Η ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ
στην ομηρική «Οδύσσεια», τον «Οδυσσέα»
και την «Οδύσσεια» του Νίκου Καζαντζάκη


Ο συστηματικός μελετητής του έργου του Νίκου Καζαντζάκη βρίσκεται αντιμέτωπος με πληθώρα προβλημάτων που ζητούν επίμονα τη λύση τους. Υπάρχει π.χ. πρόβλημα πηγών και επιδράσεων. Κι ακόμη πρόβλημα ανανέωσης μορφών – συμβόλων που παραλαμβάνει από τα έργα των αρχαίων ή συγχρόνων του ποιητών. Γιατί ο Κ. τίποτα δεν δέχεται παθητικά και παγιωμένα, αλλά με την τεράστια μεταπλαστική και μετουσιωτική δύναμή του διοχετεύει μέσα στα παλαιωμένα και κάπως νεκρά σύμβολα της αρχαιότητας νέαν υπόσταση, καινούργια ζωή. Ανανεώνει το περιεχόμενό τους, ανασκευάζει τη θέση τους μέσα στον παγκόσμιο ιδεολογικό και μορφολογικό κώδικα.
Μια από τις μορφές – σύμβολα που το ιδεολογικό τους περιεχόμενο ανανέωσε ο Καζαντζάκης είναι και ο Οδυσσέας. Τόσο ριζικά που ο καζαντζακικός ήρωας σε λίγα μόνο να θυμίζει τον προπάτορά του. Ο ομηρικός ήρωας παρά την πανουργία του είναι ο απλοϊκός εκπρόσωπος μιας μακαρισμένης, όλο αβεβαιότητες εποχής. Δεν προβληματίζεται, κι ενώ υποφέρει σωματικά, ψυχικά δεν κατασπαράσσεται από την αμφιβολία και την αγωνία. Είναι ένας αγωνιστής, δεν είναι όμως ένας επαναστάτης. Ανήκει στην άρχουσα τάξη, δεν την πολεμάει. Είναι εκπρόσωπος του κατεστημένου, όχι υπονομευτής του. Αγωνίζεται με βεβαιότητα για την πραγματοποίηση του σκοπού και δεν αμφιβάλλει ούτε στιγμή για ην ορθότητά του. Κατευθύνεται προς τον στόχο με οδηγό πιο πολύ το ορμέμφυτό του παρά την λογική. Αναζητεί τη λύτρωση στο τέρμα της δικαιωμένης προσπάθειας, όχι στην ανατροπή του αποτελέσματος. Ο Οδυσσέας του Ομήρου πιστεύει στους θεούς, υποτάσσεται στην παραδεδομένη θρησκεία, συνεργάζεται και συναλλάσσεται με το δωδεκάθεο και το ιερατείο. Δεν είναι θεοφονιάς, ούτε Σαλβατόρ Ντέι, ούτε φιλοδοξεί να γίνει ο ίδιος θεός. Είναι φιλάνθρωπος και όχι απάνθρωπος ή μισάνθρωπος. Δένεται με τους ανθρώπους και είναι αθεράπευτος νοσταλγός της πατρίδας και της οικογενειακής εστίας.
Αντίθετα ο Οδυσσέας του Καζαντζάκη, εμφανίζει μια προσωπικότητα ανημέρωτη και επαναστατημένη. Ανατρέπει κάθε παγιωμένο και κοινώς παραδεκτό και υπονομεύει τους θεσμούς. Είναι θηρευτής κάθε μορφής ελευθερίας, ο ενσαρκωτής της «απόλυτης ελευθερίας», το πρότυπο του τέλεια λυτρωμένου ανθρώπου. Όλη του η ζωή αποτελεί μιαν επίπονη πορεία από τν κατώτατη ως την ανώτατη βαθμίδα ελευθερίας, ως το ύστατο λυτρωτικό βίωμα, αυτό που ο Καζαντζάκης ονομάζει «η λύτρωση από την ελευθερία» και που αξιώνεται μόνο λίγες στιγμές πριν τον θάνατό του. Η ανηφορική τούτη πορεία του Οδυσσέα εικονογραφείται στην «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη, «το μεγαλύτερο έπος της λευκής φυλής». Κυριότεροι σταθμοί τούτης της πορείας είναι: Απάρνηση της παγίδας που του στήνει η Ιθάκη να βουλιάξει ξανά στην ανθρώπινη «ευτυχία» και που παίρνει το πρόσωπο της πιστής και καλόβολης συζύγου, του ανήμπορου κύρη, του άξιου και τρυφερού γιου της πατρίδας – Ιθάκης, της πατροπαράδοτης θρησκείας. Ανταρσία κατά του κοινωνικού κατεστημένου με την επιλογή των νέων συντρόφων από τα παράσιτα και τους εχθρούς της κοινωνίας. Το κούρσεμα του παλατιού που συμβολίζει τη λύτρωσή του από το θεσμό της ιδιοκτησίας (ραψ. Α΄ και Β΄).
Χάραξη μιας νέας ζωής απρογραμμάτιστης που ο σκοπός της καθορίζεται «εν κινήσει», ενός αγώνα ανυστερόβουλου. Καταπάτηση των ιερών νόμων της φιλίας και της φιλοξενίας που εκδηλώνεται με την απαγωγή της Ελένης και το φόνο της βάρδιας (ραψ. Γ΄ και Δ΄).
Βαθμιαία απολύτρωση από την ομορφιά και μετατόπιση των ενδιαφερόντων του από το αισθητικό πρόβλημα στο ηθικό και το κοινωνικό. Ένταξή του στην παγκόσμια κοινωνική επανάσταση (ραψ. Ε΄, Ζ΄, Η΄, Θ΄).

