Γκιλμίζ και Αλτράζ
Γιάλεβ
Η αλήθεια λίμνη καταγάλανη
κλεισμένη σε ψηλά βουνά.
Η αλήθεια είναι λίμνη καταγάλανη
κλεισμένη σε ψηλά βουνά·
ρουφάει το βλέμμα σου, τη σκέψη, την καρδιά
και με πόθο ακαταμάχητο σε διαποτίζει
να πέσεις μες στα τρίσβαθα νερά της
να γίνεις φως, αρμονία, γνώση και χαρά.
Η αλήθεια λίμνη καταγάλανη
μέσα σε ψηλά βουνά.
Η ομορφιά της φαίνεται μόνο από μακριά.
Στίλβη άμωμη και κάλλος αγλαότατο
στην άσπιλη διαφάνειά της
που δεν τη χαράζουν
παρά οι ρυθμικές εκλάμψεις της σύντηξης
του εναργούς με το υπάρχον.
Ω! Η αλήθεια, λοιπόν, δεν είναι παρά
μια χοάνη από πανύψηλα βουνά
όπου ανάμεσά τους λέγεται ότι υπάρχει
μια λίμνη καταγάλανη.
Η αγάπη είναι πάντα ορατή
Η Αλτράζ και ο Γκιλμίζ κατεβαίνουν αργά, προσεκτικά, στον ολάνθιστο ροδώνα. Κρατάνε ακόμα και την αναπνοή τους. Κουκουβίζουν μόλις βγει το φεγγάρι, μην τύχει και ρίξουν σκιά. Και μόλις φτάσουν βαθιά μες στον κήπο αγγίζουν με λαχτάρα το λεπτό καφασωτό, καθένας από τη δική του πλευρά, και περιμένουν. Περιμένουν να λιώσει το καφασωτό από τον πόθο τους, ή ν’ αλλάξουν οι άνθρωποι και να πέσουν τα καφασωτά, ή ακόμα να λιώσουν κι οι δυο από τον πόθο πάνω στο καφασωτό, και ν’ αφήσουν για πάντα εκεί ένα ίχνος· το μαρτύριο της αγάπης τους.
Πολλές φορές περιμένουν σιωπηλά, ίσαμε να πλημμυρίσουν από αγάπη, και κλαίνε. Άλλοτε περιμένουν αγγίζοντας τις άκρες των δακτύλων τους, που μόλις περνάνε από τα μάτια του καφασωτού. Αλλ’ όταν ο ροδώνας ανθίζει, καλή ώρα σαν και τώρα, και ο αέρας γεμίζει από ευωδιές και κριγμούς σπόρων που ανοίγουν, αυγών που εκκολάπτονται, ανεπαίσθητα ψιθυρίσματα από ζούδια που σμίγουν, από τρίλιες, κοάσματα, σφυρίγματα, βόμβους, φευγαλαίες εκλάμψεις της πυγολαμπίδας και άλλα καλέσματα ερωτικά, η Αλτράζ και ο Γκιλμίζ μεθάνε· και όταν μεθάνε, μιλάνε ή τραγουδάνε.
Η Αλτράζ συνήθως τραγουδάει· ο Γκιλμίζ διηγάται. Έτσι σμίγουν. Σμίγουν γιατί αν δεν τραγουδούσε η Αλτράζ, ο Γκιλμίζ δε θα είχε μάθει αυτά τα τραγούδια, και αν δεν διηγούνταν ο Γκιλμίζ δε θα είχαν φτάσει ποτέ στην Αλτράζ αυτά τα παραμύθια.
Η Αλτράζ και ο Γκιλμίζ έχουν πέσει με λαχτάρα πάνω στο καφασωτό. Αγγίζουν τα δάχτυλά τους και με την ανάσα τους το πρόσωπο ο ένας του άλλου, αφήνοντας να διαχυθούν ανάμεσά τους ο πόνος, ο πόθος, η ματαίωση, η εγκαρτέρηση, η θλίψη, ο πόνος, η υπομονή, το παράπονο… ακόμα και λίγη οργή. Η νυχτερινή υγρασία τούς έχει παγώσει μ’ αυτοί μέσα τους φλέγονται και δεν το νιώθουν.
Η Αλτράζ τραγουδάει· ο Γκιλμίζ διηγάται. Ένας αδιάκοπος μαγεμένος ήχος κι ένα αμυδρό μαρμαίρον φως σαν από άστρο μακρινό τους τυλίγει. Η αγάπη είναι πάντα ορατή.
Η Αλτράζ κατηγορεί τον Γκιλμίζ ότι είναι ψεύτης
Ο Γκιλμίζ, με τα μάτια κλειστά, είναι παραδομένος στο να διηγάται. Η φωνή του πάλλεται, ασπαίρει, κορυφώνεται ή κάνει βουτιά σαν αετός σε κοιλάδα, αιωρείται για λίγο χαμηλά κι εξακοντίζεται και πάλι στα ύψη· γίνεται τρυφερή σα χάδι, στριγγή σαν καρφί που χαράζει την πέτρα, κυματιστή σαν δρεπάνι θεριστή, κυκλική σα χορός· πότε μοιάζει με κεραυνό και πότε με φλοίσβο, πότε με ρόγχο κυμάτου και πότε με κλάμα μωρού, πότε φυλλοθρόισμα και πότε γδούπος από δέντρο που τσακίζεται μέσα στην καταιγίδα, πότε τρίλια αηδονιού και πότε κραυγή ερωδιού.
