ΜΠΙΕΣΚΑ ΚΑΙ ΜΑΡΙΑ

Το λεωφορείο είχε αργήσει μια ώρα σχεδόν αυξάνοντας την ανυπομονησία όσων περίμεναν και προκαλώντας αγανάκτηση στους περισσότερους αλλ’ αυτό ήταν τόσο γενικό που δεν έκανε εντύπωση επειδή πολλά λεωφορεία είχαν καθυστέρηση και κανείς δεν ήξερε για ποιο απ’ όλα αδημονούσε ο διπλανός του. Και ξαφνικά πρόβαλε ψηλά, στη στροφή, μέσα σε σύννεφα σκόνης και καπνού, ένας ακαθόριστος όγκος που πλησίαζε αγκομαχώντας.
Η Μαρία αναπήδησε. «Νά το!» φώναξε.
Η μάνα κι ο πατέρας της σήκωσαν βαριεστημένα τα μάτια και κοίταξαν. «Ησύχασε!» την μάλωσαν τρυφερά «Αυτό δε μοιάζει καν με λεωφορείο!»
«Έτσι είναι τα λεωφορεία που πάνε στα μικρά χωριά! Μου το είχε περιγράψει ακριβώς! Είναι και πράσινο!» αντέτεινε εκείνη χωρίς να μειωθεί ο ενθουσιασμός της από τις αντιρρήσεις τους.
«Γιά σύνελθε... πού διέκρινες ότι είναι και πράσινο!» είπε πιο άγρια η μητέρα «εδώ είναι όλα τόσο ταλαιπωρημένα και παλιά που αποκλείεται να διακρίνεις τέτοια ώρα αν κάποτε υπήρξαν πράσινα από τέτοια απόσταση!» Κι επειδή η μικρή είχε αρχίσει να χοροπηδάει, τη συγκράτησε με μια κάπως πιο βίαιη κίνηση.
Αλλ’ η Μαρία δεν πτοήθηκε ούτε από αυτή ούτε από μια πιο έντονη αντίδραση της μητέρας της έκλαιγε και γελούσε ταυτόχρονα κοιτάζοντας με τα μάτια ορθάνοιχτα το τετράγωνο κουτί με τα παραθυράκια που σε λίγο θα σταματούσε μπροστά τους. Και προς μεγάλη της ικανοποίηση, οι γονείς αναγκάστηκαν να παραδεχτούν ότι επρόκειτο περί αντικειμένου που έπαιζε ρόλο λεωφορείου, ενώ κάτω από τη φθορά του χρόνου και τη σκόνη μπορούσε να διακρίνει ο αμερόληπτος παρατηρητής ότι κάποτε ήταν πράσινο.
Μπροστά, πάνω από τη θέση του οδηγού υπήρχε μια επιγραφή, αλλ’ είχε σπάσει το γυαλί και μόλις μπορούσε κανείς να διακρίνει το τέλος μιας λέξης σε –μπρο, όπως τα μισά βουλγάρικα χωριά. Αλλ’ ούτε αυτό ένοιαξε τη Μαρία που είχε διακρίνει μέσα από τα θαμπά καταβρώμικα παράθυρα τα χαρακτηριστικά άσπρα μαλλιά της Μπιέσκα.
Αλλά την είδε κι εκείνη και την επόμενη στιγμή Μπιέσκα και Μαρία είχαν γίνει ένα ανθρώπινο κουβάρι, καθώς η Μαρία προσπαθούσε να βάλει στη αγκαλιά της την ογκώδη, πυκνική, κοντόχοντρη Μπιέσκα, ενώ η Μπιέσκα δίπλωνε στα δυο τη λεπτοκαμωμένη αλλά μακρόταλη Μαρία για να χωρέσει στη δική της αγκαλιά. Και μόλις η σφοδρότητα του πρώτου εναγκαλισμού χαλάρωσε, η Μαρία άρχισε ανάμεσα σε γέλια και σε κλάματα, να τιτιβίζει σαν πουλί. Έπρεπε μέσα σε μια στιγμή να διηγηθεί στην Μπιέσκα όλα όσα είχαν συμβεί τη χρονιά που πέρασε, πώς τα πήγε στην έκτη Δημοτικού και την προετοιμασία της για το Γυμνάσιο.