Περιφρόνηση του θανάτου και της μεταθανάτιας ζωής στο πρόσωπο εκείνων που εξορκίζουν το θάνατο με τα πλούτη τους ή πιστεύουν πως η άλλη ζωή κατακτιέται με μέσα ανάξια του ανθρώπου. Αποσκορακισμός του πλούτου, όταν γίνεται επικίνδυνος για την ψυχική ελευθερία τη δική του και των συντρόφων του (ραψ. Ι΄).
Απάρνηση κάθε μορφής στράτευσης και αναζήτηση του κατάλληλου τόπου, όπου θα κτίσει την Ιδανική Πολιτεία (ραψ. Κ΄,Λ΄,Μ΄,Ν΄).

Στα πλαίσια αυτής της Ιδανικής Πολιτείας – Ουτοπίας καθιέρωση νέου «θεού», θέσπιση νέων, απάνθρωπων νόμων που εφαρμόζουν στην πράξη την Ασκητική του που δεν είναι άλλη από την «Ασκητική» του Νίκου Καζαντζάκη (ύψιστος νόμος στη νέα κοινωνική οργάνωση: ο γιος να ξεπεράσει τον πατέρα). Μετά την καταστροφή της Πολιτείας από το αιώνιο και απόλυτο Μηδέν, τη μοίρα κάθε ανθρώπινης προσπάθειας, μετουσίωση της απελπισίας του σε λύτρωση από κάθε ελπίδα, προτελευταίο στάδιο της απόλυτης ελευθερίας του (ραψ. Ξ΄,Ο΄,Π΄).

Λύτρωση από κάθε στοιχείο της συντροφικότητας. Απελευθέρωση από κάθε πολιτική δράση και εγκατάλειψη στην ποιητική δημιουργία. Λύτρωση από τα δεσμά της Λογικής και δημιουργία ενός κόσμου φανταστικού που τον πλάθει και τον δημιουργεί κατά την επιθυμία του υποδυόμενος το «θεό». Υποκατάσταση της δράσης με το τραγούδι και της Πράξης με το στοχασμό (ραψ. Ρ΄).
Εγκατάλειψη της ποιητικής δημιουργίας και στροφή προς το μεταφυσικό όραμα. Απολύτρωση από κάθε μεταφυσική προσδοκία και απάρνηση κάθε θρησκείας (βουδισμού, χριστιανισμού) που ευαγγελίζεται την αιώνια αμοιβή (ραψ. Σ΄,Τ΄,Υ΄,Φ΄).
Λύτρωση από κάθε ελπίδα επίγεια ή μεταθανάτια. Λύτρωση από κάθε τι αισθητό και υπεραισθητό. Άτρομη ενατένιση του θανάτου. Κατάκτηση της μόνης υπερβατικής και υπέρτατης χαρά που μονάχα μια μεγάλη ψυχή σαν εκείνη του Οδυσσέα αξιώνεται, της μετέωρης, ολιγόστιγμης μετάβασης από την ύπαρξη στην ανυπαρξία, της λύτρωσης από την ελευθερία (ραψ. Χ΄, Ω΄).