Η Αλτράζ ακούει. Ακούει γιατί τραγούδησε πολύ· έκλαψε, γελασε, πικράθηκε, παρηγορήθηκε, απελπίστηκε, αναθάρρησε, και τώρα έχει γαληνέψει· και κουρασμένη σα να πέρασε μιαν ολόκληρη ζωή μέσα σε λίγη ώρα, ακούει. Ακούει με προσοχή· ακούει με αγάπη. Και από τη διήγηση του Γκιλμίζ νιώθει στην καρδιά της τραγούδι νέο να ξεχειλάει. Ακούει για να ξανατραγουδήσει.
Ξάφνικά νιώθει κάτι να την πειράζει· κάτι σα βέλος να τρέχει ήδη στον αέρα και να την απειλεί. Φοβάται· φοβάται και θυμώνει, αλλά δεν έχει τρόπο να το πει. Και όταν ο θυμός της φουντώνει πάρα πολύ, διώχνει τη μαγεία της διήγησης, της νύχτας, του ολάνθιστου ροδώνα, και ξεσπά. Μα τι να του πει; Μόνο τραγούδια ξέρει… και μόνο λόγια αγάπης έχει μάθει από τον Γκιλμίζ.
«Είσαι ψεύτης, Γκιλμίζ, είσαι ψεύτης. Μου περιγράφεις πράγματα που ποτέ δεν είδες, μου διηγείσαι ιστορίες που ποτέ δε συνέβησαν, μου μιλάς για σοφούς που δεν έζησαν, βάζεις λόγια σε στόματα που ποτέ δεν τα είπαν… Είσαι ψεύτης, Γκιλμίζ, είσαι ψεύτης!»
Ο Γκιλμίζ σώπασε. Έσκυψε το κεφάλι και δεν ξαναμίλησε μέχρι το πρωί.
Ο Γκιλμίζ πείθει την Αλτράζ ότι λέει την Αλήθεια
Βρέθηκαν πάλι μπροστά στο καφασωτό αμίλητοι. Άγγιξαν τα δάχτυλά τους, άφησαν ανάσες και δάκρυα να σμίξουν και περίμεναν ο ένας τον άλλο να σπάσει πρώτος τη σιωπή. Αλλ’ ενώ ούτε μιλούσε αυτός ούτε τραγουδούσε εκείνη, ένας αδιάκοπος μαγεμένος ήχος κι ένα αμυδρό μαρμαίρον φως σαν από άστρο μακρινό τους είχε και πάλι τυλίξει. Η αγάπη ήταν πάντα εκεί.
«Τόσο πολύ σε πλήγωσα πια που δε μου ξαναμιλάς;» ρώτησε δειλά η Αλτράζ.
«Όχι!» αποκρίθηκε τρυφερά ο Γκιλμίζ· «αλλά με απασχολεί πώς θα σε πείσω, τώρα, εδώ, χωρίς να υπάρχει άλλος κανείς να το επιβεβαιώσει, ότι σου λέω την αλήθεια.»
«Μίλησα έτσι γιατί σε αγαπάω πάρα πολύ!» είπε με τη ζεστή της φωνή η Αλτράζ· «Αλλά ένιωσα κάτι σα βέλος στον αέρα να με απειλεί, και θύμωσα. Όλα είναι ωραία, αλλά ξέμακρα σ’ αυτή την αγάπη, ακριβώς όπως στο παραμύθι. Το μόνο πράγμα που αγγίζω είναι αυτό το καφασωτό, που το λαχταράω όλη μέρα και το βράδυ το μισώ. Το μόνο πράγμα που φτάνει ίσαμε μένα είναι η φωνή σου. Είναι το μόνο πράγμα που έχω από σένα για ν’ αγαπώ, και πάνω του να στηρίξω την αγάπη μου. Και πώς να θεμελιώσω μια τόσο μεγάλη αγάπη πάνω σε μια φωνή που δεν μου λέει την αλήθεια;»
«Γι’ αυτή την αγάπη δεν έρχομαι κι εγώ ώς εδώ;»
«Ναι!» αποκρίθηκε η Αλτράζ.
«Γι’ αυτή την αγάπη δεν ζω, αναπνέω και υπάρχω;»
«Ναι!»
«Αν όλα όσα σου έλεγα, ήξερες με κάποιο τρόπο ότι είναι αλήθεια, αλλ’ αν δεν σ’ αγαπούσα, τι νόημα θα είχε για σένα αυτή η αλήθεια;»
«Κανένα!»
«Βλέπεις, λοιπόν, ότι η αλήθεια μας δε βρίσκεται σ’ αυτό που συνέβη κάποτε, αλλού… αν κάποιος είδε, είπε. έφτιαξε, έκανε… Η αλήθεια μας βρίσκεται σ’αυτή την αγάπη που δίνει νόημα σε ό,τι και να σου πω!»
Η Αλτράζ δεν μιλούσε. Πεσμένη πάνω στο καφασωτό έκλαιγε και γελούσε για την αγάπη του Γκιλμίζ, την τρελή. που ήταν ικανή ακόμα και θεούς κοινούργιους να πλάσει, όταν ένιωσε ξαφνικά τα πηχάκια του να υποχωρούν και ν’ ανοίγουν. Πέρασαν τα χέρια τους, πέρασαν τα κεφάλια τους, ανάσαιναν βαθιά τα μαλλιά τους, φιλούσαν τα μέτωπά τους και τέντωναν το λαιμό τους να φιληθούν.
