλαβε ότι
έπρεπε κάτι να κάνει. Ψάχνει από δω, ψάχνει από κει, βρίσκει ένα ποτιστήρι και,
χωρίς να το πολυσκεφτεί, δίνει μια του θηρίου και το αφήνει στον τόπο. Φυσικά σε
λίγο ξαναζωντάνεψε και γύρισε στη σπηλιά του, κυριολεκτικά ‘σέρνοντας’,
στολίζοντας με κατάρες και βρισιές, με ανθρώπινη φωνή εννοείται, τον Καραγκιόζη
που του στέρησε το κολατσιό του.
Η Ρηνούλα δε μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυά της από τα γέλια αλλά, μόλις
τελείωσε το σκετσάκι, ακούμπησε το κεφάλι της στο τραπέζι και άρχισε να κλαίει
με αναφιλητά. Άπλωσα το χέρι προς το μέρος της, το άπλωσε κι εκείνη, πιαστήκαμε
και κλαίγαμε μαζί, εκείνη σκυμμένη κι εγώ όρθιος.
«Γιατί κλαις;» ρώτησα ψιθυριστά επειδή ήξερα.
«Δεν ξέρω! Κι εσύ γιατί κλαις; Κλαίω επειδή κλαις εσύ!» απάντησε σηκώνοντας τους
ώμους, επειδή επίσης ήξερε. Ξέραμε γιατί κλαίγαμε• απλώς δεν ξέραμε να το πούμε.
Ίσως μας φαινόταν πολύ μεγάλο για να χωρέσει σε λόγια ή πολύ ιερό για να
υποβιβαστεί σε μια φράση. Άρρητο ήταν σαφέστερο!
«Εσύ άρχισες τα κλάματα πρώτη. Είπα ή έκανα κάτι που σε πείραξε;»
«Όχι! Μα γιατί δε μου ξαναλές τα παλιά και βγάζεις όλο καινούργια; Θυμάσαι την
πρώτη μας Κοκκινοσκουφίτσα; Κι εκατό φορές να μου την πεις… δεν τη βαριέμαι!»
«Στην αρχή δε σ’ άρεσε!»
«Όχι πως δε μ’ άρεσε… αλλά σκέφτηκα δε βρήκε κάτι άλλο να μου πει; Έπειτα όμως…
όταν άρχισες την παντομίμα με τη φλογέρα, ήσουν καταπληκτικός… και πολύ αστείος!
Στεκόσουν μπροστά μου, με κοίταζες κι έλεγες ως Κοκκινοσκουφίτσα “γιατί γιαγιά
τα μάτια σου είναι τόσο μεγάλα;” και αμέσως καθόσουν δίπλα μου και απαντούσες ως
γιαγιόλυκος “για να σε βλέπω, παιδί μου!” και πεταγόσουν να ξανακάνεις την
Κοκκινοσκουφίτσα… “γιατί γιαγιά τ’ αυτιά σου είναι τόσο μεγάλα;” και πάλι ως
γιαγιόλυκος… “για να σε ακούω, παιδί μου!” Και το έκανες αυτό τουλάχιστο είκοσι
φορές επειδή γελούσα• και όσο γελούσα εσύ ξαναρωτούσες για τα μάτια και τ’
αυτιά. “Μα αυτό το ρώτησες!” σου έλεγα. Εσύ προχωρούσες στα νύχια και στη μύτη,
αλλά ξαναγύριζες στα μάτια και τ’ αυτιά επειδή γελούσα περισσότερο. Όταν έφτασες
στα δόντια… στάθηκες λίγο, με κοίταξες και ρώτησες πολύ σιγά: “Γιατί γιαγιά τα
δόντια σου είναι τόσο μεγάλα;” και αντί να κάτσεις πλάι μου πάλι, με άρπαξες από
τα χέρια και φώναζες: “Για να σε φάω, παιδί μου!” Κι εγώ σε πίστεψα και φοβήθηκα
ότι θα μ’ έτρωγες στ’ αλήθεια! Αλλά σου ζήτησα να το ξανακάνεις, πριν έρθει ο
κυνηγός, και κάθε φορά φοβόμουν το ίδιο και στρίγγλιζα, αλλά μου άρεσε που
φοβόμουν. Μα ήρθε ο κυνηγός… με τη μπάσα φωνή, το όπλο προτεταμένο και το
αμίμητο: “Ποιος τρώει ποιον εδώ μέσα;” Και αφού σώθηκα εγώ, δώσαμε μια του λύκου
με το σκουπόξυλο στην κοιλιά, και βγήκε και η γιαγιά, που μας έβαλε τις φωνές
ότι είμαστε απρόσεχτοι… και ότι την άλλη φορά που θα την ξαναβγάλουμε από την
κοιλιά του λύκου να μη τη χτυπάμε στο κεφάλι… και ζητούσε παγοκύστη να μην πάθει
διάσειση!»
