ΑΤΜΑΣΑΚΤΙ

Δεν ήταν πια τόσο βαθύ σκοτάδι που να μην ξεχωρίζει η πέτρα από το θάμνο ή το ρείκι από το νερό, αλλά δεν είχε ακόμα τόσο φως που να παγιδεύεται στις γλυφές του βράχου και να σμίγουν οι σκιές. Ήταν η ώρα που οι σαύρες και τα φίδια, παρακινημένα από την πρωινή δροσιά σαλεύουν. Και από τη μια στιγμή στην άλλη αρχίζει το ξέφρενο κυνήγι της ζωής… έτσι που λένε οι σοφοί τη λυσσαλέα μάχη της ζωής και του θανάτου. Αλλ’ οι σαύρες και τα φίδια δεν έχουν σοφούς να σκαρώνουν ευφημισμούς και ίσως γι’ αυτό δε δίνουν σημασία στο θάνατο, όπως δε δίνουν και στη ζωή. Η ύλη τους περνάει από τη μια φάση στην άλλη όπως γυρίζει η σκιά γύρω από το έλατο ή όπως παγώνει και ξεπαγώνει στη λίμνη το νερό.
Σκιές έρπουν, τινάζονται, πηδάνε, σηκώνονται και πέφτουν, σμίγουν και χωρίζουν, αλλάζουν σχήμα, εξαφανίζονται κι επανεμφανίζονται με μια πολύ μακριά κι εξαιρετικά πολύπλοκη περιοδικότητα, θα έλεγε κανείς αρμονία, που όσο και αν είναι δυσδιάκριτη δεν παύει να υπάρχει. Μοιραία, λοιπόν, δεν μπορεί να ξεχωρίσει κανείς πού το φύλλο και πού το κλαδί, πού το νύχι και πού το δόντι, πού το χάδι και πού η πληγή, πού ο θάνατος και πού η ζωή. Ούτε να πεις μπορείς πόσοι μετέχουν σ’ αυτό το παιχνίδι, και ποιοι. Απλώς όλα είναι εγκόσμια και υπερκόσμια μουσική.
Αμέτρητες οι σκιές κάθε μια κάτι κρύβει ή κάπου κρύβεται. Και ανάμεσά τους πολλές που θα τις έλεγες ανθρώπινες, αν σε ξεγελούσε το σχήμα του κορμιού και ο χτύπος της καρδιάς τους. Η Ατμασάκτι είναι μια από αυτές ένα πρόσωπο όλο μάτια για να βλέπει στο σκοτάδι κι ένα κεφάλι γεμάτο μαύρα μαλλιά που την καλύπτουν ολόκληρη, τρυπώνει παντού σαν πελώρια σαύρα, τυλίγεται σα φίδι, αναπηδά σαν αίλουρος ανάμεσα στα βράχια και τους θάμνους, κολλάει σα φλούδα ξερή στα δέντρα, και δεν της ξεφεύγει τίποτα σκαντζόχοιρος, ασβός, αρουραίος, σκουλήκι… Αρπάζει ό,τι βρίσκει και κρύβεται κοιτάζοντας γύρω της με φόβο. Η Ατμασάκτι είναι ένα από τα κορίτσια της φυλής που βγήκαν μαζί, αλλά κάθε μια για λογαριασμό της. Γι’ αυτό φοβούνται η μια την άλλη, όσο φοβούνται τα ραβδιά, τα ρόπαλα και τα τόξα των νοικοκυραίων, που τις κυνηγάνε αλύπητα. Κι αν πιάσουν καμιά ζωντανή, θα εκδικηθούν πάνω της όλες τις κλεψιές που γίνανε στον τόπο, κι έπειτα θα τη σκοτώσουν με μια τσεκουριά σαν ασβό ή σαν αρουραίο. Γιατί αυτές δε μπορούν να τις συμπονέσουν και να τις παραδώσουν, έστω, στα πορνεία των ναών. Κανένας βαρναβάντι, άνθρωπος που ανήκει σε κάστα δηλαδή, έστω κι ο αθλιότερος από τους σούδρα να είναι, δούλος δούλου, δεν τις αγγίζει και κανένας ναός δε θα τις συγκαταλέξει στις πάνσεπτες και σεβάσμιες ιεροόδουλες του. Λέγεται μάλιστα πως έχουν φίλτρα μαγικά και όποιος τις πλησιάσει τον ξεστρατίζουν και τον παίρνουν μαζί τους, σαν ξωτικά.
Όλοι τις σιχαίνονται και τις φοβούνται. Κι αυτές επίσης σιχαίνονται και φοβούνται η μια την άλλη, και πιο πολύ απ’ όλες την Ατμασάκτι. Αν και η λαχτάρα να της μοιάσουν τους πλημμυρίζει το νου και την καρδιά, και ξεχνιούνται σ’ αυτόν τον ευγενικό κι εντελώς ανθρώπινο στοχασμό που ξεκινάει από το φθόνο, περνάει από το θαυμασμό και, καμιά φορά, φτάνει ως τη λατρεία, αυτό δεν τις εμποδίζει να την εχθρεύονται όταν έχει τα χέρια της γεμάτα φαγητό. Γιατί η Ατμασάκτι είναι η πιο άγρια, η πιο αποφασιστική κοπέλα της φυλής είναι ικανή να κινείται, σουρτά και πηδηχτά χωρίς να την αντιληφθεί και το πιο εξασκημένο μάτι. “Από το δάσος δε βγήκε,” ψιθυρίζουν μεταξύ τους “στα χωριά δε ζητιάνεψε, διαβάτη δεν πλησίασε, έρωτα δε γνώρισε, ξενοτοπίτη δε σίμωσε, ρούχο γύρω της δεν τύλιξε, όρθια δεν περπάτησε, φωτιά δεν άναψε, ανθρώπου λόγο δεν άκουσε, μάτια στον ουρανό δε σήκωσε! Και όμως όλα τ’ αγόρια αυτή θέλουν!” Και αν οι πιο πολλές δόθηκαν σε άντρες για ένα πέτρινο μαχαίρι ή ένα κομμάτι κανάβινο σκοινί, για την Ατμασάκτι, ο πατέρας της ζητάει σαράντα προβιές κι όλοι λένε πως θα τις πάρει! Τι παραπάνω έχει ένας άρχοντας στην πολιτεία; λέει με το νου της.
Γι’ αυτές όμως, η Ατμασάκτι είναι ακόμα πιο κάτω απ’ ό,τι είναι όλοι τους, ως φυλή, για κείνους που ανήκουν σε κάστες. Δεν είναι παρά ένα ζώο σε σχήμα ανθρώπου και ο άνθρωπος  ζώο είναι ακόμα πιο κάτω και από το ζώο  ζώο, διότι ούτε για τον άνθρωπο είναι άνθρωπος, ούτε και για το ζώο, ζώο. Αυτό βέβαια, θα έλεγε ένας σοφός, είναι στοιχείο κοινό με το θεό ούτε ο θεός είναι άνθρωπος για τον άνθρωπο, ούτε ζώο για το ζώο. Αλλ’ αυτές είναι σκέψεις ξένες εντελώς γι’ αυτά τα κορίτσια. Κι ενώ πλαγιάζουν με τα γουρούνια στην ίδια τρύπα, δεν ανέχονται και δεν της επιτρέπουν ούτε να τις αγγίξει. Η Ατμασάκτι δεν είναι απλά μια ‘ανέγγιχτη’, μια παρία. Είναι κάτι ακόμα πιο κάτω είναι παρία για τους παρία. Αν αυτές είναι στον πυθμένα του κόσμου, η Ατμασάκτι είναι στο τσόφλι του πυθμένα.