Ακόμα λίγο και θα έφτανε τα χείλη του… Ένα σφύριγμα ακούστηκε στον αέρα κι έπειτα σιωπή. Μαύρη σιωπή σαν την πίσσα, όπως όταν σβήνει κάποιο δυνατό φως. Το βέλος είχε καρφωθεί στο στήθος του· το ένιωθε ανάμεσα στα δάχτυλά της.
«Θα έχω πεθάνει ώς την αυγή! Ό,τι σου πω αυτό το βράδυ, να το πιστέψεις!» είπε ο Γκιλμίζ με μια φωνή σαν από σπηλιά επειδή πονούσε φρικτά.
Κούσαμ
Αλήθεια, νύμφη άσπιλη
κάλλος υπερκόσμιο, ήχος αρμονικός,
κάμπος απάτητος, άζευτος ποταμός,
κρίνο λευκό και πάναγνο
και άπαρτο κάστρο σε βουνό·
ψεγάδι δε βρίσκεται πάνω σου την ημέρα
ούτε μομφή σε αγγίζει τη νύχτα·
άνεμος δε σε ρυτιδώνει και φτερό δεν κάνει κύκλους.
Η αλήθεια είναι νύμφη άσπιλη
κυκλωμένη από σιδερόφραχτους πολεμιστές.
Πλήθη εραστών και στίφη βιαστών,
ανθρώπων πλήθη σοφών και απλών,
παθιασμένων κι έκπληκτων,
περίεργων και αμφισβητιών,
μεταμφιεσμένων και γυμνών
συνωστίζονται γύρω της,
σάμπως να ήτανε η κολυμπήθρα της σωτηρίας.
Η αλήθεια όμως είναι αφρός·
αν την αγγίξεις τραυματίζεται
και αν την πιάσεις διαλύεται·
αν την πλησιάσεις καταργείται
και αν σταθείς απέναντί της
τη βλέπεις να σβήνει σαν όνειρο τη στιγμή που ξυπνάς
όταν πιο πολύ από κάθε τι θέλεις
το όνειρο να συνεχίσεις και να ζήσεις.
Τα πλήθη ασυλλόγιστα απλώνουν τα χέρια
βγάζουν κραυγές χωρίς νόημα και ουρλιαχτά
ουρλιαχτά τυφλής επιθυμίας
διότι θέλουν· αλλά ξέχασαν τι ζητούν.
Σχοινοβατούν στο κράσπεδο του χάους
και στης αβύσσου το χείλος ζυγιάζονται
ανάμεσα στην ελπίδα και την τρέλα
την έκπληξη και τη φρίκη,
το δέος και την απώλεια·
ανάμεσα στο πανώριο και το αβάσταχτο,
το μεγαλειώδικο και το μόλις πιστευτό.
Παίζουν ώς το έσχατο όριο της αντοχής τους
σαν τον μανιακό που στρέφει στην καρδιά του το μαχαίρι·
σβήνουν με τα μάτια κλειστά
πάνω από το φλογοβόλο νερό
και πριν από το μέγα άλμα της αυτοθυσίας,
ή της αυτοχειρίας
απλώνουν απελπισμένα τα χέρια
τάχα για να σταθούν ορθοί,
στ’ αλήθεια όμως επειδή υπερποθούν
το απαστράπτον, το αιγλήεν αγίασμα
σαν ήλιος μεσημβρινός,
το υπέρπυρο και καταλύον
σα λιωμένο μολύβι,
το αναψύχον σαν ολάνθιστος ροδώνας.
Η αλήθεια είναι λίμνη καταγάλανη
νύμφη άσπιλη
ζωσμένη με ψηλά βουνά.
Χρόνοι ίσοι, άνισες ζωές
Η Αλτράζ έσπρωξε το καφασωτό δυνατά, το άνοιξε και πέρασε ολόκληρη προς τον Γκιλμίζ. Πρώτη φορά έβλεπαν ολόκληρο το πρόσωπο ο ένας του άλλου· πρώτη φορά άγγιζαν ο ένας τον άλλο· πρώτη φορά έσφιγγαν ο ένας τον άλλο πάνω στο κορμί του.
Έβαλε το πρόσωπό της κάτω από το λαιμό του κι έκλαιγε ήρεμα, σιγαλά, σα να τραγουγούσε. Έκλαιγε από την ανακούφιση και τη χαρά που τον είχε φτάσει· έκλαιγε για τη ζωή και το θάνατο που έρχονταν καλπάζοντας για να συναντηθούν εκεί που βρίσκονταν κι αυτοί· έκλαιγε γιατί όλα χάνονταν και κερδίζονταν ταυτόχρονα μέσα σε μια στιγμή.
«Τι έκανες, τρελή;» φώναξε ασπρίζοντας πιο πολύ από το φόβο παρά από το θάνατο ο Γκιλμίζ· «Αύριο το πρωί θα σε σκοτώσουν!»
«Ο θάνατος έρχεται από τη στιγμή που γεννιόμαστε!» απάντησε· «Δεν έχω ζωή έξω από την αγάπη σου· δεν έχω χαρά έξω από τη χαρά σου· δε θέλω ν’ αντικρίσω τη μέρα που δε θα φωτίζεις τον κόσμο μου εσύ!»
Ο Γκιλμίζ την κοίταξε βαθιά στα μάτια κι ένιωσε στο πρόσωπό του την ανάσα της να τον ζωογονεί· τη ρούφηξε μέσα στα στήθη του κι ένιωσε να τον καίει. «Αύριο το πρωί θα πεθάνουμε κι εγώ κι εσύ! Κι αν εμένα με χτύπησαν οι σπιούνοι, εσύ γιατί να χαθείς;» ψιθύρισε με πόνο.