«Κι έπειτα του χαρίσαμε τη ζωή!»
«Εγώ στο ζήτησα. Είπα πως είναι μικρός και δεν ξέρει να φέρεται! Οι λύκοι τρώνε
αρνιά και όχι γιαγιάδες!»
«Αλλά ενώ το έβαλα στα πόδια… άρχισα να φωνάζω από μακριά: “Λάθος! Τρώνε
κοριτσάκια και γιαγιάδες… και μόνο αν δε βρίσκουν τρώνε αρνιά!” και ο κυνηγός
μού έριξε αλλά δε με πέτυχε!»
«Δεν πρόλαβε. Γιατί μέχρι να έρθεις δίπλα μου να κάνεις τον κυνηγό, ο λύκος, εσύ
πάλι εννοείται, είχε φύγει. Δε μπορούσες να είσαι σε δυο σημεία ταυτόχρονα, αν
και πιστεύω ότι για χάρη μου θα το έκανες. Μήπως, τελικά, πρέπει να γίνεις
ηθοποιός; Γι’ αυτό σε βάλανε και στην Αντιγόνη του Ανούιγ πέρσι;»
«Δε με βάλανε! Μόνος μου μπήκα!»
«Και σκηνοθέτησες τον Αίμονα που δεν μπορούσε να πει με πάθος “Je t’ ai aimée
Medée!” Ίσως επειδή δεν αγαπούσε την κοπέλα, μια πανάσχημη Άρτεμη, που έκανε τη
Μήδεια! Έτσι δε μού ’πες;» είπε αυξάνοντας σταδιακά την ένταση της φωνής της
μέχρι που η μάνα της φώναξε από μέσα ‘σουτ!’ Κι έπειτα την ακούσαμε να λέει σιγά
και κάπως αγανακτισμένη, χαμογελώντας όμως στη μάνα μου προφανώς… “Τι έχει πάθει
σήμερα αυτό το θηλυκό;”
«Ακριβώς!» απάντησα μουδιασμένα.
«Ενώ εσύ την αγαπούσες; Κι ας ήταν πανάσχημη… Προφανώς μου είπες ψέματα. Θα ήταν
όμορφη!»
«Δεν την αγαπούσα ιδιαίτερα…»
«Την αγαπούσες όμως… έστω και λίγο;» είπε με κλειστό το λαρύγγι και χτυπώντας το
άλλο της χέρι στο τραπέζι. Γιατί δε θ’ άφηνε βέβαια το χέρι μου για κάτι τόσο
μηδαμινό…
«Λίγο…»
«Τι θα πει λίγο; Λίγο τους αγαπάμε όλους!»
«Λίγο σημαίνει όχι πολύ… σχεδόν καθόλου.»
«Εγώ δεν αγαπάω κανένα λίγο! Αγαπάω πολύ ή καθόλου! Κι έτσι θέλω να μ’ αγαπάνε…
ή πολύ ή καθόλου!»
«Κι εγώ το ίδιο!»
«Τότε… πώς την αγαπούσες λίγο;»
«Δεν την αγαπούσα! Αλλά στο έργο έπρεπε να κάνεις πως την αγαπάς!»
«Τότε… να μη γίνεις ηθοποιός! Θα τις αγαπάς όλες… και θα σ’ αγαπάνε!»
«Δε νομίζω… Δε φαντάζομαι να με αφήσουν οι δικοί μου να γίνω ηθοποιός!»