Ο Καζαντζάκης εμπνεύστηκε το νέο Οδυσσέα του από τους πατά κάτω στίχους της ομηρικής «Οδύσσειας» και τον πλαστούργησε εξελικτικά κάτω από την επίδραση προσωπικών πνευματικών και συναισθηματικών αναπροσανατολισμών, καθώς επίσης και κάτω από την επίδραση παγκόσμιων ιδεολογικών ανακατατάξεων και κοινωνικών μετατροπών που συγκλόνισαν την ανθρωπότητα στις αρχές του αιώνα μας.

Για μένα βάσανα ο βαθύγνωμος ο Δίας στοχάστηκε άλλα,
Του άμοιρου, τι ένα μήνα εχάρηκα μονάχα τα παιδιά μου και τ’ αγαθά μου και το ταίρι μου στους δυο η καρδιά μου ξάφνου
καράβια ν’ αρματώσω μ’ έσπρωξε, για ν’ αρμενίσω αλάργα
με τους ισόθεους τους συντρόφους μου, στης Αίγυπτος τα μέρη
Εννιά καράβια πρώτα αρμάτωσα και βρήκα τσούρμο αμέσως
έξι μερόνυχτα ξεφάντωναν οι γκαρδιακοί συντρόφοι,
κι εγώ σφαχτά πολλά τους έστελνα, να ’χουν μαθές να κάνουν
και στους θεούς θυσίες και οι τάβλες τους γεμάτες να ‘ναι πάντα.
Απάνω στις εφτά μπαρκάραμε, κι απ’ την πλατιά την Κρήτη
με πρίμο δυνατό αρμενίζαμε βαριά….

Σε πέντε μέρες κιόλας φτάσαμε στον ωριορεματάρη το Νείλο ποταμό, κι αράξαμε τα δρεπανόγυρτά μας καράβια εκεί…

Μα αυτοί το παραπήραν πάνω τους, και στην απακοτιά τους
των Αιγυπτίων τα πλούσια χτήματα κινούσαν να πατήσουν,
και σέρναν σκλάβες τις γυναίκες τους και τα μικρά παιδιά τους
και σκότωναν κι αυτούς. Μα ως έφτασε γοργά η βοή στην πόλη
εκείνοι ακούγοντας το κάλεσμα χαράματα πρόφτασαν, κι ευθύς ο κάμπος όλος γέμισε πεζούς και αμαξολάτες, και τα χαλκένια αστράφταν άρματα. Στους συντρόφους μου τότε
φύτεψε ο Δίας ο κεραυνόχαρος δείλια κακή, κι ούτ’ ένας μπρος στον οχτρό εκρατήθη, τι ο χαμός μας ζώσει ολούθε.
Εκεί πολλούς δικούς μας σκότωσαν με τα χαλκιά κοντάρια
τους άλλους ζωντανούς τους έσερναν, να τους δουλεύουν σκλάβοι.
(Ομήρου «Οδύσσειας» Ξ΄, στ. 243-272, μετάφραση Καζαντζάκη – Κακριδή).

Προτού όμως πλάσει την οριστική μορφή του Οδυσσέα του ο Κ., τεχνούργησε έναν άλλο Οδυσσέα, τον «Οδυσσέα» της ομώνυμης τραγωδίας. Ο πρώτος καζαντζακικός Οδυσσέας δεν απέχει πολύ από τον τρωικό ήρωα – ίσως γιατί ο Κ. είναι ακόμη δέσμιος του προτύπου του- αλλά προαναγγέλλει την «άφιξη» του «θεοφονιά» Οδυσσέα. Και τούτο γιατί κρύβει μέσα του «εν σπέρματι» ιδέες, συναισθήματα και πράξεις του κατοπινού επαναστάτη και ζηλωτή της ελευθερίας. Είναι ένα πρόσωπο χωρίς πάγια χαρακτηριστικά, αδιαμόρφωτο, ερμαφρόδιτο, νόθο. Και όπως όλα τα νόθα της ζωής ή της τέχνης έχει μια μυστηριακή γοητεία.