Η Αλτράζ χαμογέλασε· έγειρε πάνω του και άρχισε να διηγάται: « Φώλιασε κάποτε ένα μυγάκι στη κόχη του χρυσού κλουβιού όπου είχαν το πιο πολύτιμο πουλί της αυτοκρατορίας. Μόλις όμως το πουλί είδε πως είχε γείτονα, άρχισε να φτεροχτυπιέται και να φωνάζει “Φρουροί! Φρουροί! Διώξτε αυτόν τον ξένο, τον παρείσακτο, τον σφετεριστή!” Οι υπηρέτες κατάλαβαν βέβαια πως ήταν θυμωμένο αλλά δεν καταλάβαιναν τα λόγια του. Έτρεξαν και το καθάρισαν, του έβαλαν κι άλλο φαγητό, του άλλαξαν το νερό… αλλά το πουλί δεν ησύχασε. Μέρες και νύχτες προσπαθούσαν με διάφορες συνταγές και τεχνάσματα, αλλά δεν κατάφεραν να το ηρεμήσουν. Το πουλί άρχισε σιγά σιγά να μην τρώει από τη στενοχώρια του, να μην κελαηδάει… πότε πότε προσπαθούσε, έξαλλο από την οργή, να χτυπήσει το μυγάκι, αλλά το ράμφος του ήταν πολύ χοντρό και το νύχι του πολύ γαμψό. Ο βασιλιάς, ακόμα κι όταν πήγε στον πόλεμο,. ρωτούσε μέρα νύχτα· η βασίλισσα περνούσε κάθε τόσο και το κοίταζε με λύπη και η βασιλοπούλα κλεισμένη στο δωμάτιό της, πέταξε τις κούκλες της κι έκλαιγε συνεχώς. Και το πουλί να πηγαίνει κάθε μέρα από το κακό στο χειρότερο. Σοφοί, γιατροί, ιερείς, μάγοι, αστρολόγοι, εξορκιστές, έρχονταν… κοίταζαν… κουνούσαν το κεφάλι τους, έδιναν μια μάταιη συμβουλή κι έφευγαν. Άφησε και τον πόλεμο ο βασιλιάς κι έτρεξε πλάι του, αλλά το βρήκε πια ετοιμοθάνατο πεσμένο στο πλάι. Μέσα στη μεγάλη αίθουσα του θρόνου, όπου κάποτε δεν άκουγες ούτε ανάσα, εκτός από τη φωνή του βασιλιά, μάγοι έκαναν αγιοτικά, ιερείς προσεύχονταν, γιατροί αντιδικούσαν και γινόταν μια χλαλοή χειρότερη κι απ’ το παζάρι, ενώ ο βασιλιάς ζαρωμένος πάνω στο θρόνο του, με τη χλαμύδα να του έχει ανέβει στ’ αυτιά και το στέμμα γερμένο στο πλάι, περίμενε είτε το θαύμα, είτε το φοβερό άγγελμα. Τότε πια, για πρώτη φορά, το πουλί καταδέχτηκε να μιλήσει στο ίδιο το μυγάκι. “Και τι θαρρείς ότι κατάφερες με την ξεροκεφαλιά σου;” ψέλλισε με αδύναμη φωνή· “Ότι θα πάρεις όλο το κλουβί; Μόλις εγώ πεθάνω, θα βάλουν όλο το κλουβί μέσα σε βραστό νερό να καθαρίσει. Και θα σε σκοτώσουν κι εσένα φυσικά!” “Πότε θα γίνει αυτό;” ρώτησε ανήσυχο το μυγάκι. “Αύριο ή μεθαύριο το πολύ!” “Τι;” φώναξε σκάζοντας στα γέλια το μυγάκι· “Αύριο ή μεθαύριο; Και θες από τα σήμερα να σκοτιστώ; Ίσαμε αύριο και μεθαύριο θα έχω αγαπήσει, γεννήσει, μεγαλώσει τα παιδιά μου, φροντίσει τα εγγόνια μου, που θα έχουν κι αυτά αγαπήσει και γεννήσει κι έχουν φροντίσει τα εγγόνια τους! Άκου… αύριο, μεθαύριο!” ξανάπε γελώντας. Τότε το πουλί, με όση δύναμη του είχε απομείνει, σηκώθηκε και είπε λυπημένο: “Αλίμονο! Κι εγώ τι έχω κάνει εδώ μέσα, ζώντας άσκοπα τόσον καιρό; Τραγούδησα για τον βασιλιά, στόλισα τα τσάγια και τα δείπνα του, αλλά δεν έζησα. Πώς θα ξαναβρώ, τώρα πια, τόσες χαμένες μέρες; Πού πήγε όλος αυτός ο καιρός;” Και ξανάρχισε να τρώει, γιατί δεν ήθελε πια να πεθάνει!»
«Αυτό σε ρωτάω κι εγώ, αγαπημένη μου…» είπε μέσα στ’ αναφιλητά του ο Γκιλμίζ· «πού είναι πια ο καιρός;»
«Δεν είναι ο χρόνος που κάνει τη ζωή, αγαπημένε μου!» του αποκρίθηκε η Αλτράζ· «Η ζωή κάνει το χρόνο! Γι’ αυτό, ακόμα κι αν ζούσαν όλοι ίσιους χρόνους, θα ζούσαν άνισες ζωές!»
