ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ



Όρτσα του νού μου ορθό πανί κόντρα στον λαύρο αγέρα
που σέρνει βράχια σα θεριά και κύματα σαν κάστρα,
ότι αεράκι ολόπρυμο δεν είν’ για την κοψιά σου.
Τα εντός μου αφρός που ξεχειλά• βάστα καρδιά το αίμα
που φούσκωσε, λυσσομανά κι ασκώνει άσπρη ράχη
και καταπίνει τα νησιά και πνίγει τα καράβια.
Σφιχτή η μασχάλη στο κουπί, τα δόντια στο τιμόνι•
κλείσ’ τη γροθιά! λάμνε με βια, κι ο πόντος δε σηκώνει
λιποψυχιές και δισταγμούς, ή τα φτερά κομμένα.
Θέλει τα σκέλια σίδερο κι ορθάνοιχτο το μάτι,
και την καρένα ατσάλινη ν’ αστράφτει σαν τσακμάκι
που βρίσκει βράχο ανάλιαστο και τον αντροκαλιέται.
Θέλει στον άνεμο μπροστά ν’ ανοίγεις σα σεντόνι
και στην αψίκορη φωτιά να κλείνεσαι σα σφαίρα,
κι απ’ όλα μέσα να περνάς μεμιάς, και να διαβαίνεις
κι αψήφιστα γιαλούς, νησιά, κάμπους, χωριά ν’ αγγίζεις,
σαν τ’ αμουνούχιστο φαρί που το τρελαίνει η ορμή του,
κι όπου βροντάει το πέταλο σκάει κι ένα βελούχι,
που αναβρύζει αγίασμα και λάβα πυρωμένη•
χαλύβδινη την πεθυμιά τη θέλει, σα μαχαίρι,
και σαν τ’ αστραφτερό γυνί που σέρνει μαύρο άτι,
κι όλα βλαστάνουν πίσω του, ακόμα και τ’ αλάτι.


Βρυχιέται μέσα μου η φωτιά, κι ο κεραυνός τανυέται•
να ροβολήσει βούλεται, και να χυθεί στον κάμπο
να κάψει ό,τι καίγεται, να ρίξει ό,τι πέφτει,
να βρει τον τόπο λέφτερο και να ριζώσει το ίσιο,
το μέγα, το τρανό, το ευθύ, το δύσκολο, το δίκιο.
Λύθηκε ο νους μου, κι έσταξε, και μού ’καψε τη γλώσσα•
μού ’γινε βρόχι στο λαιμό και βόγγος στο λαρύγγι
και σιδερένια μέγγενη που την καρδιά μου σφίγγει.


Ωχού! κι απ’ τα χαράματα βγήκα να τραγουδήσω
πρωτού λαλήσει το πουλί και πριν φανεί ο ήλιος.
Ανοίγω απάτητο στρατί, κόβω ντορό μονάχος
να βγω στη βίγλα τ’ ουρανού ή στο βαθύ φαράγγι
μην πάει και πάρει καν’ αφτί το μυστικό τραγούδι
που καίει σα φλόγα μέσα μου και σα χτικιό με τρώει.



Ω, μάνα μου! φτερούγες δυο στη ράχη μού καρφώνουν
ενώ ο φόβος κι η χαρά μού σκίζουνε το στέρνο.
Μ’ απόκαμα και δε βαστώ μέσα μου να κρατήσω
τους ήχους και τα χρώματα, τα μπάλσαμα, το νάμα
καθώς ακούω το στεναγμό του κόσμου που ξυπνάει,
όταν διαβαίνει τ’ αυγινό δρεπανηφόρο άρμα,
και βλέπω απ’ τη βουνοκορφή να ροβολάει το αίμα
που παίρνει σβάρνα τους καημούς, τους πόθους, τα μαράζια,
τον μαύρο ιδρώτα της δουλειάς και του χαμού το κλάμα.