Προχωρούν βιαστικά τρέχουν με τα τέσσερα, όχι σα βρέφη αλλά σα θεριά. Όχι πως δεν μπορούν να σταθούν και να βαδίσουν στα δυο, άνθρωποι είναι, μα η στάση αυτή τούς φαίνεται πιο φυσική, αφού ο γενάρχης τους, ο Βισβανάνγκα, το τεράστιο φίδι που έζωνε κάποτε τον ωκεανό, σερνόταν στην κοιλιά. Και όταν εκδιώχτηκε, ως αμιγώς υλικός, από τη χορεία των θεών όπου είχε εισφρύσει για να κλέψει την αμβροσία, και πέθανε μοιραία, τα λέπια του σκόρπισαν στη θάλασσα κι έγιναν νησιά, τα δόντια του μπήχτηκαν στη γη κι έγιναν βουνά, κι από τη σάρκα του, από τη σαπίλα των εντοσθίων του ξεπήδησε αυτός ο τερατόμορφος, ο κακόσχημος κι ελεεινός λαός. Στραβοφτιαγμένοι σαν ξωτικά, κοντοί, λιγνοί σαν καλάμια, λεροί σα βρεγμένα αποκαΐδια, χωρίς υπερβατικό στοιχείο στο κορμί, όμοιοι με τον γενάρχη τους, ζούνε σε λάκκους σαν ασβοί και γρυλίζουν σαν ποντίκια. Δεν είναι γόνοι, αλλ’ αποβράσματα σάρκας χωρίς πνευματική υπόσταση, σάρκας νεκρής εξαρχής, παρά τη φευγαλέα μίμηση της ζωής, σάρκας καταδικασμένης όχι σε θάνατο απλά, από τον οποίο προσδοκάς μιαν έκβαση ελπίδας ή πόνου, αλλά σε πλήρη εξαφάνιση και απόλυτη λήθη απόρροιες μιας σάρκας μη υποκείμενης σε πραγματική ζωή, που υπέκλεψε το σχήμα του ανθρώπου με δόλο. Γι’ αυτό οι θεοί, όταν έφτιαχναν τον κόσμο και ίδρυαν τα βάρνα, τις κάστες δηλαδή, για να βάλουν τάξη σ’ ό,τι έχει ζωή ντέβα, άνθρωπο, ζώο, φυτό, από τον ύπατο μπράμανα ως τον έσχατο σούδρα, δεν βρήκαν σ’ αυτούς τίποτα εκτός από ύλη και τους άφησαν έξω, σαν πέτρες. Όχι επειδή δεν μπορούν να έχουν γνώση, νόμο, ήθος, τάξη, συνείδηση αλλ’ επειδή απ’ την καθεαυτό σύστασή τους, από τη φύση τους δηλαδή, είναι πέρα για πέρα υλικοί. Ανάμεσά τους η επιθυμία είναι άγνωστη γιατί η πείνα και ο πόθος συγκεφαλαιώνονται και συνοψίζονται στη βία και την ανάγκη.
“Η πέτρα δε χάνεται! Και σκόνη να γίνει, με τον καιρό ξαναγίνεται πέτρα!” διδάσκουν οι γέροντες της φυλής και οι νέοι ακούνε με μάτια πυρωμένα, ενώ μέσα τους φουντώνει το πείσμα και η περηφάνεια του περιφρονημένου, του απωθημένου στην άκρη και γι’ αυτό ταγμένου να ορίζει το τίποτα από το παν. Κι επειδή δε διαθέτουν τίποτε πέρα από το υλικό τους κορμί, δε μπορείς να πεις αν ανήκουν πιο πολύ στο τίποτα ή μάλλον στο παν. “Ο παρία θα γίνει γη… και η γη θα ξαναγίνει παρία! Το τζίβα, η ζωή, δεν εξαφανίζεται! Ενώ αυτοί, οι βαρναβάντι, μόλις το άτμα, η ψυχή, φύγει από το ανθρώπινο σώμα, μετενσαρκώνονται σε σκνίπες ή κροκόδειλους!” συνεχίζουνε οι γέροντες χαμογελώντας με την πικρή αυτάρκεια εκείνου που ξέρει τα βαθιά μυστικά και οι νέοι χαμογελάνε επίσης με τη συνείδηση του θεμέλιου λίθου που σηκώνει αγόγγυστα ολόκληρο το οικοδόμημα μαζί με την περιφρόνηση αυτού του ίδιου του οικοδομήματος. Παρά την πείνα και τη φτώχεια τους, τον κατατρεγμό και την καταφρόνια, κατορθώνουν να γελάνε με το κατάντημα εκείνων που επαίρονται ότι κάποτε θα γίνουν θεοί. Αυτοί, οι ίδιοι, δεν έχουν αυταπάτες είναι απόβλητοι, ανέγγιχτοι, τιποτένιοι, ουτιδανοί! Άρπαξαν το σχήμα του ανθρώπου με τον ίδιο τρόπο που ο γενάρχης τους πήγε να περάσει για θεός. Δεν ξέρουν τίποτα για τους θεούς δεν έχει νόημα να μάθουν αφού περιπλανιόνται στη γη χωρίς ένθεη προοπτική. Και μερικοί ρίσι, άγιοι, που ξεπέρασαν τα όρια της κάστας χάρη στη σοφία και την οσιότητά τους, πιστεύουν ότι, αναφερόμενοι σ’ αυτούς, δεν πρέπει να μιλάμε για ζωή ή θάνατο και, συνεπώς, ο φόνος τους δεν επισύρει αμαρτία, αφού δεν έχουν καταγραφεί ως ζωντανές οντότητες στον ουρανό. “Είναι σα να σπας, απλώς, μια πέτρα,” λένε.
Κι έτσι αυτοί γεμίζουν με μιαν ιδιαίτερη δύναμη όχι τη δύναμη που γίνεται οργή, αλλά τη δύναμη που γίνεται γλυκύτητα, τρυφερότητα και καρτερική περηφάνεια, ώστε ν’ αντέχεις να ζεις χωρίς καταφυγές και εξωτερικά στηρίγματα. Το τίποτα δεν έχει τίποτα να στηριχτεί αλλά δεν έχει και τίποτα για να στηρίξει. “Είμαστε φτιαγμένοι σαν πέτρες χωρίς τον άυλο ιστό, το πνεύμα, που διαπερνά το υλικό σώμα ακόμα και της κάμπιας! Οι ασούρα, οι δαίμονες, ίσως κάποτε συνειδητοποιηθούν και υποταχτούν. Εμείς δεν έχει νόημα!” σαρκάζουν οι γέροντες, φτύνοντας προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, όσες και οι κάστες, και κλείνουν ειρηνικά τα διάφανα από την αδυναμία βλέφαρά τους με την επηρμένη παραίτηση του απόλυτα στερημένου ανθρώπου που συνειδητοποιεί ότι δεν έχει άλλην επιλογή, ούτε ελπίδα, σαν το σκορπιό της ερήμου που είναι ελεύθερος απ’ όλα επειδή στερείται των πάντων αλλά, παρά ταύτα, ζει! Εμείς είμαστε ελεύθεροι! Και αν δεν είμαστε τόσο δυνατοί που να σπάμε τα δίχτυα τους, είμαστε τόσο μικροί που περνάμε από τις θηλειές τους σα σκιές! στοχάζονται οι νέοι άντρες, οι συνεχιστές της φυλής, και νιώθουν, αν όχι περήφανοι, πάντως ικανοποιημένοι. Αν και η σιγουριά της κάστας, η σκλαβιά της κάστας, το φριχτό δηλητήριο που πλανιέται στον αέρα, χτυπάει πότε πότε κάποιους στη φυλή, ιδιαίτερα τα κορίτσια.
Η Ατμασάκτι φτάνει στο φρύδι του λόφου, κολλάει στο βράχο, βγάζει προσεκτικά το κεφάλι και κοιτάζει κάτω. Κοιτάζει ώρα πολλή χωρίς ν’ ανοιγοκλείνει τα μάτια, σα φίδι. Ένα ελαφρό μουγκανητό, ήχοι λεπτοί, κουδουνάκια σκευής, ήρεμες ανάσες τής τραβάνε την προσοχή. Δεν ξεχωρίζει τα πράγματα, αλλά το ένστικτο του αρπακτικού, η ‘μυρωδιά’, δεν την ξεγελάνε. Βλέπει σχεδόν τις όμορφες αγελάδες, καθεμιά τους αξίζει για τους γκόπα, τους βουκόλους, τόσες φορές όσα δάχτυλα έχει στα χέρια και στα πόδια πάνω απ’ ολόκληρη τη φυλή της. Και πίσω της η καθεμιά τραβάει ένα κάρο με κάδους γάλα, σακκιά αλεύρι, πιθάρια με γκι… χώρια τα πανικά, τα φύλλα τα ιαματικά και τ’ αρωματικά κλαδάκια.