Ιφτάλ
Η αλήθεια λίμνη καταγάλανη
κλεισμένη σε ψηλά βουνά·
σαν το αίμα ζωντανή, γάργαρη σαν το νερό
που γυρίζει τον τροχό και ανανεώνεται·
σαν το τραγούδι, σαν τη στιγμή,
σαν τον μόχθο τον τιτάνειο του ανθρώπου
που κυλάει σα μέταλλο αναλυτό,
αγγίζει, τσακίζει, κατακαίει, αχνίζει,
βεβηλώνει κι εξαγνίζει,
δοκιμάζει, πιστεύει, αμφισβητεί,
χαίρεται, καρπίζει, ανθοφορεί,
θρηνεί, χάνεται κάτω από τη γη
και ακούραστα το νέο σχεδιάζει από την αρχή.
Η αλήθεια πόλη σε κάμπο απάτητο
σε κάστρο απροσπέλαστο και από τον ουρανό
που ούτε με λαγούμι μπορείς νύχτα να την πάρεις·
δρόμο δεν έχει να πας,
φως να τη δεις, είδηση να την ακούσεις.
Άσοφοι και σοφοί, υπερόπτες και ταπεινοί
την πολιορκούν
ελπίζοντας να βρουν ένα φως να φωτίσουν
μια σκιά ν’ αποκρύψουν
μια γλώσσα να ερμηνεύσουν
τον κόσμο τους.
Συνωστίζονται γύρω της
κι αχολογούν σαν στο παζάρι,
λογομαχούν, διαλαλούν
και σαν άγουροι προφήτες κηρύττουν
καθένας το δίκιο του
καθένας τον κόσμο του
καθένας τον καιρό του.
Λιτανεύουν, σπένδονται, δοξολογούν,
οργιάζουν, θυσιάζουν, μυούνται και μυούν,
θρηνούν κάθε θεό που πεθαίνει
και τον ξαναγιορτάζουν όταν ανασταίνεται·
κι η αλήθεια άφαντη κι όμως στα πόδια τους μπροστά
μια λίμνη, μια πόλη, μια γνώση,
μια πύλη, μια μνήμη, μια θλίψη,
μια αγάπη ή μια καταφυγή,
η αλήθεια αγώνας νυχθημερινός,
φως, αγλάισμα, λάμψη, χαρά, αγκάλιασμα ερωτικό,
όνειρο, ιερό μυστικό, πυρ κατακαίον κι εξαγνιστικό,
η διαφάνειά της δίνη βαθιά αεικίνητη
η στίλβη της κρυφά ορμητικά νερά.
Η αλήθεια είναι λίμνη καταγάλανη
κλεισμένη σε ψηλά βουνά·
η αλήθεια είναι σκληρή, δυνατή,
μόχθος που αχνίζει, ποτάμι που κυλά,
αίμα που καρπίζει,
υπόσχεση που ανανεώνεται.
Από αυτό που λέμε όνειρο σ’ αυτό που λέμε αλήθεια
«Πάει κάμποσος καιρός,» άρχισε πάλι να λέει στο αυτί του Γκιλμίζ η Αλτράζ, «που άρχισα να θυμάμαι τα όνειρά μου. Και ο ύπνος έπαψε πια να είναι μια απλή διακοπή της καθημερινής μου ζωής, αλλά μια άλλη ζωή· ούτε χειρότερη, ούτε καλύτερη από τη ζωή που ζούμε· απλώς μια άλλη, μια επιπλέον ζωή.»
«Το όνειρο δεν είναι ζωή· είναι είκασμα!» απάντησε ο Γκιλμίζ με τη σκληρότητα αυτού που πεθαίνει αλλά και σφίγγοντάς την πάνω του με τον πόθο εκείνου που χάνει το παν· «Είναι τόσο αληθινό όσο και το είδωλό σου στον καθρέφτη ή το νερό.»
«Έτσι λέμε πάντα για τα όνειρα των άλλων· έτσι λέμε και για τα δικά μας όταν ξυπνήσουμε και δούμε πως ήταν πλάσμα του νού μας το κακό. Αυτό όμως το όνειρο ήταν πάντα το ίδιο· και γινόταν ολοένα πιο σαφές και πιο χειροπιαστό, μέχρι που ξεπέρασε σε σαφήνεια και ενάργεια ακόμα κι αυτή την πραγματική μου ζωή.»
«Αυτό δεν είναι δυνατό! Δεν είναι δυνατό!» γρύλλισε ο Γκιλμίζ.
«Το ξέρω ότι θα δυσκολευτείς να με καταλάβεις!» τον αντίσκοψε η Αλτράζ· «Είσαι άντρας, και στον άντρα όλα, εκτός από τον πόνο και τον θάνατο, συμβαίνουν έξω από το κορμί του· έρωτας, πόθος, θυμός, χαρά, αγάπη…» Κοιτάζει το πρόσωπο του Γκιλμίζ που είναι έτοιμος να ξεσπάσει, γελάει και συνεχίζει: «Γι’ αυτό ο άντρας φωνάζει αλλά δεν κλαίει, απλώνει το χέρι και σκοτώνει αλλά δεν χτυπάει το στήθος του ούτε χαράζει τα μάγουλά του, τραγουδάει περισσότερο απ’ όσο πονάει την αγάπη του, και όταν αυτοκτονεί, ποτέ δεν παίρνει φαρμάκι· διαλέγει τρόπους θορυβώδικους κι εντυπωσιακούς, σα να πρόκειται να παρακολουθήσει ο ίδιος το θέαμα. Ο άντρας δεν πιστεύει τίποτε ολοκληρωτικά· όλα τα νιώθει έξω από τον ίδιο, γι’ αυτό και μόνος του, χωρίς τη γυναίκα, δεν μπορεί ούτε να ζήσει ούτε να πεθάνει.»
