Ο ΑΣΠΡΟΣ ΤΟΙΧΟΣ

Κλείνω τα μάτια• άσπρος τοίχος.
Τί να δεις;
Ανοίγω τα μάτια• άσπρος τοίχος.
Μια ρωγμή από καθίζηση ή κακοτεχνία
κοσμεί θανατερά τη λευκή επιφάνεια.
Κάποιο αγριόχορτο θα ρίξει ρίζες μια μέρα,
αλλά δεν έχει έρθει ακόμα.
Σηκώνω τα μάτια μου αργά.
Περιεργάζομαι μ’ ενδιαφέρον αυτόν τον τοίχο.
Αναζητώ κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό,
κάτι που ν’ αλλάζει
δείχνοντας ότι ο χρόνος κυλάει.

Ο χρόνος κυλάει
ακόμα κι αν δεν αφήνει το σημάδι του,
σημάδι ορατό, στον τοίχο.
Κυλάει σαν ποτάμι κρυφό
του τρώει τα θεμέλια,
του ροκανίζει την καρδιά,
κυλάει μέσα στα μικρά τρωκτικά που ζουν στη ρίζα του,
κυλάει στ’ αγριόχορτα που εισχωρούν στις πέτρες του,
κυλάει στο νερό που τον ποτίζει αργά
κυλάει και στη σκέψη των ανθρώπων
που μια μέρα θα έρθουν με τραγούδια και άγρια χαρά
να τον κατεδαφίσουν.