Κοιτάει! Φοβάται; Πάντα φοβάται αλλά την ώρα της δράσης ξεχνάει τα πάντα και κάνει τα πιο απόκοτα ρεσάλτα και είναι τόσο σβέλτη που κάποτε ξέφυγε από βέλος που είχε τοξευτεί πάνω της. Δεν τη νοιάζουν ούτε οι φωνές, ούτε οι βρισιές, ούτε οι κατάρες, ούτε τα κυνηγητά! Εκεί που οι άλλες παγώνουν όταν πέσει πάνω τους μάτι βαρναβάντι, δηλαδή ανθρώπου που ανήκει σε κάστα, αυτή τους παγώνει με το διαπεραστικό της βλέμμα. Γι’ αυτό ίσως έχει αυτά τα πελώρια μαύρα μάτια, μ’ εκείνη την παράξενη φλόγα στο βάθος. Φλόγα; Ε… όχι και φλόγα! Πολύ πάει! Δεν είναι παρά μια σπίθα τόση δα ίσα ίσα που φαίνεται. Μια σπίθα που απασχόλησε βέβαια αρκετά τους γέροντες της φυλής όταν γεννήθηκε, αλλά μετά απαγόρευσαν κάθε κουβέντα πάνω σ’ αυτό, όταν κάποιοι άρχισαν να μουρμουράνε ότι, αν προσέξεις καλά, όλοι τους έχουν μια τέτοια σπίθα στο μάτι μόνο που θάβεται με τον καιρό, για να φανεί τη στιγμή του θανάτου, όταν ο άνθρωπος απογυμνώνεται ακόμα και από το φόβο της ανάγκης.
Όταν βρίσκεται μπροστά σε κάποιο δύσκολο εγχείρημα, δηλαδή όταν βρίσκεται μπροστά στην εκδοχή του θανάτου, περνάνε όλα αυτά από το μυαλό της σε μια στιγμή, αστραπιαία αλλά τώρα η Ατμασάκτι είναι απόλυτα προσηλωμένη στο στόχο της. Κοιτάει όλο και πιο έντονα σα να προσπαθεί να σκίσει το σκοτάδι. Αν και δε μπορεί να διακρίνει παρά το μαρμαίρον αντιλάρισμα του γαλαξία στο ποτάμι που μοιάζει ακίνητο, σαν κρύσταλλο, ξέρει ότι κυλάει ανεπαίσθητα σαν το χρόνο μαζί με τ’ άστρα του ουρανού. Το ποτάμι, τόσο νέο όσο αρχαίο, κυλάει σταθερά και μαζί του κυλάνε η γη και ο ουρανός, ο αέρας και η ζωή, οι πόθοι και οι πόνοι των ανθρώπων και η Ατμασάκτι ξέρει πως δεν είναι παρά μια σταγόνα χαμένη στον τεράστιο αυτόν όγκο νερού που ζει για τον εαυτό της κατεβαίνοντας από το παγωμένο βουνό, για να χυθεί στη θάλασσα.
Αλλ’ η Ατμασάκτι δεν έχει χρόνο για ρέμβη και στοχασμό. Δεν έχει μάτια και μυαλό παρά για το τώρα και το εδώ. Καμιά ομορφιά στη φύση ούτε ιερότητα τη συγκινεί. Κοιτάει και περιμένει με μάτια και αυτιά τεντωμένα, χείλη και χέρια σφιγμένα, με το κορμί σκληρό σαν ακρίδα, για το γιουρούσι. Κοιτάει και περιμένει όπως κοιτάνε και περιμένουν κι οι άλλες γύρω, εξίσου ανυπόμονα και όλο αγωνία, χωρίς ν’ ακούγεται ανάσα. Πώς θα γυρίσουμε στους πατεράδες μας με άδεια χέρια; Θα μας κρεμάσουν ανάποδα και θα μας δέρνουν όλη τη νύχτα! σκέπτονται με τρόμο.
Χαράζει! Χαράζει σε όλη τη γη! Χαράζει πάνω τους, όπως χαράζει και πάνω στην Ατμασάκτι. Νιώθουν η μια την άλλη, αλλά δε στρέφουν ούτε τα μάτια να δουν. Ακόμα και ο κρότος των αρμών του κορμιού τους τους φαίνεται εκκωφαντικός. Μπροστά τους απλώνεται η κοιλάδα στρωμένη λουλούδια, με το πανέμορφο ποτάμι στη μέση, όπου καθρεφτίζονται τα αιωνόβια δέντρα του ιερού δάσους, και όπου μπορεί να καταφύγει κάθε ζωντανό πλάσμα του θεού, από τον άγιο ώς το σκουλήκι, ή από τον ρίσι ώς τον παλαβό και από τον μπράμανα ώς τον παρία, να προφυλαχτεί από την κάψα του μεσημεριού.
Χαράζει! Στ’ αυτιά τους δεν φτάνει άλλος ήχος εκτός από τις τρίλιες και τα φτερακίσματα των πουλιών που ξυπνούν και τον ήχο των μάντρα που αναμέλπονται από χιλιάδες αγίους που παίρνουν το πρωινό τους λουτρό. Σε λίγο αρχίζει η μεγάλη σύναξη του δάσους, όπου οι άγιοι και οι σοφοί διαβάζουν, διδάσκονται και ψέλνουν τα μεγαλεία και τη δόξα των θεών. Αλλ’ αυτές δεν κοιτάνε παρά τα κομψά πολύχρωμα κάρα με τα όμορφα στοιβαγμένα σακκιά και τα ζώα τα στολισμένα με γιρλάντες και λουλούδια, και περιμένουν την Ατμασάκτι. Μόλις ορμήσει αυτή, θα ορμήσουν πίσω τους όλες μαζί, ώστε να τα χάσουν οι βαστάζοι και να μην ξέρουν οι φρουροί που να τρέξουν ή πού να στρέψουν τα τόξα τους.
Οι άγιοι βγαίνουν από το νερό ψέλνοντας αδιάκοπα, και τυλίγονται με τα πορτοκαλιά τους ντότι, στο χρώμα της πρώτης αυγινής ακτίνας, που τους περιμένουν καθαρά και καλοδιπλωμένα. Ένα χάλκινο κρόταλο ακούγεται δισταχτικά οι χορδές ενός βίνα ακολουθούν δειλά… μέχρι που ξαφνικά, καθώς η πρώτη ακτίνα του ήλιου δρασκελάει το φρύδι του ορίζοντα και πέφτει στο βωμό των θυμιαμάτων, ο ήχος του μιρτάνγκα ξεχύνεται ενθουσιαστικός, ασυγκράτητος, παρακινητικός σε ξέφρενο εκστατικό χορό, αναπόσπαστα δεμένος με το τέλειο άσμα του θεού, το μάντρα το υπερβατικό, που αναβλύζει από την καρδιά και από το στόμα των λάτρεών του, ξεχύνεται ανεβαίνοντας ψηλά, και όσο πάει ανοίγει σαν πελώριο μανιτάρι να στεγάσει την πλάση. Κρόταλα, βίνα, μιρτάνγκα, φωνές ενώνονται για να μορφοποιήσουν την πλαστουργική δόνηση του κόσμου, που θα περάσει από την ύλη και θα ξαναγίνει νους, ιδέα, φως, λόγος, μέχρι να κατασταλάξει σε σρούτι, σε διδασκαλία ιερή.