«Μα συ μιλούσες για το όνειρο…» ψιθύρισε ο Γκιλμίζ.
«Είναι, λοιπόν, ανίκανος και να ονειρευτεί! Ο άντρας ονειρεύεται παράξενα, ή μάλλον ανέφικτα κι εξωπραγματικά. Γι’ αυτό το όνειρο του άντρα είναι τόσο ρευστό που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Ποτέ δεν αφορά τη ζωή που ζει αλλά μια ζωή που ποτέ δε θα ζήσει.»
«Και τι έγινε, λοιπόν, με το γυναικείο όνειρό σου;» την αντίσκοψε ο Γκιλμίζ λίγο κοροϊδευτικά· «Αν θες να πεις πως είμαι εγώ που με αγκαλιάζεις, και σταματάει εδώ… δεν είναι όνειρο αλλά εφιάλτης!»
«Εφιάλτης ήταν η ζωή μου που κύλησε μέσα σ’αυτό το σαράι,» αποκρίθηκε κλαίγοντας και σφίγγοντάς τον πάνω στο κορμί της η Αλτράζ, «που γέρασα και πέθανα, εγώ και τόσες άλλες πριν από μένα και μετά. Αλλά τούτη τη στιγμή σα θημωνιά που λαμπαδιάζει ξαφνικά γίνηκε η ζωή μου ελπίδα, αγάπη, τραγούδι και φωτιά. Έχει ώρες μέχρι το πρωί, να μιλήσουμε, ν’ αγαπηθούμε, να ονειρευτούμε, να τραγουδήσουμε και να ελπίσουμε. Ας μην πάει όλη ετούτη η χαρά στα χαμένα! Μέσα σε τούτη τη νύχτα μαζεύτηκε όλη η ζωή μου, όλα τα πριν και τα μετά, όπως μαζεύεις τον ανθό ενός λεμονοδάσους σ’ ένα κουταλάκι.»
«Τρελή! Τρελή!» φώναξε μέσα στην απόγνωσή του ο Γκιλμίζ· «τι μπορείς ακόμα να ελπίζεις; Τι προλαβαίνεις να πεις; Τι να χαρείς; Οι φρουροί θα με βρουν με το βέλος στο πλευρό και το καφασωτό ριγμένο. Φύγε, μήπως γλιτώσεις τη ζωή σου τουλάχιστον εσύ! Η αλήθεια είναι μία! Αν μείνεις μαζί μου μέχρι το πρωί, θα χαθούμε από τον κόσμο μαζί! Να ποια είναι η αλήθεια!»
«Ποιος σου είπε αυτή την ανοησία γι’ αλήθεια, αγαπημένε μου;» σπάραξε πνιχτά η Αλτράζ πάνω στο στήθος του· «Και ποιος σου είπε πως η αλήθεια είναι μία; Αυτό δεν το έχει πει κανένας σοφός, ούτε μάντης και προφήτης, ούτε εμπνευσμένος σαλός! Για ποιαν αλήθεια μιλάς επιτέλους; Για κείνη που έχει περάσει ή για κείνη που δεν έχει ακόμα φανεί; Γιατί αλήθεια τωρινή δεν υπάρχει, αφού και το τώρα δεν είναι παρά το πέρασμα από την πριν στην επόμενη στιγμή. Και η αλήθεια δεν μπορεί να υπάρξει παρά σαν φευγαλέο πέρασμα ανάμεσα στα όρια του πιθανού· είναι ότι είναι η αστραπή από το σύννεφο στο μάτι· ότι είναι το αλάπ από τον ταμπουρά στο αυτί. Δεν έχει κορμί και γι’ αυτό δε γερνάει!»
Η Αλτράζ ανατρέπει τις αντιλήψεις του Γκιλμίζ για την αλήθεια
Ο Γκιλμίζ την αγκάλιασε πιο τρυφερά και την άφησε να ηρεμήσει, όταν ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ήταν τέτοια η ευτυχία του που δεν έφτανε η καρδιά του να τη χαρεί κι έπρεπε να επιστρατεύσει κάθε ίνα του κορμιού του. Ήξερε πολύ καλά ότι όλα θα έσβηναν, όπως ακριβώς το όνειρο, με το πρώτο αυγινό φως, αλλά η στιγμή που ζούσε είχε καταλάβει τα παν, μέχρι τα απώτατα όρια του χρονικού τους ορίζοντα και ήταν τόσο δυνατή, διάπυρη και μεγαλειώδης, που έκανε το πικρό αυτό ενδεχόμενο να μοιάζει τόσο μακρινό όσο όταν ήταν δέκα χρονώ και μια τσιγγάνα του είπε πως θα πεθάνει μετά τα εκατό. Τι και που δεν είμαι εκατό; σκέφτηκε· Η τσιγγάνα δεν έπεσε έξω! Απλά φαίνεται ότι μέσα σε μια ώρα θα ζήσω τα εβδομηνταπέντε χρόνια που μου υπολείπονται!
Έπειτα άρχισε να της μιλάει για την αλήθεια μεθοδικά, συγκροτημένα, ακριβώς όπως κάνουν οι σοφοί, όπως έκανε άλλωστε πάντα κι αυτός, γιατί είχε καθήσει κοντά στα πόδια σοφών και είχε διδαχτεί από δασκάλους, και στον τεκκέ της ιερής ταρίκας, και στο μεντρεσέ και στων ερημιτών τα σπουδαστήρια.
«Μα… για τι μου μιλάς;» είπε κάποια στιγμή η Αλτράζ.