Μισά βουλγάρικα, μισά ελληνικά, μισά με τα μάτια, μισά με τα χείλια, οι δυό τους δεν είχαν ποτέ πρόβλημα επικοινωνίας. Στην πραγματικότητα, στα έντεκα ολόκληρα χρόνια που ήσαν μαζί, από τότε που η Μαρία ήταν βρέφος έξι μηνών και η Μπιέσκα μια αξιοπρεπέστατη αλλά τρομοκρατημένη μεσόκοπη οικονομική πρόσφυγας που δεν ήξερε ακόμα να πει ούτε νερό, μέχρι που η Μαρία θα
πήγαινε στην έκτη και θα μπορούσε να φροντίζει μόνη της τον εαυτό της, ενώ την Μπιέσκα την καλούσαν νέα καθήκοντα δίπλα στα εγγόνια της, έμαθαν πολλά η μια από την άλλη και συνδέθηκαν με μια αγάπη τόσο δυνατή, που όταν η Μπιέσκα έφευγε για λίγο γεμάτη λαχτάρα να δει τα παιδιά και τα εγγόνια που προέκυψαν εν τω μεταξύ, δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει στο θετό της παιδί, ενώ η Μαρία δικαιολογούσε την απουσία της στις φίλες λέγοντας πως “έχει κι άλλα παιδιά.” Στο μεταξύ, μέχρι η Μπιέσκα να περάσει από το νερό στο κανάτι, η Μαρία είχε μάθει βουλγάρικα όσα κι ελληνικά, που τα επεξέτεινε με τα άπειρα τραγούδια με τα οποία την κανάκευε η Μπιέσκα καθώς και με τις επισκέψεις κάποιου από τα παιδιά της κάθε χρόνο. Κι όταν ανήσυχη η μητέρα της για τη ‘βουλγαροφωνία’ της κόρης της ζήτησε από την Μπιέσκα να της μιλάει μόνο ελληνικά, η Μπιέσκα υπάκουσε. Της έλεγε ελληνικά ‘σήκω’ και ‘ντύσου’, δηλαδή όταν λειτουργούσε ως μπέιμπισίτερ, αλλ’ όταν ξέφευγε από το ρόλο της αυτόν και άρχιζε τα τεράστια βουλγάρικα παραμύθια με τα υπερφυσικά δάση και τις μαγεμένες λίμνες, τις μεταμορφωμένες μάγισσες και τους ηρωικούς νεαρούς που γίνονταν τελικά βασιλιάδες, τα έλεγε στην κατεξοχήν γλώσσα του παραμυθιού, στα βουλγάρικα. Και μέσα σ’ αυτά τα έντεκα χρόνια η Μαρία είχε πάει με την φαντασία της σε κάθε κόχη και γωνιά αυτής της χώρας, τουλάχιστο όπου είχε πάει η Μπιέσκα, από τα δάση με τις καστανιές στα καπνοχώραφα και από τα χωράφια με τον ηλίανθο στους περίφημους ροδώνες, εκτός από τα μοναστήρια και τς εκκλησιές, τα κάστρα και τα ποτάμια. Της έφερνε μάλιστα και πολλά εξαιρετικά εικονογραφημένα παραμύθια που τα διάβαζε η ίδια η Μαρία, γιατί έμαθε να διαβάζει βουλγάρικα, χωρίς να το καταλάβει. Κι αν μίλησε μαζί της ελληνικά σ’ αυτή τη συνάντηση, ήταν επειδή η Μπιέσκα προσπαθούσε να μιλήσει ελληνικά μπροστά στους γονείς της, οι οποίοι στις τέσσερεις μέρες που βρίσκονταν ήδη στη Βουλγαρία, άλλοτε είχαν διασκεδάσει και άλλοτε είχαν νιώσει αμηχανία από την αντίδραση των ανθρώπων που έβλεπαν ένα ζευγάρι Ελλήνων να συνοδεύει ένα βουλγαρόπουλο.
Η έκπληξη άρχισε από τα σύνορα, που η Μαρία βλέποντας πέρα από αυτά σπίτια και δέντρα έκανε σαν τρελή νομίζοντας ότι πίσω από το καθένα τους βρίσκεται η Μπιέσκα.