Κάθησε γύρω απ’ τη φωτιά. Με σε σωστός ο κύκλος!
Και στοργικά ριξ’ το ζερβί, σαν αετού φτερούγα,
να νιώσει κι ο αδελφοποιτός που στέκει στο πλευρό σου
πως είσαι ’δω για χάρη του, κι εδώ θα είσαι πάντα,
με γνώση και με δύναμη, μ’ αψηφησιά και γνώμη.
Χωνεύει η λάβρα• έπεσε η μανιασμένη φλόγα•
χάθηκε τ’ αντιφέγγισμα απ’ τα γκρεμνά τριγύρω,
που πήρανε χρώμα πυρό, καθώς τα πρόσωπά σας,
σάμπως να χάραξε η αυγή πριν να περάσει η νύχτα.
Καθήστε γύρω απ’ τη φωτιά, κι εσείς ξυπολυθείτε
κι αρχίστε ξέφρενο χορό πάνω στην άσπρη θράκα.
Ξεκίνησε η πένα μου, μονές, διπλές, περίσσιες,
στην ψεύτικη αλαφράδα τους να μη φανεί το πάθος•
κιθάρα, λύρα, φόρμιγγα, μπουζούκι, κανονάκι,
κι αντρόλαλο μαύρο ζουρνά πήρα στην αμασχάλη.
Το ούτι μού ζητά φιλί, το τουμπελέκι χάδι,
κι ο κεμεντζές το τόξο του απ’ αετού φτερούγα,
να μην τρομάζει τα γκρεμνά να μην τον πιάνει ψήλος•
και σαν αρχίσει η φωνή να βγάζει από τα στέρνα
βαρβάτο, αγνό και ζωντανό του τραγουδιού το γνέμα,
με τις φτερούγες του ανοιχτές, κι όλους θα μας σηκώσει
ώς τα ουράνια, ο ψαλμός, στη φλόγα θα μας λούσει
του άπειρου, του δυνατού, του απέραντου, του δέους.
Μα το αιθέριο, φύλαξα, το μύρο για το νέι•
την ελαφρότατη πνοή που χύνει η ψυχή μου
όταν το σώμα ανάλαφρο από φαΐ και πιώμα
και κάθε άλλη μέριμνα και κάθ’ άλλη φροντίδα
σε μια γαλήνη υπέρτατη, αταραξία και νήφη,
το βλέπει να βυθίζεται, διάφανο σαν τον λόγο,
το φως που χτίζει ουρανούς και κόβει σ’ άσπρους ήλιους•
μόνο στου νέι τον αυλό θ’ αφήσω να κυλήσει•
που μήνες τρεις το κράτησα μπροστά στα λαύρα χείλη
δίχως ν’ αγγίξει πάνω του η θολερή μου ανάσα
μέχρι που μπήκα σ’ έκσταση, σε υπερκόσμια σμίξη•
και απαλά το φύσηξα, μην πάει κι αναστενάξει.


Οι άλλοι πάρτε τ’ άρματα• μαζί μου τραγουδήστε.
Πάρτε καθένας μια καρδιά με το ζερβί το χέρι,
και πλάστε την με πεθυμιά μέχρι να γίνει αστέρι,
και στ’ άλλο πάρτε λίγο νου και κάντε τον δοξάρι!
κι αντί για δοξαρότριχα τεντώστε του ’να νήμα
που ζώνει με οργή τη γη, με πόνο, με λαχτάρα,
κι από τη γέννα σε τυλά, σε πάει γραμμή στο μνήμα.


Α! κι η φωνή μου ξεχειλά, σφίγγει μεσ’ στο λαρύγγι
και σαν το γάλα στο βυζί πετρώνει και δε βγαίνει
σαν τη βροντή, σαν την κραυγή και σαν της γης το βόγγο
που κρέμεται απ’ το σύννεφο που σκίζει η καταιγίδα.
Το μέγα άσμα έριξε ρίζες στα σωθικά μου
και σα χταπόδι άπλωσε βεντούζες και πλοκάμια
κι έξω να τιναχτεί ζητά μαζί με την καρδιά μου.
Νιόκοπη μέρα χύνεται από το κορφοβούνι
μ’ ένα κροκάτο βουητό κι ηχητικές εκλάμψεις,
και λιώνει η αχλύ του πρωινού καθώς ο δίσκος τρέχει,
του ήλιου, κι ο χρυσός τροχός όπου κυλάει ματώνει
καθώς τη σάρκα τ’ ουρανού χαράζει και περνάει,
σαν εξαπτέρυγο παλιό που βγαίνει απ’ το φελόνι,
και ξάφνου λούζεται στο φως και ξανακαινουργιώνει.


