ΓΙΩΡΓΟΣ  ΣΕΦΕΡΗΣ

 

 

Με τον Μεγάλο μας ποιητή Σεφέρη, τον Ίωνα, αυτόν τον παραμυθά, οι σχέσεις μας πέρασαν από σκαμπανεβάσματα.

Στο λύκειο του νησιού μου, η αδυναμία κατανόησης του βάθους του ποιητή από κάποιον παραδοσιακό φιλόλογο μας, επηρέασε αρνητικά την εικόνα που αποκομίσαμε   σαν έφηβοι γι’ αυτόν. Σαν απόδειξη προσκομίστηκε, ακόμα τον θυμάμαι, ο στίχος: «...εδώ διαβαίνουν και θερίζουν χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα».

 

Μα η ζωή και το τυχαίο είχαν άλλη γνώμη. Βρέθηκα παραμάσχαλα με τ’ άπαντα του ποιητή, δάνειο από την φίλη μου την Νίκη. Μόλις τ’ απέκτησα, έτρεξε κι άνοιξε τα φτερά της, σαν άγγελος σωστός που ήταν, για τον επάνω κόσμο, τη στιγμή που σκόρπισε το κρανίο της σαν ρόδι στην άσφαλτο.

 

Έτσι έμεινα  πίσω να μελετώ τον ποιητή με κατάνυξη, ξέροντας ότι στις σελίδες που ακουμπούν τώρα τα δάκτυλά μου, είχαν ακουμπήσει και τα δάκτυλα της Νίκης ...πολλές φορές, αφού όπως μου είχε εξομολογηθεί, ήταν ο αγαπημένος της ποιητής.

 

Όμως, πάλι προκύπτανε δυσκολίες στην κατανόηση, αφού εκείνο τον καιρό μάς είχε συνεπάρει η έξαψη της Επανάστασης κι οι στίχοι του ποιητή χαρακτηρίζονταν από μια στωικότητα και μια βαθιά σοφία.   Ενστερνιστήκαμε  όμως αμέσως την αφαίρεση που εισήγαγε για την Ελλάδα μας:

 

   Τρεις βράχοι, λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι και πάρα πολλές φορές το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά.

 

Ή αυτά που είπε για την πατρίδα μας κατά την απονομή του Νόμπελ λογοτεχνίας:

 

Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι, στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος αλλά η παράδοση του είναι τεράστια. Χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη για την ανθρωπιά, κανόνας της είναι η δικαιοσύνη.

 

Δυσκολίες όμως πολλές ανακύπτανε για τα συνθετότερα ποιήματα, μέχρι που με πήρε από το χέρι ο καλός μου φίλος και καταξιωμένος ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος και μ’ έμαθε να επισκέπτομαι πολλές φορές, ατέρμονες, τον ποιητή, κομίζοντας κάθε φορά στο πανέρι μου, μετά από κάθε μελέτη, καινούργια περίλαμπρα δώρα. Γιατί τέτοιος ποιητής είναι ο Σεφέρης, δεν ξεμπερδεύεις μαζί του με δυο τρεις αναγνώσεις. Προσφέρεται για πολλές ερμηνείες, πρέπει να σκύψεις μέσα του, πορεύεσαι μαζί του την στράτα της ζωής σου και πάντα κάτι καινούργιο ανακαλύπτεις, όπως άλλωστε συμβαίνει και με το άλλο αίνιγμα που λέγεται Ελλάδα.

 

Κουβαλάμε κι εμείς, όπως κι εκείνος την αίσθηση του Ίωνα πρόσφυγα όταν λέει ότι: «Είμαστε άνθρωποι, χωρίς χώμα και χωρίς σπίτια», ή όταν λέει: «ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια», ή «το κυνήγι ήταν καλό, στα χρόνια μου   πήραν πολλούς τα σκάγια».

Τριγυρίζαμε για ώρες «ψάχνοντας σε οικοδομές γκρεμισμένες που να ήταν ίσως το δικό μας σπίτι».

 

Περιγράφει αποκαλυπτικά τις απογοητεύσεις που μας οδήγησαν οι αγώνες για μια καινούργια άνοιξη, την ματαίωση των προσδοκιών.

 

Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.

Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.

Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.

Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη,

Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας

Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε στάχτη.

Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας.

Τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα.

 

Ή όταν αναρωτιέται:

 

…Και στην Τροία;

Τίποτα στην Τροία -ένα είδωλο.

Έτσι το θέλαν οι θεοί.

Κι ο Πάρης, μ’ έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα ατόφιο·

κι εμείς σφαζόμαστε για την  Ελένη δέκα χρόνια.

Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.

Τόσα κορμιά ριγμένα

στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης·

τόσες ψυχές

δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.

Κι οι ποταμοί   φούσκωναν, μες στη λάσπη το αίμα

για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη

μιας πεταλούδας τίναγμα, το πούπουλο ενός κύκνου

για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.

 

Κατανοήσαμε μέσα απ’ τα λόγια του γιατί «η ποίηση είναι μια πράξη εμπιστοσύνης».

 

Κι ότι  «ο ποιητής πρέπει να μεταχειρίζεται τη γλώσσα όπως το παιδί κι ο λαός. Οι λέξεις είναι τα καράβια του. Κάνουν πολύ μακρινά ταξίδια και γυρίζουν φορτωμένα με πλούσια κρύσταλλα». Πως «τα ποιήματα εκτός από στίχους-κορυφές, έχουν τις πλαγιές και τα λαγκάδια τους». Κι ακόμη: «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνονται γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν, θρέφονται με το αίμα».

 

Έγραψε γι’ αυτό το λίγο που αξίζει να αποβλέπει, να αφιερώσει κανείς τη ζωή του:

 

Λίγο ακόμα

θα  ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν

τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο

τη θάλασσα να κυματίζει

λίγο ακόμα,

να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα.

 

Αυτός ο άρχοντας της γλώσσας, αυτός ο βαθυγνώστης της κλασσικής παιδείας, είχε κατά ομολογία του, δάσκαλο του έναν άνθρωπο από μιαν άλλη εποχή, τον Μακρυγιάννη. Έναν Έλληνα σάπιο απ’ τις επτά πληγές που μάζεψε στον αγώνα, σαν αμοιβή για των υπέρ πατρίδος εξόχων αυτού υπηρεσιών.

Ο Σεφέρης έπλυνε την όρασή μας και την γλώσσα μας από τα περιττά, όπως άλλωστε συχνά συμβαίνει με την κάθαρση που φέρνει το απόβροχο, σαν να έπεσε ο τοίχος μιας πληκτικής κάμαρας και εισέρευσε μετά μέσα της πλούσιο φως.

Κρατώντας στο χέρι του το τιμόνι της Ελληνικής Ποίησης, έκανε την κρίσιμη στιγμή την απαραίτητη στροφή σηματοδοτώντας μια καινούργια πορεία. Αλήθεια είμαστε πλούσιοι κληρονόμοι. Μας άφησε πίσω του παρακαταθήκη τα λόγια του:

Δεν θέλω τίποτα άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές, που σιγά-σιγά βούλιαζε και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ, που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί αύριο η ψυχή μας κάνει πανιά.