Ο αξιωματικός, αν και οι διατυπώσεις ήταν εντελώς στοιχειώδεις, απόρησε με τα βουλγάρικά της ρώτησε διακριτικά τη μητέρα αν είναι υιοθετημένη, η μητέρα της αναστατώθηκε, ο αξιωματικός δεν ήξερε τι θα πει babysitter και κλήθηκε η Μαρία να δώσει τις απαραίτητες διευκρινίσεις. Το γεγονός τής έδωσε εκ των πραγμάτων το ρόλο του διερμηνέα, στον οποίο η Μαρία ανταποκρίθηκε επαρκέστατα.
Κατόπιν, το περιστατικό αυτό κατάλληλα διανθισμένο έκανε την Μπιέσκα να γελάσει πάρα πολύ. Αλλ’ όταν η Μαρία της είπε ότι “βλέποντας τη λέξη Μπαλγάρια νόμιζα ότι έβλεπα εσένα… ” έβαλε τα κλάματα.
Έκλαψε η Μπιέσκα τόσο όσο πριν από ένα χρόνο, όταν αναγκάστηκε να την αφήσει έκλαψε όσο έκλαψε και η Μαρία, που δεν της είπαν βέβαια από την αρχή ότι θα έφευγε οριστικά, αλλά το κατάλαβε από το κλάμα της Μπιέσκα άσχετο αν προσπαθούσε να τους πιστέψει για να το αντέξει. Η μητέρα της αντέδρασε άσχημα. “Δεν ορφάνεψε, επιτέλους! Εμείς, οι γονείς, δεν υπάρχουμε;” είπε εκνευρισμένη και τελικώς είδε με ικανοποίηση την αναχώρηση της βουλγάρας baby sitter διότι αγνοούσε ότι ορφάνευε η σχέση τους ότι ένας άνθρωπος μπορεί να έχει πολλές και διάφορες σχέσεις που η διακοπή τους να ισοδυναμεί με ορφάνια. Δεν είχε, επίσης, αντιληφθεί τη διαφορά μεταξύ του ‘κρατάω ή και μεγαλώνω ένα παιδί’ από το ‘ανατρέφω ένα παιδί’ η βουλγάρα ήξερε μόνο ν’ ανατρέφει παιδιά ούτε τα μεγάλωνε, ούτε τα κρατούσε.
Και άρχισε μετά η Μαρία να της γράφει πελώρια γράμματα στα βουλγαρικά, γιατί η Μπιέσκα δεν ήξερε να διαβάζει ελληνικά, με όλα τα περιστατικά, πολλά από τα οποία δε μάθαινε ούτε η μητέρα της, τις ανησυχίες και τα προβλήματά της, όπως τότε που την είχε κοντά της. Και όταν ήρθαν οι καλοκαιρινές διακοπές… ζήτησε να την πάνε στη Βουλγαρία να δει την Μπιέσκα.
Το βράδυ κοιμήθηκαν στο ξενοδοχείο, όπου πέρασαν τη νύχτα με τη Μαρία στο κρεβάτι της Μπιέσκα, να κελαηδάει συνεχώς, μέχρι που αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά της. Την επομένη μπήκαν όλοι μαζί στο αμάξι και ανέβηκαν στο χωριό, που τ’ όνομά του τελειώνει σε –βίτσι, οκτώ ώρες δρόμο, για τον οποίο το λεωφορείο της Μπιέσκα χρειάστηκε δεκατέσσερεις, αλλά δεν άντεχε “να μην κατέβει να τους προϋπαντήσει” κι έμειναν μια υπέροχη εβδομάδα, κατά την οποία η Μαρία έβγαινε όταν έβγαινε και η Μπιέσκα, και η Μπιέσκα έμενε μέσα όσο έμενε και η Μαρία. Και στο τέλος, με το κατευόδιο, ξανάρχισαν τα κλάματα. Άρχισαν η Μπιέσκα με τη Μαρία, αλλά δε μπορεί να μείνει κανείς ασυγκίνητος όταν νιώθει γύρω του τόση αγάπη. Και όταν το αμάξι έβγαινε στη δημοσιά, το ακολούθησε τρέχοντας κανα χιλιόμετρο περίπου όλο το χωριό.