Ο Οδυσσέας της τραγωδίας είναι εμποτισμένος μ ε τη βασική πίστη της «Ασκητικής» πως θεός είναι το ζωικό σκίρτημα (Elan Vital) που κρύβεται σε κάθε πλάσμα (φυτά, ζώα, άνθρωπος) και ανηφορίζει θέλοντας να ελευθερωθεί και να ελευθερώσει, να λυτρωθεί και να λυτρώσει. Είναι ένας «Σωτήρας του Θεού» ο Οδυσσέας, γιατί με τη δύναμη του νου του να υποτάσσει τις προσταγές της σάρκας, «σώζει» το μέσα του «θεού» από τα υλικά δεσμά και βοηθάει στη λύτρωσή του.


Αθηνά μου, Αθηνά!... Κυρά μου….
Αρματωμένη πήδηξε απ’ το νου μου
θυμήσου πόσα χρόνια τώρα οι δυο μας δουλέψαμε μαζί,
ταμπουρωμένη στο μέτωπο μου εσύ,
κι εγώ στον ήλιο.
Πήδηξε τώρα απά στη γης
και βοήθα την πέρφανη καρδιά μου μην ξεπέσει!

Ωστόσο οι δραματουργικές και μορφοπλαστικές απαιτήσεις της τραγωδίας, καθώς και η ανάγκη να κρατηθούν οι μορφές και τα σύμβολα της παράδοσης, αναγκάζουν τον ποιητή να δώσει υπόσταση ανθρώπινη – θεανθρώπινη πιο σωστά- στη θεά και υπαγορεύουν την ανάλογη σχέση και στάση του Οδυσσέα απέναντι στην Αθηνά.
Μοιάζεις θεά στο μπόι και στην ειδή σου πέφτω, φιλώ τ’ αθάνατα σου πόδια! Είναι φανερό πως ο Οδυσσέας βρίσκεται σε θεολογική σύγχυση που αντανακλά στην αντίστοιχη του δημιουργού του.
Στην ουσία ο Οδυσσέας δεν πιστεύει σε κανένα θεό, είναι αθεϊστής ή πανθεϊστής που σχεδόν είναι το ίδιο πράγμα. Πιστεύει μόνο στη δύναμη και επινοητικότητα του ανθρώπινου νου και στην αντοχή και καρτερικότητα της ανθρώπινης καρδιάς. Περιφρονεί τους θεούς του Ολύμπου και οργίζεται ενάντια σ’ αυτούς, ιδιαίτερα ενάντια στον Ποσειδώνα. Τους φέρεται σαν ίσος προς ίσους. Αντροκαλιέται μαζί τους, είναι βλάσφημος και υβριστικός.

Δεν το ΄νιωσαν ακόμα πως ντροπή τους
να πολεμούν οι αθάνατοι μ’ εφήμερο θνητό;
Μα πάλι εγώ θα τους νικήσω!
Μα πιο τρανούς δε δείλιασα αθάνατους,
μην το ξεχνάς! Αθηνά, την πάσα αλήθεια μολόγα, ομπρός!
θεός κι εγώ σα να ‘μια!