Το άσμα του θεού ανεβαίνει και ανοίγει σαν πελώριο μανιτάρι για να στεγάσει την πλάση αλλά στεγάζει και την Ατμασάκτι μαζί. Γιατί, όσο κι αν είναι παρίας για τους παρία, δεν παύει ν’ ανήκει στην πλάση. Και αν δεν είναι πλασμένη παρά μόνο από αυτό το άθλιο υλικό κορμί, τούτο ποτέ δεν έπαψε ν’ αντανακλά την ομορφιά και να κρύβει τη δύναμη της δημιουργίας. Μήπως δε νιώθει κι αυτή την πλαστουργική δόνηση, στον αέρα πρώτα και το φως, έπειτα στο βράχο, και τέλος στο ίδιο της το κορμί; Γι’ αυτό αμύνεται ενάντια στο καλό και το ωραίο, όπως αιώνες τώρα του αντιστέκεται όλη η φυλή της. Αλλιώς το καλό και το ωραίο, μ’ ένα λόγο το επιθυμητό, θα εισέβαλαν στη συνείδησή της και θα την τσάκιζαν. Γιατί όλα τα κακά τ’ αντέχει ο άνθρωπος, ίσως τα επιδιώκει κι όλας, κακουχία, φτώχεια, πείνα, αρρώστια, θάνατο… αλλά το μόνο που δεν αντέχει είναι το να μη συμμετέχει στο καλό και το ωραίο. Και για την Ατμασάκτι, που είναι στην άκρη της ουράς της ανθρωπότητας, για μερικούς πίσω ακόμα και απ’ ολόκληρη τη ζωντανή δημιουργία, δεν υπάρχει τρόπος συμμετοχής. Αλλ’ όταν δεν μπορείς να συμμετάσχεις, πονάς. Και δεν υπάρχει πιο φριχτός από τον αδικαίωτο, από το μάταιο, πόνο. Τι λόγο έχω να πονέσω γι’ αυτό που δεν υπάρχει για μένα, όπως κι εγώ δεν υπάρχω γι’ αυτό; αναρωτιέται Τι το κοινό υπάρχει ανάμεσα σ’ εμάς και τους θεούς; ουρλιάζει μέσα στο νου της χωρίς να βγαίνει φωνή από το στόμα της Εμείς είμαστε έξω από τα βάρνα! Δεν είμαστε παιδιά του ουρανού αλλά ξερατά της γης! Αυτοί πού είναι πλασμένοι από γη και ουρανό, εφόσον δεν τελειώνουν την πορεία τους εδώ, περιφρονούν τη λάσπη του κορμιού. Αλλ’ εμείς που είμαστε μόνο χώμα και νερό, το μόνο μας μερίδιο στη δημιουργία είναι αυτή η λάσπη και την τιμούμε με το να μην απαιτούμε να είναι κάτι πέρα από αυτό που πραγματικά είναι: λάσπη! Γι’ αυτό πονάμε για την ομορφιά αυτής της λάσπης! Πώς ν’ αντέξεις το καλό και το ωραίο μάταια σκορπισμένο σε φύλλα, άνθη και πουλιά, σε μάτια και κορμιά, σε άστρα και βουνά, σε ανατολές και δειλινά… εικόνες που χάνονται μια μια, όπως χάνεσαι κι εσύ; Και αφού δεν υπάρχει τίποτα πέρα από αυτό το ‘τίποτα’ του λουλουδιού, του φύλλου και του πουλιού, των ματιών και των κορμιών, των άστρων, των βουνών, των ανατολών και των δειλινών… για ’μας δεν υπάρχουν ούτε κι αυτά! Η ανυπαρξία μας, η πριν και η μετά, ματαιώνει και την παρούσα ύπαρξή μας. Το ‘τίποτα του μετά’ είναι ίδιο ακριβώς με ‘το τίποτα του πριν’! Δεν είναι κρίμα, λοιπόν, να πονάει κανείς τον ελάχιστο αυτό χρόνο που ζει, χρόνο χαμένο στο αχανές του άναρχου και άωτου παντός, ανάμεσα σε δύο τίποτα; Όσοι ισχυρίζονται πως υπήρχαν πριν και θα υπάρξουν και μετά, πως η επίγεια ζωή είναι το προσωπικό τους τίποτα, ένα διάλειμμα ανάμεσα σε δυο υπέροχες προσωπικές αιωνιότητες, ας το περιφρονούν. Αλλά για μας είναι άσκοπο να συνθλίβουμε το παν, το προσωπικό μας παν, τη ζωή μας όλη, ανάμεσα σε δύο τίποτα! Και είναι ν’ απορεί κανείς πώς μπορεί να συνθλιβεί το παν, το μέγα παντοδύναμο παν, ανάμεσα σε δύο τίποτα; Πολύ κοστίζει σε ελευθερία το καλό και το ωραίο! Είναι πιο ακριβό και απ’ το να δουλεύεις μια ζωή σ’ έναν άντρα για ένα πέτρινο μαχαίρι και μια χάντρα, σαν την δωδεκάχρονη που πάντρεψαν χτες! Και όμως πολλές από αυτές που δήθεν παραμονεύουν μαζί μου, λαχταράνε να πέσουν στα χέρια των βαρναβάντι, μπας και χωθούν σε καμιά κάστα. Αυτό είναι ολέθριο για όλους μας είτε σαν άτομα, είτε σα φυλή.
Γι’ αυτό η Ατμασάκτι θέλει να μείνει ανεπηρέαστη να ξεφύγει! Διότι γνωρίζει καλά τις παγίδες και τα σκολιά μονοπάτια του καλού και του ωραίου, τα εξίσου επικίνδυνα με τις ατραπούς του κακού αρχίζουν ύπουλα, με την ηρεμία, τη γαλήνη, την τρυφερή προσέγγιση, τη θαλπωρή, την κατανόηση, την αποδοχή… για να καταλήξουν στη θύελλα του μεγαλειώδους και του ιδανικού ή στα βάθη τα απύθμενα του άγιου και του ιερού. Γι’ αυτό, ό,τι την αγγίζει θέλει να είναι κρύο και σκληρό, ό,τι τρώει στυφό και πικρό, όπου πλαγιάζει τραχύ και υγρό, ό,τι βλέπει αποτρόπαιο, ό,τι μυρίζει αηδιαστικό, ό,τι νιώθει αισχρό και ό,τι στοχάζεται αποκρουστικό. Διότι έτσι μόνο αισθάνεται τη σιγουριά ότι τα πράγματα είναι όπως φαίνονται και τα λόγια όπως ακούγονται.
Προσπαθεί να ξεφύγει! Αλλ’ από ποιον; Και πού να πάει; Κρόταλα, βίνα, μιρτάνγκα, φωνές, γεμίζουν τον αέρα, το βράχο, το χώμα, το φως, μ’ αυτόν τον θεσπέσιο ήχο, και όλα γύρω δονούνται στον ίδιο ρυθμό. Λες και όλη η κτίση χορεύει στο ρυθμό του θεού, τον αρχικό ρυθμό της δημιουργίας. Ο ήχος γίνεται τοίχος ορθώνεται μπροστά της άγριος και απειλητικός κι έπειτα την κυκλώνει γίνεται σπίτι, ναός, γη, ουρανός… Η Ατμασάκτι νιώθει ξαφνικά παγιδευμένη παγιδευμένη μέσα στον ήχο. Με μάτι τρομαγμένου αρπακτικού αναζητά εναγώνια μια διαφυγή. Σκάβει με τα νύχια τη γη αλλά κι εκεί πέφτει πάνω στον ήχο. Ο ήχος ανοίγει ξαφνικά φτιάχνει γεφύρι! Πώς όμως να εμπιστευθεί αυτό το φτιαγμένο από ήχο γεφύρι; Είναι ολοφάνερη παγίδα, αλλ’ η Ατμασάκι δεν βλέπει άλλη διέξοδο πρέπει να τολμήσει! Ίσως είμαι ξένη κι εδώ και πρέπει να βγω! στοχάζεται Από λάθος τους μ’ έκλεισαν, αλλ’ είδαν πως δεν τους ανήκω! Διαβαίνει το γεφύρι με μια μόνο δρασκελιά, για να βρεθεί και πάλι μπροστά σ’ έναν τοίχο έναν τοίχο από ακινησία και σιωπή. Μα… ούτ’ εδώ είναι δυνατό ν’ ανήκω! Στο τίποτα δεν ανήκει κανείς! στοχάζεται έκπληκτη η Ατμασάκτι και την τελευταία στιγμή, πριν η γέφυρα διαλυθεί, προλαβαίνει και, με μια δρασκελιά, επιστρέφει. Δεν υπάρχει άλλος τόπος γι’ αυτή. Δεν υπάρχει καταφύγιο έξω από τον ήχο αυτό που διαπνέει, διαποτίζει και διαπερνά τα πάντα τον ήχο που είναι παντού που είναι ο ίδιος τα πάντα και το παντού. Πώς να κρυφτείς από έναν ήχο που δεν έρχεται από πουθενά αλλά ξεπηδά από το κάθε τι, ακόμα κι από το κάθε κύτταρό σου χωριστά, σα να βρισκόταν μέσα σε κάθε ψήγμα της ύλης, κάθε κόκκο ζωής, όλους αυτούς τους αιώνες, και ξαφνικά τον ελευθέρωσαν όπως το ξύλο λεφτερώνει από μέσα του τη φωτιά;