Ανέμοι, ήλιοι, θάλασσες ζώνουν τη γη ένα γύρο
κι όλα τα δείχνουν, τα σκορπούν και τα ξεφτούν σα γνέμα
Μονάχα ο τραγουδιστής σαν κάτσει σε τραπέζι
και ο παραμυθάς σαν πιει κι ο κεμεντζές σαν παίξει
δένουν την πέτρα στο ζουρνά, τον άνεμο στο σείστρο,
τυλάν’ τον ταμπουρά στο φως, στη σκια το βουλγαρέλι,
μεσ’ στ’ ουρανού τα θάμματα το ούτι και το σάζι,
κι όλα της γης τα μυστικά στο γύφτικο το ντέφι•
και σμίγουνε όλα μαζί και φτιάχνουνε τον κόσμο.
Τότε κυλάει το κρασί και το τραγούδι αρχίζει
ο έρωτας κι ο θάνατος, το γέλιο και το κλάμα,
και ο γλυκός πικρός χαβάς που ’ν’ η ζωή του ανθρώπου.
Τότες ανοίγει κι η καρδιά, θυμάται, προφητεύει,
και στο μεγάλο αίνιγμα πασχίζει νά βρει λύση•
και το κορμί, με το χορό ο νους μου το μαγεύει
πιάνει φωτιά δεν καίγεται, στο κάρβουνο χορεύει
τρώει σπαθιά, μασάει καρφιά, και στο νερό θα χτίσει.


Κι αν έρθουν γύρω σου πολλοί και κάψουνε λιβάνι
και σ’ ύμνους ή βασκάματα ψάλλουνε τ’ όνομά σου,
μην πέσεις, μην ξεγελαστείς, μη βγεις πάνω στην πέτρα
και μη λαλήσεις σαν πουλί, που κι αν σ’ όλους αρέσει
κανείς ποτέ δε θα σου πει αν κλαίει ή αν γελάει.
Μη γίνεις δάσκαλος τυφλός, κουφός ονειρομάντης,
τρελός προφήτης και κριτής π’ όλο διψάει για αίμα,
μήτε του μάταιου παιδεμού ο λαύρος νομοθέτης,
με το κλειδί και το ραβδί, τη φούρκα, το λεπίδι.
Ο νόμος έχει δύναμη μόνος του να φρουρείται,
η γνώση να καρποφορεί, η Άνοιξη να θάλλει,
και η αγάπη κι η χαρά να γράφουνε τραγούδια.
Έξω ’ναι άμαθος ντουνιάς, αργός και σκοτισμένος•
δεν ξέρει, και δεν πεθυμά να δει, ούτε ν’ ακούσει,
γιατί τρομάζει, και με μιας σηκώνει το λεπίδι
το βροντερό το γέλιο του, το ουρλιαχτό του φόβου,
και τρέχει πίσω σου μ’ οργή• ζητάει να σε σκοτώσει
να σε ραβδίσει, σε σταυρό μετά να σ’ ανεβάσει•
και γλύφοντας το αίμα σου να σε περιγελάσει,
πρωτού σε κάνει εικόνισμα, ύμνους κι ευχές σου γράψει•
και να σε βρίσει άνομο, πριν λυτρωτή σε κράξει.
Αψήφησε τη μάνητα και γιάνε την πληγή του
γύρε να δεις τον πόνο του, το φόβο του να νιώσεις,
και βάρα του καθώς ποθεί, και μίλα του όπως νιώθει•
πάρ’ τονε με το χωρατό, βαλ’ τον στον καραγκιόζη,
καν’ τον να δει και να χαρεί, και άσ’ τονε να κλάψει•
και μεσ’ στον πόνο, στη χαρά, στον έρωτα, στο πάθος
άσ’ τον να πει ό,τι κι αν πει, λεύτερη νά ’χει ανάσα•
τον λέφτερο πιο εύκολα τον φέρνεις στα νερά σου.
Φέρε κρασί και πότισ’ τον ίσαμε να μεθύσει
πες του για σκέλια και βυζιά και για χοντρά καπούλια
κι αφού χορτάσει το κακό, κι αφού τ’ αφήσει πίσω,
το χέρι σου άπλωσε ξανά, κι άνοιξε την καρδιά σου
στήσε μαζί του νιο χορό, άνοιξε νια κουβέντα.
Άι ωχ, και τι να πεις! μόνο να τραγουδήσεις!
κι ας είναι μακρυνή η φωνή, να μην ξεκρίνει λόγια•
γιατί ’ν’ ο λόγος σκοτεινός, κι αδύναμος ο νους του,
και μόν’ η φλόγα της καρδιάς μπορεί ν’ ανοίξει δρόμο•
μον’ το μεράκι κι ο σεβντάς, μον’ το μεγάλο ντέρτι,
θα του ισιώσουν το κορμί, το μάτι θα του ανοίξουν,
κι ορθό θα τονε στήσουνε, αντικριστά στον ήλιο.