Ο Γκιλμίζ ξαφνιάστηκε. «Τι ερώτηση είναι αυτή;» είπε σχεδόν θυμωμένος· «Τόση ώρα μού έδινες την εντύπωση ότι με παρακολουθείς προσεκτικά· και τώρα με ρωτάς για τι σου μιλάω;»
«Μου μιλάς για την αλήθεια!»
«Λοιπόν;»
«Αλλά μου μιλάς ακριβώς όπως όλα αυτά τα βράδια που μιλούσαμε από μακριά· ενώ τώρα κρατιόμαστε αγκαλιά!»
«Και λοιπόν; Αυτό δεν αλλάζει την αλήθεια!»
«Αν δεν την αλλάζει… δε θέλω καθόλου να ξανακούσω γι’ αυτήν!»
«Μα… υπάρχει τίποτε πολυτιμότερο από την αλήθεια;» της αντέτεινε ο Γκιλμίζ.
«Φυσικά! Η αλήθεια!» απάντησε η Αλτράζ.
«Μα με κοροϊδεύεις… και μάλιστα αυτή τη στιγμή που όλα τελειώνουν την αυγή; Ποια αλήθεια είναι πολυτιμότερη από την αλήθεια;»
«Η δική μου αλήθεια είναι πολυτιμότερη από τη δική σου!»
«Δεν υπάρχουν δυο αλήθειες! Αλλά ακόμα κι αν υπήρχαν… και αν ήσουν τόσο άκαρδη και σκληρή που να μου πεις ότι η δική σου είναι πολυτιμότερη από τη δική μου… θα σου απαντούσα κι εγώ το ίδιο! Η δική μου είναι πολυτιμότερη από τη δική σου!»
«Εγώ άκαρδη και σκληρή;» τον αντίσκοψε με παράπονο η Αλτράζ.
«Όχι…» απάντησε μετανοιωμένος ο Γκιλμίζ, «είπα αν ήσουν τόσο άκαρδη και σκληρή!»
«Είδες πόσο γρήγορα η αλήθεια σου γίνεται ψέμα;» είπε τότε η Αλτράζ· «Επειδή έμαθες να ταξινομείς και να κωδικοποιείς, νομίζεις πως η αλήθεια είναι κάτι στατικό, που το κατέχεις. Κι εγώ σου λέω πως είναι ρευστή, σαν τη ζωή, ευαίσθητη σαν το φως που χάνεται αν σταθείς μπροστά του αλλά και παντοδύναμη σαν την άνοιξη, που ότι και να συμβεί, ακόμα κι αν είναι πόλεμος, ανθίζει.»
Ο Γκιλμίζ ταράχτηκε. «Μα γιατί μιλάς έτσι, αγαπημένη μου; Ξέρεις πως είμαι έτοιμος να πεθάνω για σένα· να πέσω και στη φωτιά για χάρη σου! Αλλά είμαι σπουδαγμένος· ξέρω όλα τα μυστικά τη γης και του ουρανού και δεν μπορώ να μιλήσω αλλιώς! Η γνώση αυτή είναι η μόνη κόχη στην οποία μπορώ να καταφύγω και το μόνο σημείο πάνω στο οποίο μπορώ να σταθώ και ν’ αντικρίσω τον κόσμο πεθαίνοντας! Αν με αμφισβητήσεις κι εσύ… πάω χαμένος δυο φορές! Και το να εκμηδενιστώ στα μάτια σου είχε χειρότερος θάνατος από το σπαθί που με περιμένει!»
«Αυτή είναι η διαφορά μας, αγαπημένε μου!» απάντησε η Αλτράζ· «Εγώ δε θέλω να πεθάνω για σένα αλλά να ζήσω και ν’ ανθίσω για σένα! Δε θέλω να μείνεις πίσω μου για να με θυμάσαι, να με βάλεις στο πιο τρυφερό φύλλο της καρδιάς σου, αλλά να ζήσεις αυτό που έχουμε ακόμα μαζί! Εμένα δε μ’ ενδιαφέρει ν’ αντικρίσω τον κόσμο πεθαίνοντας! Μου αρκεί που τον απόλαυσα ζώντας!»
«Έχεις δίκιο! Δίκιο σε όλα!» φώναξε ο Γκιλμίζ μ’ ενθουσιασμό.
Γκιττάλ
Η αλήθεια, νύμφη πάναγνη
κλεισμένη σε ψηλά βουνά·
η αλήθεια, λίμνη καταγάλανη,
απρόσιτη σαν άστρο,
τριγυρισμένη από λειβάδια καρπερά.
Στ’ όνομα μιας ανικανοποίητης αγάπης
τα τραγούδια όλα
και στ’ όνομα ενός πόθου ανέγγιχτου
όλες οι μουσικές,
στ’ όνομα μιας αλήθειας απλησίαστης
όλα τα βήματα
και στ’ όνομα ενός ύψους δυσθεώρητου
όλα τα άλματα.
Γνώστης μου ο αιώνιος αναζητητής,
κατακτητής μου ο παθιασμένος εραστής
κάτοχός μου αυτός που δεν απογοητεύεται
ο ικανός και ο έτοιμος να λέει πάλι από την αρχή!
Αυτός που μόλις με κλείσει γερά
στα χέρια του, στη γλώσσα, στο μυαλό του
ξέρει ότι δε μ’ έχει· ότι δεν είμαι πια εγώ.
Όριό του το όριο του ανθρώπου·
το πλάτος του ματιού του,
η οξύτητα του αυτιού του,
η καθαρότητα του νού του
η αντοχή του κορμιού του.
