ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΝΑΝΑΙ ΚΑΛΑ


Γυρνά δεξί πλευρό
τον σφιχταγκαλιάζουν
του χταποδιού τα πλοκάμια.
Πάνω στην οροφή
κρέμεται ο λόξυγκας του κούκου.
Γυρνά αριστερά
τον παραμορφώνει του αχινού το μάτι.
Βαδίζοντας στο ατέλειωτο τούνελ της σιωπής
οι αστραπές της μοναξιάς των δύο,
γκριζάρουν
του παρελθόντος το ουράνιο τόξο του.
Στην άκρη της βεράντας
το καναρίνι
το ίδιο μακρινό ταξίδι κάθε βράδυ
ονειρεύεται.
Στο βάθος του διαδρόμου
με τον δικό τους ονειρεμένο τρόπο
τα παιδιά ροχαλίζουν.
Βαδίζοντας
στο ατέλειωτο τούνελ της σιωπής,
του σκοταδιού τα νύχια
χαράζουν τις σάρκες του.
Πήρε το πακέτο με τα τσιγάρα του
ξεκλείδωσε τη πόρτα
και έκανε δύο βήματα.
Στη γωνία του πλατύσκαλου
κάθησε
και το απελπισμένο του πρόσωπο
μες τις παλάμες του
έγειρε.
Στην άκρη της βεράντας
το καναρίνι
το ίδιο μακρινό ταξίδι κάθε βράδυ
ονειρεύεται.