ΚΑΙ ΥΣΤΕΡΑ ΜΟΥ ΕΙΠΕΣ

 

Και όταν οι πρώτες αχτίδες

του Ήλιου

θ' ανάψουν παρέα

με το πρωινό τσιγάρο σου

θα μας θαμπώσει

το ακόμα φωτισμένο -

από το προηγούμενο βρ΄σδυ

Κάστρο της παλιάς πόλης.

 

Και ύστερα μου είπες

καταμεσήμερο

θα με πας στην παραλία

με τα λαμπερά βότσαλα

ν' «ανθίσουν» τα μάτια μου

από ευτυχία

και ότι θα μου μαζέψεις

δύο καρδιές απ' αυτά

να στολίσω το χωμάτινο κήπο

της παιδικής μου ηλικίας.

 

Και όταν γέρνει πια ο ήλιος

μου είπες

θ' ανεβούμε στο ύψωμα

του μοναστηριού

το κοίλωμα θα κατεβούμε

τη Γέννηση της Αποκάλυψής μας

θα κεντήσουμε.

 

Και όταν κατάκοποι

από γαλήνη και περιπλάνηση

το απόβραδο

γυρίσουμε στο δωμάτιό μας

με τον μεγάλο κήπο

πλούσιο

από πολύχρωμες τριανταφυλλιές

και φορτωμένες

από καρπούς δαμασκηνιές

θα τυλιχτούμε

τα κατάλευκα σεντόνια μας.

Ν' ακούω της ανάσας σου τη βοή

και των κυμάτων σου την αναπνοή.

 

Ο κήπος,

θα μπει από το ανοικτό παράθυρο

θα μας λιγώσει

με τις αγκαλιές

των μυρωδάτων λουλουδιών του

και η θαλασσινή αύρα

θάρθει για λίγο να δροσίσει

τον ιδρώτα

του χρωματισμένου κορμιού σου.

 

Και ύστερα μου είπες ...