Η Αλτράζ εξηγεί στον Γκιλμίζ τη διαφορά ανάμεσα στη φενάκη και την αλήθεια
«Και όμως σ’ αγαπώ πάρα πολύ για να σε αφήσω να σε καταπιεί το ψέμα, μόνο και μόνο επειδή η αλήθεια είναι πικρή! Αν μείνεις εδώ μέχρι να λαλήσει το πρώτο πουλί, δε θα προλάβεις να δεις την ανατολή!» επέμεινε ο Γκιλμίζ.
«Μη χάνεις την ελπίδα σου, καλέ μου!» αποκρίθηκε πρόσχαρα η Αλτράζ· «Αν δεν ελπίσεις, πώς θα μ’ επιθυμήσεις; Και αν δε μ’ επιθυμήσεις πώς θα με πάρεις στην αγκαλιά σου να με αγαπήσεις; Αν απελπιστείς, πάει να πει αν μετανιώσεις που βρέθηκες εδώ, ό,τι κι αν γίνει θα είναι μάταιο και χωρίς λόγο, ακόμα και αν μας σκέπαζε με το φτερό του ο άγγελος του Προφήτη! Θα είχα ζωή χωρίς εσένα, ακόμα κι αν ανάσαινες αυτόν τον μυρωμένο αέρα, ακόμα κι αν έβλεπες τον ήλιο και το φως!»
«Κακά τα ψέματα! Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει το σήμερα αν δεν προσβλέπει το πάντα!» την αντίσκοψε ο Γκιλμίζ· «Δε βλέπεις τη λαβωματιά που έχω στο πλευρό; Μας προδώσανε! Έστειλα βούλα σφραγισμένη σε φίλο καπετάνιο να μας περιμένει απόψε στον κάβο, και αντί για σινιάλο σωτηρίας βέλος με χτύπησε θανατερό!»
«Μπορεί το βέλος να είναι για καλό!» επέμεινε η Αλτράζ· «Νά το το πάντα! Μπροστά σου! Αρχίζει ακριβώς από σήμερα!»
«Αλλά!» την αντίσκοψε ο Γκιλμίζ.
Αλλά η Αλτράζ τού έκλεισε τρυφερά το στόμα και του διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία. Μια γυναίκα συνάντησε κάποτε στο περιβόλι κάποιον που τον αγάπησε πάρα πολύ. Ο άντρας της δεν άργησε να το υποψιαστεί από τη συμπεριφορά της και κάποια της μισόλογα, θλιμμένα μάτια και βαθιές ανάσες, και άρχισε να την παρακολουθεί. Και την είδε, εκεί που σκάριζε, να μπαίνει σε μια σπηλιά· περίμενε ώρα πολλή, και η γυναίκα ξαναβγήκε ολομόναχη, όπως είχε μπει. Αυτό γινόταν καθημερινά· και η γυναίκα όλο και ομόρφαινε πιο πολύ, μέχρι που ο άντρας άρχισε ν’ ανησυχεί ότι είχε βάλει στο σπίτι του μάγισσα ή ξωθειά.
Μια μέρα όμως πήγε πολύ πιο μπροστά από τη γυναίκα του, μπήκε στη σπηλιά και κρύφτηκε σε μια κόχη κάπου πολύ ψηλά, έτσι που κανένας δε θα μπορούσε να τον δει. Υπήρχε και μια γούρνα με νερό και μια πολύ μικρή πηγή, και φαντάστηκε πως θα έρχονταν κι άλλες ξωθειές να λουστούν γυμνές. Κάποτε φτάνει κι η γυναίκα του, γδύνεται, μένει γυμνή, λούζεται και βγαίνει από νερό. Αλλά, πάνω που ήταν έτοιμος να της φωνάξει ένα ξόρκι τρομερό και να τη διώξει για πάντα από τη ζωή του, βλέπει έναν άντρα να έρχεται τρέχοντας, από μιαν άλλη είσοδο της σπηλιάς, ν’ αγκαλιάζει τη γυναίκα του και να την ξαπλώνει στη γη.
Δεν άντεξε το θέαμα, έβγαλε μια τρομερή κραυγή κι έπεσε από ψηλά με το μαχαίρι του υψωμένο, ενάντια στον εραστή. Εκείνος όμως, ψύχραιμος, έκανε στο πλάι, και πριν προλάβει ο άλλος να ξαναεπιτεθεί, άρπαξε ένα χοντρό λιθάρι και του το εκσφενδόνισε· τον βρήκε κατάστηθα. Ο άνθρωπος έπεσε μπρούμυτα βογκώντας, του έφυγε το μαχαίρι από το χέρι κι έφτυσε αίμα.
Οι δυο εραστές άρπαξαν το μαχαίρι και βγήκαν από τη σπηλιά τρέχοντας. Μόλις βγήκαν στο φως, κοντοστάθηκαν. “Πότε θα σε ξαναδώ;” ρώτησε η γυναίκα. “Δεν ξέρω…” μουρμούρησε ο άντρας. “Τι θα πει… δεν ξέρεις; Εγώ κάθε μέρα θα σε περιμένω εδώ!” “Άσε να μερέψουνε τα πράγματα! Να μας ξεχάσει λίγο το χωριό!” αποκρίθηκε εκείνος. Τότε η γυναίκα σήκωσε το μαχαίρι και χτύπησε τον εραστή της στο πλευρό. “Κρίμα που του ξέφυγες! Δε θα είχα καταλάβει τι κάλπης εραστής… πόσο παλιάνθρωπος είσαι!” του φώναξε κι έφυγε πιλαλώντας.