ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΗΡΘΕΣ

Αρμένιζες με πλευρικά θαμπά απ’ την αρμύρα
σβηστά καραβοφάναρα πνιγμένα στις σκουριές
προσπέρασες για να δεθείς με τη δική μου μοίρα
τη νύχτα που μετρήσαμε το βιός μας με οργιές

Το δάκρυ σου προσάναμμα το γέλιο σου προσώμι
ανάσα στην ανηφοριά κι αγέρι στα πανιά
της θάλασσας και της στεριάς ανθίσανε οι δρόμοι
σαν τρελαμένες μυγδαλιές στη βαρυχειμωνιά.

Τα καραβάνια λούφαξαν στη χούφτα της ερήμου
της Ίριδας τα χρώματα μες στη μικρή σου αυλή
στα κοραλένια χείλη σου ξεδίψασε η ζωή μου
την ώρα που ήρθες να λουστείς μες στο πορτοκαλί.