Βρε άιντε! σίμωσε και συ! ραχητικέ, καμπούρη,
φυτιλογλίφτη, κουρελή, χτικιάρη, σαπιοδόντη,
αναιμικέ, χαλκόμουρε, ψειριάρη, μαδημένε!
που σα σπαλάκι μπουσουλάς στα σκοτεινά λαγούμια
με την κασίδα στο μαλλί, και την παχιά καπνίλα,
απ’ τα λυχνάρια, τα κεριά, τις δάδες, τα καντήλια,
όταν τρυπώνεις στα υγρά κελάρια, και σα μούχλα
αγγίζεις με τα δάχτυλα παπύρους, λίνους, βύβλους,
κεραμικά και χάρτινα, περγαμηνά ειλητάρια,
Κοράνια, Τετραβάγγελα, Έπη και Συναξάρια!
Τορότ, Πουράνες, Ουπανισάδ, Ζοχάρ και τραγωδίες!


Για στύλωσε τα μάτια σου! παίξε τα βλέφαρά σου!
που το αρχαίο τράχωμα κρατά μισοκλεισμένα,
και πιάσε τ’ άγια σύνεργα της άχαρής σου τέχνης!
Δίπλωσε, τραγοσούσουμε, τα λιγδερά κανιά σου
που σέπονται ανήλιαγα, βρομούν και γαγγραινιάζουν
ολοχρονίς σερνάμενα στα σκοτεινά υπόγεια,
μέσ’ στη σαπίλα, στα νερά, στ’ αυγά του χαρτοφάγου!
Βγάλε απ’ το σακκούλι σου φτερά σαράντα χήνας,
και άλλα τόσα αετού, και χίλια καλαμένια,
μελανοδόχους και γουδιά για κόκκινο και μαύρο,
καρμίνιο, ώχρα και σκουριά, στουπέτσι, τσίγγο, αιθάλη,
λαζούρι, μούρο και χαλκό, καρύδι, μίνιο, κρόκο,
και γράψε όλα όσα πω, στόρησε όσα δείξω!



Ολά κυρά μου, σού ’ρχομαι, κι άμε λούσου και ντύσου
μύρωσε τις μασχάλες σου κι άλλαξε το σεντόνι.
Ένα τραγούδι θε να πω, όσο να βγει ο ήλιος•
και σαν ο κεμεντζές λυθεί κι ο νταγιαρές μου σπάσει
άλλο τραγούδι θε να πω ίσαμε να βραδιάσει,
και πάλι ούτε τα μισά του δρόμου θά ’χω κάνει!
Κι αν πω να δώσω ένα φιλί, να βρέξω το λαρύγγι,
ή και σ’ αγκάλη τρυφερή να μπω να ξαποστάσω,
πού να μ’ αφήσουν όλοι αυτοί πού ’ρθανε να μ’ ακούσουν•
δίψα πιοτού δεν έχουνε, ούτε που νιώθουν πείνα,
ούτε ανάπαψη κορμιού ή πόθους λαχταράνε•
να πιούνε ήρθαν τ’ όνειρο και να χορτάσουν δέος,
να ξαποστάσουν στο τρανό και να γευτούν το μέγα.
Ολά κυρά μου, σού ’ρχομαι, κι άμε λούσου και ντύσου
μύρωσε τις μασχάλες σου κι άλλαξε το σεντόνι.
Περίμενε με ξάγρυπνη και πρόσμενε στην πόρτα•
ορθός θα φάω το ψωμί, ζωσμένος θα φιλήσω,
και ποδεμένο βάλε μου να πιω απ’ το κρασί σου
πού ’χει τραβήξει τη φωτιά από της γης τα σπλάχνα
από το χρόνο την οργή, την πύρα από τον ήλιο,
και την αρμύρα απ’ το φιλί, τη σκόνη από το δρόμο,
το σούρσιμο του κεραυνού, του σύννεφου τη δίνη,
και το αψύ τ’ απόσταμα π’ αφήνει στο ποτήρι
την τρύγα που ξεραίνεται, σφίγγει, γίνεται λόγος•
λόγος σε ποιητική μορφή, στη γνήσια μορφή του!
Φωτιά θά ’χω στα χέρια μου• κι απ’ τ’ ανοιχτό λαρύγγι
γοργό και βίαιο κι αψύ, σαν πυρωμένη λάβα
που απ’ την κορφή κατρακυλά και καίει χωριά και κάμπους,
και γάργαρο και δροσερό σα νιόκοπο βελούχι,
που αγίασμα θαυματουργό απ’ τα ριζά αναβλύζει,
του Βραχμαδάρμα θε να πω, το θείο, μέγα, τραγούδι.