«Μη γίνεις ηθοποιός!»
«Δε γίνομαι… μη φοβάσαι! Στο ορκίζομαι!»
«Γιατί θα πρέπει να φιλάς και ν’ αγκαλιάζεις άλλες κοπέλες!»
«Σου είπα… δε γίνομαι ηθοποιός! Στο ορκίζομαι!»
«Θυμάσαι την άλλη μέρα που μου έπαιξες τον Πέτρο και το Λύκο; Περίμενα κι εγώ
τον Πέτρο και το Λύκο που ήξερα… αλλά ήταν εντελώς διαφορετικός! Αλλά μου άρεσε
πιο πολύ ο δικός σου! Να το ξέρεις!» είπε σοβαρά κουνώντας μου και το δάχτυλο
για να τονίσει αυτό που έλεγε.
«Σ’ ευχαριστώ!» απάντησα κοκκινίζοντας φανερά κολακευμένος.
«Μετά, θυμάσαι, την πανέμορφη αιγύπτια πριγκήπισσα που πήγε μέσα στη νύχτα με
τον αγαπημένο της στο Νείλο, κι ενώ εκείνη μπήκε μέχρι τη μέση στο νερό, άπλωσε
γύρω της το άσπρο της μεταξωτό φουστάνι σα βεντάλια και χόρευε, εκείνος
καθισμένος στην όχθη, πάνω στα καλάμια, της έπαιζε με τη φλογέρα του; Και είχες
μάθει έναν αργό γιαπωνέζικο σκοπό και μου είπες πως είναι αρχαίος αιγυπτιακός;»
«Δε σ’ άρεσε;»
«Πάρα πολύ! Φανταζόμουν τον εαυτό μου στη θέση της... ν’ αγαπάω τάχα κάποιον
πάρα πολύ... κι εσύ έπαιζες ξανά και ξανά το ίδιο τραγούδι και με μάγευες!»
«Μόλις το είχα μάθει κι εγώ!»
«Αλλά η μαμά μού είπε να σου πω τα εξής: πρώτον, ο Νείλος δεν έχει καλάμια αλλά
παπύρους! Δεύτερον, στην αρχαία Αίγυπτο δεν υπήρχε μετάξι• το έφεραν δυο
χιλιάδες χρόνια αργότερα από την Κίνα• το πολύ πολύ το φουστάνι να ήταν λινό!
Τρίτον, το δήθεν αρχαίο αιγυπτιακό τραγούδι, το είπες ένα βράδυ στη μαμά με
λόγια, και ήταν το “Φουρουσάτο”, όπου ένα παιδάκι βλέπει τα χαλάσματα του
σπιτιού του και κλαίει για το κακό που έκανε στο χωριό του η ατομική βόμβα! Αλλά
παρ’ όλες αυτές τις ανακρίβειες... εγώ το ξανακούω ευχαρίστως! Τι με νοιάζει
εμένα αν είχε μεταξωτό φουστάνι εκείνη η κοπέλα; Το σίγουρο είναι ότι εκείνος
που καθόταν στην όχθη... και ας ήταν και πάνω σε τσουβάλια, την αγαπούσε!»
«Αυτό είναι το ουσιώδες! Οι λεπτομέρειες δεν έχουν σημασία!» είπα ξαλαφωμένος
παρά τον ορυμαγδό των αποκαλύψεων• «Μπορούσα να την κάνω γιαπωνέζα πριγκήπισσα•
θ’ αγοράζανε μετάξι από την Κίνα που είναι κοντά!»
«Βέβαια! Γιώτα, Ιαπωνία, κάππα, Κίνα! Δίπλα δίπλα είναι!»
«Τι σημασία έχει αυτό; Τα ονόματα των χωρών δεν πάνε αλφαβητικά!»
«Ναι... αλλά στην προκειμένη περίπτωση διευκολύνει! Δε διευκολύνει;»
«Μα είναι τυχαίο! Κάτω από την Κίνα είναι το Βιετ-Ναμ!»
«Το βάλανε σφήνα για να μας μπερδεύουν και να κοιτάμε συνέχεια το χάρτη!»