Στο μεταξύ, ο ήχος του μιρτάνγκα γίνεται όλο και πιο επίμονος, όλο και πιο ενθουσιαστικός, σα να προσπαθεί να πάρει μαζί του όλη την πλάση το άσμα δυναμώνει σα θύελλα και η έκσταση των λάτρεων φτάνει στο αποκορύφωμά της καθώς η πρώτη ακτίνα του ήλιου ξεγλιστράει από την έκπαγλη μασχάλη του ορίζοντα. Ο ήχος διαχέεται αόρατος, αλλά πολλαπλά αισθητός και η Ατμασάκτι νιώθει τη δόνηση να την τυλίγει σα φωτιά από παντού. Ενστικτώδικα κολλάει στο βράχο για να σωθεί. Ξέρει πως με τη φωτιά δεν παίζουν αλλ’ αυτό δεν είναι φωτιά! Είναι κάτι που δεν το ξέρει κάτι για το οποίο δεν της μίλησε κανείς. Και ο βράχος δονείται στον ίδιο ρυθμό, το ρυθμό του μιρτάνγκα, αυτόν το διαβρωτικό ρυθμό, ενδυοτρία! ενδυοτρία! ενδυοτρία! ενδυοτρία! το ρυθμό που παίρνουν μονομιάς όλα όσα είναι πάνω στη γη, λες και τον είχαν ανέκαθεν μέσα τους. Τρέμει ο βράχος σα να τρέμουν οι ίδιες οι ρίζες της γης τρέμει και η Ατμασάκτι μαζί με το βράχο, σα ναυαγός που βουλιάζει γαντζωμένος στη σανίδα του. Κρατιέται η Ατμασάκτι πάνω στο βράχο και δονείται μαζί του μπήγει τα πελώρια γαμψά της νύχια, τα σκελετωμένα δάχτυλα, τα δόντια… το πιγούνι… κρατιέται με τα γόνατα και τους μηρούς, με τους αστράγαλους και τις πατούσες, σφίγγεται με όλη της τη δύναμη σα ναύτης πάνω στο κατάρτι μέσα στη θύελλα, ενώ ο βράχος δονείται στον ξέφρενα ενθουσιαστικό ρυθμό του βίνα, των κροτάλων, του μιρτάνγκα, ενδυοτρία! ενδυοτρία! ενδυοτρία! ενδυοτρία! Κρατιέται η Ατμασάκτι γερά και κλείνει τα μάτια, για να μη βλέπει την κοιλάδα που γέμισε λάτρεις, αγίους, ρίσι και σοφούς που ψέλνουν και χορεύουν, άλλοι κρούοντας τις παλάμες στον ίδιο ρυθμό, άλλοι με τα χέρια σηκωμένα σε έκσταση και μαζί τους λες πως χορεύουν, ή μήπως χορεύουν πραγματικά; τα δέντρα τα θεόρατα και οι θάμνοι, οι βράχοι, οι πλαγιές και το βουνό, ακόμα και το νερό στο ποτάμι όπου καθρεφτίζεται ο ουρανός. Η πλάση σηκώθηκε ορθή και χορεύει στον ίδιο ρυθμό ενδυοτρία! ενδυοτρία! ενδυοτρία! ενδυοτρία! Όσο και να κλείσεις τα μάτια σου, πώς να κλείσεις τ’ αυτιά; Πώς να μη νιώσεις τη δόνηση που έρχεται από παντού, από τη γη και τον αέρα που είναι γύρω σου, από τη σάρκα που σε αποτελεί και την ανάσα σου, όταν αυτή η δόνηση όχι μόνο γίνεσαι αλλά και είσαι κατ’ ουσία εσύ; Πώς να την αγνοήσεις και πώς να της αντισταθείς όταν είσαι πηγή, στόχος και κέντρο της μαζί;
Και σα να μην έφτανε ο ήχος, έρχεται και το φως. Μια ακτίνα… ένα φως πολύ δυνατό για τα φτενά βλέφαρα της Ατμασάκτι δυνατό ακόμα και για το κατάμαυρο δέρμα της ένα φως τόσο δυνατό που διαπερνά τη σάρκα και τα κόκκαλά της. Μια ριπή φωτός, σαν την πρώτη ακτίνα που χύθηκε στην πλάση από τον ουρανό, την ξεδίπλωσε και χάραξε πάνω της τον κόσμο. Μια ακτίνα, που δε βρήκε, θαρρείς, σ’ όλη τη γη άλλον τόπο ν’ ακουμπήσει… κι έπεσε πάνω της πάνω στην Ατμασάκτι.
Η ίδια πάλλευκη εκτυφλωτική φλόγα που άστραψε στιγμιαία στον ορίζοντα, πέφτει πρώτα στο βωμό… αναπηδά… τρυπάει το βράχο και βρίσκει την Ατμασάκτι. Κι αυτή τινάζεται σα να πήρε κατάστηθα τη σαϊτιά. Νιώθει μέσα της ένα γδούπο μια δροσιά, μια φωτιά, κάτι αλλόκοτο που δεν είναι ούτε δροσιά ούτε φωτιά, και δεν μπορεί να πει τι είναι. Κοιτάζει πάνω της ξανά και ξανά, έκπληκτη, έντρομη, αναστατωμένη… και όμως με μια ζεστή, μιαν ακατανόητη γαλήνη στην καρδιά. Κοιτάζει… αλλά δεν βλέπει κάτι το παράξενο, το καινούργιο, το διαφορετικό ούτε αίμα, ούτε πληγή… Έχει το ίδιο σκοτεινό κορμί, το άγριο μαύρο δέρμα, ίδιο για τη νύχτα και τη μέρα, για το λιοπύρι και την παγωνιά, για τον άνεμο και το χαλάζι βλέπει τα στήθη, την κοιλιά, την ήβη. Ρίχνει λοξές ματιές όλο αγωνία στις κοπέλες γύρω της. Αλλ’ αυτές τίποτα δεν τις ανησυχεί γι’ αυτές τίποτα δεν έχει αλλάξει. Σέρνονται πλάι της, σ’ επαφή μαζί της, αλλά δεν βλέπουν, δεν ακούνε ούτε αντιλαμβάνονται το παραμικρό. Ο κόσμος τους δεν περιέχει τέτοιους ήχους, τέτοια φώτα ή μάλλον αυτές δεν μάτια και αυτιά για τέτοιους ήχους και φώτα. Περιμένουν απλά, όπως κάνουν πάντα οι απόλυτα φτωχοί όταν ελπίζουν, έστω και μάταια.
Όμως η Ατμασάκτι το νιώθει! Δεν το βλέπει αλλά το νιώθει. Νιώθει η ίδια διαφορετική σα να μπήκε κάτι μέσα της και την αλλάζει. Δεν βλέπει αίμα, πληγή αλλά νιώθει πως είναι ανοιχτή λες κι ένα πελώριο χέρι την αδειάζει εσωτερικά, όπως αδειάζουν, με τη χούφτα, το βούτυρο από την καράμπα. Την αδειάζει από τη σαπίλα που είναι μέσα της και τη γεμίζει με φως ένα φως που κυλάει ανεμπόδιστο μέσα στο το υλικό της κορμί την ερευνά, τη λούζει εσωτερικά κι εξωτερικά ώσπου την κάνει διάφανη… ώσπου να μαζευτεί σ’ ένα μικροσκοπικό αστραποβόλο κάτι, που ήταν ανέκαθεν μέσα της, αλλά την ύπαρξή του αγνοούσε και η ίδια. Και ξαφνικά η Ατμασάκτι αυτή η μαύρη, η λερή, η σκοτεινή, η ουτιδανή πλημμυρίζει από φως ένα φως που γίνεται όλο και πιο βίαιο, πιο απαιτητικό, πιο βαρβάτο. Και η Ατμασάκτι γίνεται εκτυφλωτική σαν άστρο. Άστρο έγινε η Ατμασάκτι άστρο άστρο πάνω στη γη.
Κρόταλα, μιρτάνγκα, ψαλμοί, τραγούδια και χοροί κόβονται μεμιάς, και όλων τα μάτια πέφτουν πάνω της όλοι στρέφονται προς την Ατμασάκτι. Κοιτάζουν αλλά δεν μπορούν να τη διακρίνουν μέσα στο εκτυφλωτικό φως που σκορπάει γύρω της, τη διαπερνά, την ξεφτάει και τη διαλύει. Κι αυτή έκπληκτη και τρομοκρατημένη, με τα μάτια κλειστά και το πρόσωπο κολλημένο στο βράχο, μένει ακίνητη σα σκιά ή σαν ιστός αράχνης, με τα δάχτυλά της να τρέμουν και τα νύχια να ματώνουν από την ένταση.
Προσπαθεί απεγνωσμένα να σύρει κραυγή να ουρλιάξει σα θεριό για να τη φοβηθούν αλλά δε βρίσκει μέσα της πνοή! Αυτά τα βλέμματα, οι ήχοι, το φως την καθηλώνουν τη λιώνουν πάνω στο βράχο σα ζούδι κάτω από το χέρι ή την πατούσα του θεού. Πώς βρέθηκε αυτό το βάρος πάνω μου; αναρωτιέται σιωπηλά. Αναρωτιέται και αφήνεται αφήνεται ήρεμη, χωρίς αντιστάσεις και ανοίγει σα ζύμη σα λουλούδι σαν καρδιά!