Είχε πάντα κάποια λογική σε ότι έλεγε, και ας ήταν κάπως ανεστραμμένη. Μόνο οι
άνθρωποι με ανεστραμμένη ή αναπάντεχη λογική δημιουργούν• δημιουργούν και
υποφέρουν. Οι άλλοι αποδέχονται, απορρίπτουν, θαυμάζουν, μαγεύονται, αναλύουν,
αντιγράφουν, επεξηγούν, διαπραγματεύονται, εκμεταλλεύονται, εμπνέονται… αλλά δεν
δημιουργούν. Να τη διατήρησε άραγε ή καναλιζαρίστηκε αργότερα με την ‘κοινή’
λογική που είναι απόλυτα αναγκαία στο άτομο αλλά παντελώς άχρηστη για τον κόσμο;
Δεν το έμαθα ποτέ.
Και ξαφνικά οι μανάδες μας εμφανίστηκαν στη βιβλιοθήκη. Ξερόβηξαν μπαίνοντας για
να τραβήξουμε τα χέρια μας, που ήταν το ένα μέσα στο άλλο και που εμείς
ακούγοντάς τες να πλησιάζουν, μπροστά στον επικείμενο χωρισμό είχαμε σφίξει
ακόμα περισσότερο• διότι ήταν μια χειρονομία που δεν είχε κάποιο νόημα για το
οποίο θα έπρεπε να ξεροβήξει κανείς από υποτιθέμενη διακριτικότητα. Σφίξαμε τα
δάχτυλά μας μέχρι που άσπρισαν και πόνεσαν για να κρατήσουμε τη μνήμη της
κίνησης αυτής και τίποτε άλλο. “Σε πόνεσα χτες την ώρα που έφευγα;” τη ρώτησα
την επομένη που συναντηθήκαμε κατά το σύνηθες για να την πάω σπίτι της. “Όχι!”
απάντησε κοκκινίζοντας χωρίς να με κοιτάει στα μάτια. “Τι όχι; Λίγο έλειψε να
βάλεις τα κλάματα• δάκρυσες!” “Δε με πόνεσες, σου λέω!” τσίριξε κι έβαλε όντως
τα κλάματα.
«Άντε... πάμε!» είπε η μάνα μου.
«Κι όλας;» είπαμε κι οι δυο μαζί, και η Ρηνούλα ξανάρχισε να κλαίει.
«Έχετε δυο ώρες μαζί! Δε χορτάσατε;»
«Δυο ώρες; Ποιες δυο ώρες; Ούτε δέκα λεπτά δεν είναι...»
«Και είκοσι ώρες να σας αφήσουμε... δέκα λεπτά θα σας φανούν!»
Η μάνα μου την ξαναφίλησε λέγοντάς της ότι ‘χάρηκε πολύ που τη γνώρισε...’ χωρίς
να πάρει απάντηση βέβαια, άρπαξε εμένα από το μανίκι, δεν πρόλαβα ούτε τα
καραγκιοζάκια μου να πάρω... πήγαμε στην πόρτα, χαιρετίθηκαν ‘αβροφρόνως’ με τη
μάνα της και φύγαμε.
Στο δρόμο της επιστροφής έκλαιγα τόσο πολύ που έφαγα ξύλο, και αυτό η μάνα μου
δεν το έκανε ‘πρώτη φορά στη ζωή της’, για να συνέλθω.
Τα καραγκιοζάκια μου ξέμειναν στο σπίτι της Ρηνούλας. Κάθε μέρα “θα μου τα
έφερνε” αλλά δεν τα είδα ποτέ ξανά. Εγώ δεν έχω τίποτε δικό της εκτός από την
αίσθηση της ευτυχία εκείνης της συνάντησης, της παρουσίας της γενικά και ό,τι
μπορεί να επαναφέρει αυτό το κειμενάκι. Ίσως είναι πολύ περισσότερα από τα
καταγκιοζάκια μου... εκτός αν έχει κι εκείνη διατηρήσει την ανάμνηση εκείνης της
ευτυχίας, οπότε υπερτερεί κατά τα καταγκιοζάκια... αν δεν τα πέταξε εννοείται.
Ήρθε το καλοκαίρι, σταμάτησαν οι συναντήσεις, αναπληρώθηκαν κατά κάποιο τρόπο με
μερικά τηλεφωνήματα, και την επόμενη χρονιά η Ρηνούλα εξαφανίστηκε. Πήγε
οριστικά στην Ελβετία. Δεν την ξανάδα ποτέ από τότε. Μόνη μου παρηγοριά, να μάθω
γερμανικά επειδή αυτή τη γλώσσα θα μιλούσε περισσότερο.
Τα γερμανικά μ’ έφεραν, πολύ αργότερα, με τις φοιτητικές ανταλλαγές στη
Γερμανία. Μια αξέχαστη εμπειρία. Ich hab’ mein Hertz in Heidelberg verloren!
Έχασα την καρδιά μου στη Χαϊλδεβέργη! Το τραγουδάω ακόμα• έχω μια κάρτα με τα
λόγια. Περπάτησα στο ίδιο δάσος που περπάτησε ο Γκέτε με την Patricia Pfuggar,
ένα μικροσκοπικό ινδογερμανάκι δέκα ετών, εγώ εικοσιδύο τότε, που το γνώρισα στο
νοσοκομείο. Μου ζήτησε Apfelsinne, πορτοκάλι. Μισό μάρκο, τέσσερις ή έξι
δραχμές, έκανε το πορτοκάλι... και της πήγα δυο. Της έκανα παρέα και τελικά,
όταν ήταν αρκετά καλά, μου τη δίνανε καναδυό ώρες και κάναμε περίπατο στο δασος
ή στο Schloss, με το τεράστιο μοναστηριακό κρασοβάρελο και θέα τον Neckar.
Κανείς δε μπορούσε να φανταστεί γιατί προσκολλήθηκα στο κοριτσάκι αυτό, ενώ
πολλές κοπέλες έδειξαν ενδιαφέρον, και πολύ ουσιαστικό ενδιαφέρον για την τότε
ηλικία μου, για μένα. Πήγα κι έφυγα αγνός... μολονότι οι πειρασμοί, που λένε,
προσφέρονταν αφειδώς. Κανείς δεν ήξερε για τη Ρηνούλα. Ακόμα και η μάνα μου την
είχε ξεχάσει. Μια φορά που της την ανέφερα είπε: “Α! Αυτή τη νεόπλουτη, την
παρμένη, και τη μάνα της; Δεν είμαστε καλά! Πού τις θυμήθηκες;”
Μετά από χρόνια, ‘σπουδαγμένος, διορισμένος και παντρεμένος’, πήγα να χτυπήσω το
κουδούνι τους με τη σκέψη ότι, όποιος κι αν μένει κάτι μπορεί να ξέρει... αλλά
δε με άφησαν να παρκάρω από την Πυροσβεστική. Όταν δεν είχαμε αυτοκίνητο ήταν
πιο εύκολο. Δεν επέμεινα γιατί δεν περίμενα να μάθω κάτι, οπότε δεν άξιζε τον
κόπο να επιστρέψω με τα πόδια. Δεν ξέρω αν μου έλειψε. Στην πραγματικότητα μού
λείπει ακόμα και θα μου λείπει πάντα. Αλλά δεν ένιωσα ποτέ πίκρα• η έλλειψη,
ποια έλλειψη άλλωστε… αντισταθμίζεται από τη χαρά του ότι έζησα τη μεγάλη
ευτυχία.
Όποιος ακούει αυτή την ιστορία με κοροϊδεύει. Δε μ’ ενοχλεί. Γι’ αυτό τη λέω και
την ξαναλέω άλλωστε, για να με κοροϊδεύουν, Κοροϊδέψτε με κι εσείς! Δεν
πειράζει! Δε με καταλαβαίνετε διότι δεν αντιλαμβάνεστε την ευτυχία και την
τοποθετείτε αλλού. Αν μπορούσατε όμως να πείτε και για τον εαυτό σας και την
ευτυχία ό,τι λεω εγώ, δε θα με συμμεριζόσαστε απλώς• θα με ζηλεύατε σίγουρα!