Με τόσην οργή, τόση κραυγή μέσα της, και η Ατμασάκτι αναρωτιέται σιωπηλά! Πρωτάκουστο και ακατανόητο! Η Ατμασάκτι που δεν γνωρίζει όριο εκτός από το θάνατο, νιώθει να μη μπορεί! Η Ατμασάκτι αδύναμη; Η Ατμασάκτι νικημένη; Η Ατμασάκτι τιθασευμένη; Και όμως, δεν μπορεί ν’ αντιδράσει κάτι την κρατάει δεμένη στο βράχο κάτι που δεν της επιβάλλεται με το στανιό, από έξω, αλλά πηγάζει αβίαστα από την καρδιά της σαν ανάγκη. Η Ατμασάκτι ανακαλύπτει ξαφνικά μια νέα, μια πρωτόγνωρη ανάγκη, βασανιστική, και διαβρωτική σαν το ρυθμό του μιρτάνγκα… οδυνηρή και υπέροχη μαζί!
Και η Ατμασάκτι αφήνεται… Αφήνεται να βυθιστεί σ’ έναν ωκεανό άρρητων ήχων και άκτιστου φωτός που την τυλίγουν τρυφερά σα χνώτο θεού, σε μια πλημμυρίδα έκπληκτων βλεμμάτων κι εκστατικών καρδιών που την ακολουθούν στην ευδαίμονα πορεία της.
Εντούτοις το αγρίμι μέσα της δεν καταθέτει εύκολα τα όπλα και δεν διστάζει να φανερωθεί. Ξέρει τι πρέπει να κάνει στην πατούσα που θα δοκιμάσει να το πατήσει, ακόμα και αν είναι πατούσα θεού, αλλά δεν ξέρει τι να κάνει με κάτι που το τυλίγει τρυφερά, σα χνώτο, είτε είναι είτε δεν είναι θεού. Ξυπνάει ξαφνικά, κυκλωμένο από την πανδαισία του ωραίου και του καλού και πανικοβάλλεται ξεσηκώνει θύελλα από λύσσα και οργή. Και η Ατμασάκτι πέφτει σε μια δίνη όπου συγκρούονται ανελέητα και χωρίς οίκτο το σκοτάδι και το φως, το πάνω και το κάτω, ο θάνατος και η ζωή, τα τάρταρα και ο ουρανός. Μεμιάς η καρδιά της αδειάζει από ηδονή και κορέννυται με οδύνη κι έπειτα πάλι αδειάζει από οδύνη και κορέννυται από ηδονή κι αυτό γίνεται ξανά και ξανά σα να τη χτυπούν με σφυρί. Ο αγώνας είναι σκληρός αλλ’ άνισος ποτέ το μικρό, το λειψό και το ευτελές δε θα επικρατήσουν οριστικά του μεγαλειώδους, του τελείου και του μεγαλόπρεπου. Αυτό που κρύβεται μέσα της δεν μπορεί να ξεχωρίσει το σκοτάδι από το φως, και γι’ αυτό γίνεται αγρίμι δεν μπορεί να ξεχωρίσει το πάνω από το κάτω, γι’ αυτό γκρεμίζεται δεν μπορεί να ξεχωρίσει το θάνατο από τη ζωή, και γι’ αυτό σβήνει δεν μπορεί να ξεχωρίσει τα τάρταρα από τον ουρανό, και γι’ αυτό καταδικάζεται σε απώλεια. Και όσο κι αν τινάζεται να ελευθερωθεί από το δόκανο, όσο κι αν σκιρτά για να ξεφύγει, όσο κι αν απλώνει χέρια και πόδια να πιαστεί, εδώ που έφτασε δεν υπάρχει εναλλακτική διαδρομή δεν έχει όχθες ο ουρανός ούτε το μεθύσι του ωραίου διαφυγές.
Αλλά η Ατμασάκτι, χρόνια ταυτισμένη λάθος με το αγρίμι, φοβάται! Ούτε μπορεί να φανταστεί ότι το αγρίμι που πεθαίνει δεν είναι αυτή η ίδια και τρομάζει. Τρέμει και κλαίει! Έχει δει ανθρώπους να πεθαίνουν, ζώα να σφαδάζουν, ψάρια να σπαρταράνε, αρρώστους να ψυχορραγούν ως τον τελικό σπασμό και δε μπορεί να το αντέξει. Γιατί πρέπει να περάσει μέσα από μια οδυνηρή διαδικασία διαχωρισμού, να ξεχωρίσει τον εαυτό της από το αγρίμι, για να συνειδητοποιήσει όχι μόνο ότι δεν πεθαίνει η ίδια αλλά, πιο συνταρακτικό, το αγρίμι, που πάσχιζε με νύχια και με δόντια να καταλάβει τη ζωή της, είναι νεκρό από πολύ καιρό και ότι αν αυτό συνέχιζε να ζει, εκείνη θα όφειλε να είναι νεκρή.
Τι δουλειά έχω εγώ με όλους αυτούς τους άγιους, τους σοφούς, τους ρίσι, τους γκουρού, τους θεούς; ουρλιάζει μέσα στο νού της το αγρίμι, χωρίς να βγαίνει φωνή Δεν είμαστε ’μείς τα ξερατά της γης; Γιατί μας μπλέκουν με τα παιδιά του ουρανού; ωρύεται μέσα στο μυαλό της το αγρίμι. Αλλά την ίδια εκείνη στιγμή η Ατμασάκτι συνειδητοποιεί το πέρασμα από το θάνατο στη ζωή, και από το λαρύγγι της βγαίνει ενθουσιαστικός θριάμβευτικός αλαλαγμός. Ένας νέος ήχος αλλόκοτος για το λαρύγγι της, που πηγάζει από την καρδιά της, απλώνεται και σμίγει με τον ήχο τον άλλο, τον ήχο που ανεβαίνει σαν πλημμύρα από την κοιλάδα. Τον ακούει το αγρίμι και λουφάζει προς στιγμή. Νιώθει πως και η Ατμασάκτι ακόμα του ξεφεύγει και παραφρονεί. Κουλουριάζεται να της ξαναριχτεί με λύσσα να την ξανακάνει δική του. Αλλά τι να κάνει ένα αγρίμι, με τους κρότους και τα ουρλιαχτά του, μπροστά σ’ αυτόν τον ουράνιο ήχο που πηγάζει από τη γη, έναν ήχο που γεμίζει το στόμα των αγίων, των ρίσι, των γκουρού, των σοφών, των εκστατικών ψαλμωδών; Πιέζεται ασφυκτικά και για να μη συνθλιβεί, την αφήνει. Την εγκαταλείπει μ’ ένα φοβερό ουρλιαχτό που κανένας δεν μπορεί να πει αν ήταν ουρλιαχτό που γκρεμιζόταν στην άβυσσο της απουσίας και της σιωπής, ή ουρλιαχτό από τον πόνο που ένιωσε η Ατμασάκτι. Πόνος φρικτός και απέραντη, αμόλυντη υπαρξιακή ελευθερία σ’ έναν κόσμο που ακόμα δεν ξέρει τη διάκριση άνθρωπος, ζώο, θεός. Τότε μόνο, μετά από τον πόνο που την έριξε στην αγκαλιά της ελευθερίας, η Ατμασάκτι αναγνωρίζει τον ήχο τον ήχο που ακούει ο θνητός τη στιγμή που γίνεται αθάνατος! Τον αναγνωρίζει και απορεί. Τι τρέλες μού έρχονται στο νου; αναρωτιέται. Αλλ’ ο ήχος είναι εκεί, στην μεγαλειώδη του διάσταση τη συμπαντική! Είναι το εξαίσιο μάντρα που ταξιδεύει στον αέναο χρόνο και στον άπειρο χώρο, σχηματίζοντας αναρίθμητα άστρα, εκτείνοντας απέραντους ουρανούς, δημιουργώντας αμέτρητα όντα, το καθένα προσεκτικά τυλιγμένο μέσα στο χώρο και το χρόνο του, και ταυτόχρονα μέτοχο του απείρου! Είναι το ίδιο μάντρα που παίρνει τα πάντα και την Ατμασάκτι μαζί. Τη σηκώνει ψηλά και τη μεταπλάθει! Και το σώμα της Ατμασάκτι, όπως κάθε σώμα γύρω της και πέρα, σε όλη τη γη, τον ουρανό, και ακόμα πιο πέρα, πέρα κι απ’ όσο φτάνει το μάτι σε γη και ουρανό, τα πάντα, δεν αποτελούνται από τίποτε άλλο εκτός από αυτό το μάντρα. Ένα μάντρα όχι άγιο, ούτε ιερό γιατί περιλαμβάνει ακόμα και αυτό το άγιο και ιερό.
Αλλά πότε είχε βγάλει από το στόμα της η Ατμασάκι, ή κάθε άλλος από τη φυλή της, τα παιδιά του ειδεχθούς Βισβανάγκα, το πανίερο μάντρα; Οι γέροντες λένε πως ακόμα και να το σκεφτείς, γίνεσαι στάχτη. Πώς καθαρίστηκε από το μίασμα του Ερπετού που τη γέννησε; Αρκεί να σε χτυπήσει ο αέρας ή να σε τσουρουφλίσει το φως; Αρκεί να σε λούσει το νερό ή να σε καταιωνίσει ο ψαλμός; Ποια επίγεια δύναμη θα μπορούσε ν’ αφαιρέσει το ρύπο της ίδιας της γης, δηλαδή το έλλειμμα ουρανού;
Τα ερωτήματα γεμίζουν το μυαλό όταν δεν έχουν απάντηση. Αλλ’ ο σοφός διακρίνεται και από το ότι δεν επιμένει να βρει απαντήσεις εκεί που δεν υπάρχουν. Απλώς βλέπει βλέπει και περιμένει. Και μόλις ξεδιπλώθηκε η πρώτη τρίλια από τη φωνή της, και ο ήχος ανέκρουσε στο βουνό και γύρισε ως ηχώ, μια απόλυτη, μια κατανυκτική σιωπή σκέπασε την κοιλάδα με όλα τα στόματα, των ρίσι, των αγίων, των γκουρού και των σοφών ορθάνοιχτα. Η τρίλια κυλούσε σα κατεβασιά και πλημμύριζε την κοιλάδα, απλωνόταν σαν την ομίχλη προς το βουνό, ανέβαινε σαν ατμίδα ή σαν καπνός θυσίας προς τον ουρανό, στον ίδιο ρυθμό, αλλά με μια δόνηση πιο λεπτή, πιο τρυφερή, πιο αισθαντική μια δόνηση δέους, λατρείας και έρωτα μαζί.
Αυτό κράτησε μόνο μια στιγμή τόσο όσο χρειάζεται η έκπληξη να κορυφωθεί και το δέος να γίνει ιλιγγιώδης αγαλλίαση! Και αμέσως μετά ενώθηκε με τη φωνή από το στόμα των ρίσι, των αγίων, των γκουρού και των σοφών, που σε κατάσταση εκστατικής ευφορίας ανατείνονται ολόκληροι προς τον ουρανό. Κρόταλα, μιρτάνγκα, ψαλμοί, τραγούδια, χοροί, τυλίγανε αρμονικά τον ενθουσιαστικό ύμνο που ανέμελπαν τα χείλια της Ατμασάκτι και χύνονταν σε όλον τον κόσμο. Σα θαλασσινό μπουρίνι ορμάει ο λαός και κυκλώνει το βράχο της Ατμασάκτι, που δεν ξέρει σε τι διαφέρει το ν’ αγαπάς από το να πεθαίνεις. Ψέλνει και χορεύει ο κόσμος με τα μάτια κλειστά, τα χέρια σηκωμένα από την έκσταση, τα πρόσωπα εξαισίως ιλαρά και την καρδιά πλημμυρισμένη αγάπη!
Αγάπη! Αγάπη! Αγάπη! Η Ατμασάκτι δεν ξέρει διόλου αυτή τη λέξη ούτε την έχει ακούσει ούτε την έχει πει. Αλλά τη νιώθει. Της είναι άγνωστη αλλ’ όχι ακατανόητη. Ανέκαθεν υπήρχε κάτι μέσα της πολύ δυνατό και ωραίο, που το κάλυπτε το περιβάλλον και το παρουσιαστικό της, και δεν ήξερε πώς να το πει. Τη νιώθει όχι σα μια λέξη που μαντεύεις, αλλά σα λέξη από κείνες που χρησιμοποιείς επειδή έχει πολύ περισσότερα να πει απ’ ό,τι υποτίθεται πως λέει. Δεν την ξεχωρίζει καλά από τα τόσα που λένε, αλλά νιώθει ν’ ασκεί πάνω της έλξη μαγική. Τη συναρπάζει. Ακούγοντάς τη, παύει σιγά σιγά ν’ αναρωτιέται για τους χορούς και τα τραγούδια τους ή την έκσταση που δείχνει το πρόσωπό τους.
Τη νιώθει και τη φοβάται. Κάτι μέσα της λέει ότι η αγάπη είναι όλα αυτά που δε θα ήθελε ποτέ ν’ ακούσει, να δει, ν’ αγγίξει ή να νιώσει. Γι’ αυτό ήθελα πάντα το φαγητό μου σκληρό, το άγγιγμά μου τραχύ και τον κόρφο μου κρύο; Τι έπαθα τώρα; Τι με άλλαξε; αναρωτιέται ενώ από τα μάτια της κυλάνε δάκρυα, επειδή για πρώτη φορά στη ζωή της δεν έχει απάντηση σ’ ένα της ερώτημα. Η Ατμασάκτι δεν έκανε ερωτήσεις που δεν είχαν απάντηση, κατά το δυνατό από την ίδια, διότι απολάμβανε το ελάχιστο που συνέπιπτε πάντα με το μέγιστο που προσδοκούσε. Έτσι, δεν είχε αντιληφθεί ως τότε ότι όσο κι αν πρέπει τη δυνατή χαρά να την κάνεις πόνο ή φόβο για να χωρέσει στην καρδιά σου, η χαρά παραμένει χαρά.
Τον είδα! Τον είδα! μονολογεί σιωπηλά, προσπαθώντας μέσα σ’ όλη αυτή την έξαρση να βρεθεί μόνη με τον εαυτό της για να συγκρατήσει την ατομικότητά της να μην καταποντιστεί στο κενό του όλου. Ο ήλιος ήταν πάντα το κρυφό ίνδαλμά της. Ήξερε ότι δεν τον αγγίζουν γιατί θα καούν αλλ’ από τότε που πρωτάκουσε για τη φλόγα στα μάτια της, σκέφτηκε πως είναι εκεί, πάντα μαζί της, κρυμμένος σαν ερωτευμένο αγόρι πίσω από τη φυλλωσιά. Γι’ αυτό άπλωνε κρυφά τα χέρια προς τον ορίζοντα, εκεί που τον έβλεπε να πατάει τη γη ποθούσε να την αγκαλιάσει και ας καεί. Ήξερε ότι δεν τον κοιτάνε κατάματα γιατί ρίχνει φωτιά και σε τυφλώνει. Αλλά κάτι που δεν το ήξερε κανείς, η Ατμασάκτι παρέβαινε συχνά αυτή την εντολή. Δεν ήταν σαν τις άλλες, που τις γοήτευε η ζωή στα χωριά, και που με τη βία τις κρατούσαν μέσα στη φυλή, αλλά τον ήλιο γιατί να μην τον κοιτάξει; Πόσο επικίνδυνη είναι μια γυαλιστερή λίμνη φωτιάς τόσο μακριά από μένα; Κι ας με τυφλώσει στο κάτω κάτω! Άφηνε στιγμιαία το φως να πέσει μέσα της μέχρι να την πονέσει. Κι έπειτα, πεταρίζοντας τα βλέφαρά της χαιρόταν με τα χιλιάδες χρώματα που στροβιλίζονταν στο σκοτεινό χάος που έκλεινε πίσω από το ασπράδι των ματιών της. Αυτά τα χρώματα, τα πράσινα, τα κόκκινα, τα κίτρινα, τα πορτοκαλιά, ήταν η μοναδική απόλαυση της ζωής της. Και θα δεχόταν κάθε πόνο γι’ αυτές τις στιγμές αν μπορούσε να τα κρατήσει μέσα της σα νά ’ταν παιδιά του. Αυτός ο πόνος σήμαινε δύναμη και δύναμη σήμαινε άντρας. Αυτό της έδινε σιγουριά. Ούτε τη λάμψη του καμάρωνε, ούτε η αίγλη του τη θάμπωνε, ούτε τη γοήτευε η θωριά του τη συνάρπαζε όμως το ότι την άγγιζε μέχρι μέσα της βαθιά βαθιά, στη γλώσσα της, σήμαινε ερωτικά! Μα κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι και η Ατμασάκτι έκανε κάποιες παραχωρήσεις, αν και ο συνδυασμός αυτός πόνου και ηδονής ήταν η μόνη παράβαση που είχε επιτρέψει στον εαυτό της. Αλλιώς πώς θα ήταν δυνατό αυτό το πιο θαμπό, σκοτεινό και τιποτένιο πλάσμα στον κόσμο, να σηκώσει τα μάτια προς τον υπέρλαμπρο, τον υπέρκαλλο, τον αιγλείη; Γι’ αυτό δεν τολμούσε να τον σκεφτεί παρά ως δύναμη δηλαδή πόνο κακό μέχρι θανάτου. Στον κόσμο της δεν υπήρχε άλλη εκδοχή για την έννοια δύναμη, και η συσχέτιση του πόνου με την ηδονή ήταν ήδη πολύ σοβαρή παρασπονδία. Αλλά κανείς δεν μπορεί να ελέγξει τι συμβαίνει πίσω από τα μάτια ή μέσα στο κεφάλι του καθενός.
Αταίριαστη, τιποτένια και σκοτεινή αυτή… υπέρλαμπρος, υπέρκαλλος κι αιγλείης αυτός… παρ’ όλα αυτά, είχαν τα μικρά τους τρυφερά μυστικά. Συχνά κουλουριαζόταν γύρω από το κορμί της, σα βώλος γης, και τον άφηνε να την περιεργάζεται. Άλλοτε έπαιζε μαζί του με σκιές περίμενε όρθια ώσπου να κρυφτεί η σκιά της κάτω από το σώμα της, κι έπειτα τον άφηνε να την ξαναμακρύνει. Καμιά φορά τον παραμόνευε το χάραμα, όταν το χρυσάφι δεν έχει πάρει ακόμα όλη την εκτυφλωτική του λάμψη, ή παρακολουθούσε, αδιάφορα τάχα, το δειλινό, καθώς αυτός βυθιζόταν πίσω από το βουνό τραβώντας μια μια τις ακτίνες του από τη γη μα και πάλι ντρεπόταν να τον κοιτάζει για πολύ ήταν άντρας. Αλλά με τον καιρό είχε μάθει πολλά και πάνω απ’ όλα είχε προσέξει ένα κενό, μιαν ελάχιστη πληγή ή κάτι σα λεκέ από απόλυτο σκοτάδι καταμεσής στην απεραντοσύνη του απόλυτου φωτός. Και αυτό δεν το ήξερε κανείς. Δεν της το είχαν πει ούτε αυτή το είπε σε κανένα. Στην αρχή το πήρε για καράβι ή νησί, ώσπου κατάλαβε ότι ήταν η ακτίνα που έλειπε γιατί έπεφτε στο μάτι της και στο σημείο εκείνο ήταν τυφλή. Αν τυφλωνόμουν εντελώς, θα τον έβλεπα ολόκληρο! σκεφτόταν και πλημμύριζε η καρδιά της χαρά. Ακόμα κι αν τη μαχαίρωνε θα ένιωθε χαρά από το άγγιγμά του, σα χάδι ερωτικό που αφήνει γρατζουνιά στο τέλος. Αυτό το τόσο απλό, το τόσο κοινό, το τόσο ανθρώπινο, λαχταρούσε και η Ατμασάκτι αλλά δεν ήξερε να το πει.
Τότε όμως ήταν μόνη μαζί του! Μα τι θα γίνει τώρα με όλους αυτούς τους έξαλλα βακχευόμενους γύρω της; Ο ήχος του μιρτάνγκα κοντεύει να φτάσει στα ουράνια. Όλα γύρω της δονούνται στον ίδιο ρυθμό. Όλη η κτίση χορεύει στο ρυθμό του θεού, το ρυθμό της δημιουργίας. Δεν υπάρχει χώρος ή χρόνος έξω απ’ τον ήχο αυτό που διαπνέει, διαποτίζει και διαπερνά τα πάντα που είναι παντού. Πώς να κρυφτείς από έναν ήχο που δεν έρχεται από πουθενά αλλά ξεπηδά από το κάθε τι, σα να βρισκόταν κλεισμένος μέσα σε κάθε ψήγμα της ύλης, κάθε κόκκο ζωής, όλους αυτούς τους αιώνες και ξαφνικά ελευθερώνεται; Και πέρα από τον ήχο, είναι το φως. Πίσω από τον ήχο έρχονται τα τραγούδια τους και πίσω από το φως τα βλέμματά τους. Πριν από λίγο ήταν γύρω της τώρα περνάνε από μέσα της! Όλοι και όλα περνάνε από μέσα της! Μα πώς συμβαίνει αυτό; αναρωτιέται και κλαίει. Νιώθει κάτι αλλόκοτο λες και μια νέα παρουσία φωλιάζει μέσα της μέχρι που συνειδητοποιεί ότι αυτή η ίδια αποτελεί τη νέα παρουσία. Πού πήγε το παλιό; Τι είναι το καινούργιο; Η Ατμασάκτι κλαίει. Κλαίει, αλλ’ από το στόμα της δε βγαίνει φόβου κραυγή ούτε πόνου οιμωγή, αλλ’ ενθουσιαστικός αλαλαγμός. Ήχος πρωτόγνωρος για το λαρύγγι της, σα να βγαίνει από την καρδιά της, ανεβαίνει… και σμίγει με τον ήχο τον άλλο, αυτόν που έρχεται σαν πλημμύρα από το στόμα των αγίων που ψάλλουν και χορεύουν εκστασιασμένοι γύρω της. Ήχος και κραδασμός! Όλοι και όλα δονούνται όλοι και όλα χορεύουν.
Ψάλλουν και χορεύουν! Ορχούνται εκστατικά, με χέρια και μάτια στραμμένα προς την Ατμασάκτι. Όλοι αυτοί οι άγιοι, οι ρίσι, οι γκουρού, οι άγιοι και ρίσι από τη γη, οι άγιοι και ρίσι από τον ουρανό, οι άγιοι και ρίσι από τις άκρες του σύμπαντος, ψάλλουν και χορεύουν εκστατικά γύρω από την Ατμασάκτι! Ψάλλουν και χορεύουν για ποιον; Ψάλλουν και χορεύουν για τη νύφη!
Ξαφνικά η Ατμασάκτι χορεύει! Ποιος να το αναγγείλει και να γίνει πιστευτός! Η Ατμασάκτι, το φοβερό αρπαχτικό, που δεν έμαθε παρά να μάχεται τα άλλα αρπαχτικά με νύχια και με δόντια, που δεν ξέρει παρά ν’ αρπάζει και να κλέβει πιλαλώντας, πηδώντας, μπουσουλώντας από βράχο σε βράχο κι από κλαρί σε κλαρί σα λάμια ή σα δαιμονική σκιά, τώρα σηκώνει το κεφάλι τα μάτια της υψώνονται για πρώτη φορά στον ουρανό, και χορεύει.
Χορεύει για τη νύφη! Χορεύει πάνω στο βράχο της χορεύει πάνω στη γη χορεύει στον ουρανό. Χορεύει στον ουρανό; Ναι, χορεύει στον ουρανό γιατί φάνηκε Αυτός και της άπλωσε το χέρι χαμογελώντας και ψιθυρίζοντάς της ‘Έλα!’. Και παρόλη αυτή την εκκωφαντική χλαπαταγή, άκουσε τον ψίθυρο ή τον διάβασε στα χείλια του και τον ακολουθεί γιατί αυτή είναι η νύφη! Χορεύει σ’ έναν πάμφωτο ουρανό και ήλιος δεν υπάρχει! Ο ήλιος βρίσκεται μέσα της. Είναι αυτός! Είναι το μάντρα… μάντρα που λέει Αγάπη! Αγάπη! τη λέξη που δεν ήξερε η Ατμασάκτι. Είναι μέσα της και τη σηκώνει! Αυτός είναι που την ανεβάζει στον ουρανό… ποιον ουρανό; Δεν υπάρχει ουρανός! Η Ατμασάκτι έχει γίνει ήλιος και ουρανός. Ο κύκλος του υπάρχοντος ο κύκλος ο ιερός, ο αρχαίος πυρρίχιος χορός, το έσχατο και το ουτιδανό αγκαλιάζεται με το υπέρλαμπρο και πρώτο, και κλείνει. Το σύμπαν περιστρέφεται και πάλι στον αρχαίο ρυθμό της πρώτης δημιουργίας. Το σύμπαν, σα φλόγα και λουλούδι, περιδινίζεται γύρω από την Ατμασάκτι ολοκληρώνοντας τον κύκλο περιδινίζεται γύρω από μιαν Ατμασάκτι που, μέσα από την αγάπη, γίνεται, η ίδια, και ήλιος και ουρανός.