Οι σχέσεις του απέναντι στους ανθρώπους είναι επιφυλακτικές και καχύποπτες. Σωστός «κλωθονούσης».
«Δίβουλη» και προσποιητή έρπει, η σκέψη του, όπως εκείνη του ομηρικού Οδυσσέα. Από την άποψη τούτη ο Οδυσσέας του Κ. παραμένει αυθεντικός. «Ομηρική» είναι και η φαντασιοκοπία του Οδυσσέα, καθώς και η ικανότητά του να συνταιριάζει το φανταστικό με το πραγματικό, το επίπλαστο με το αληθινό. Ο Οδυσσέας δεν έχει «το μέτρο το ιερό», όπως παρατηρεί και ο Εύμαιος.
Σκέψεις και πράξεις του ωθούνται ως τα ακρότατα σημεία της ανθρώπινης αντοχής. Είναι οπαδός του «εν άγαν» που και τούτο αποτελούσε βασική πίστη και επιδίωξη του Καζαντζάκη.
Αλλά ο Οδυσσέας του «Οδυσσέα» είναι εμποτισμένος και με άλλες θεωρίες του δημιουργού του. Όπως τη θεωρία ότι μέσα στον άνθρωπο παλεύει το κτήνος με το θεό, τα ζωώδη ένστικτα με το «θείο του ανθρώπου πνεύμα!» και πως χρέος του αληθινού τ’ ανθρώπου είναι να υποτάξει το ζώο, τον υπάνθρωπο στον θεάνθρωπο, να γίνει δηλαδή ο ίδιος θεός.
Ή με τη θεωρία πως χρέος του γιου να ξεπερνάει τον πατέρα και πως μονάχα έτσι, δηλ. με την ανωτερότητα της νέας γενιάς πάνω στην προηγούμενη της, μπορεί η ανθρωπότητα να εξαρθεί σε υψηλότερα πνευματικά και ηθικά επίπεδα.


Τρίσχαρά του
που νιώσει, πριν πεθάνει, δίχως έλεος
τη φούχτα του άξιου γιου του να του αρπάξει
για αγώνες πιο τρανούς, το αδρό κοντάρι!
Πώς θα ‘θελα κι εγώ τα γερατειά μου
να τα κουρσεύαν γιοι με βία και σέβας!

Ο καζαντζακικός ήρωας είναι σκληρός, απάνθρωπος, ανυποχώρητος στον αιματοβαμμένο σκοπό του, ανελέητος στην εκδίκησή του, και από την άποψη τούτη ενσαρκώνει το νιτσεϊκό υπεράνθρωπο. Στην ηθική σφαίρα δρα ανεξάρτητα από τις επιταγές της ηθικής, «πέραν του καλού και του κακού». Και ο ομηρικός ήρωας είναι εκδικητικός. Αλλά εκδικείται τους μνηστήρες από μία πρωτόγονη αντίληψη δικαιοσύνης που αποκλείει κάθε δισταγμό, επιείκεια ή κλιμάκωση ευθύνης. Είναι ακρότατη δικαιοσύνη που καταντάει αδικία. Αντίθετα ο Οδυσσέας του Καζαντζάκη εμφορείται από την υπεράνθρωπη αντίληψη ότι μπροστά στον Ύψιστο Σκοπό που είναι η επιβολή της ανώτερης βούλησης πρέπει να συντρίβονται οι κατώτερες θελήσεις. Κι ακόμη από τη βεβαιότητα ότι ο προικισμένος από τη Μοίρα άνθρωπος πρέπει αδίστακτα και ανέσπλαχνα να βαδίζει στην καθιέρωση και επιβολή ανώτερου τρόπου ζωής και υπέρτατων σκοπών βιολογικών, ηθικών και κοινωνικών. Να «ανηφορίζει» χωρίς σταματημό μεταθέτοντας πριν από το τέρμα την κορυφή σε αψηλότερο επίπεδο. Να αυτοϋπερβάλλεται.


Θα ‘ρθουν όντα νικάς!
Τους ξέρω πάντα τρέχουν πίσω απ’ το νικητή…….
Μάθε να σπας τα σύνορα του ανθρώπου!

Εναρμονίζει τον θεωρητικό με τον πρακτικό του βίο. Αναγνωρίζει την ανάγκη της θεωρητικής κατάρτισης και του στοχασμού, μα αποδέχεται την ανωτερότητα της πράξης. Είναι το υποκατάστατο του ίδιου του Καζαντζάκη που θέλησε να είναι στοχαστής μαζί και ποιητής, μα που η φυσική του δειλία και η μοναστική του τάση τον απομάκρυναν βαθμιαία από τη δράση και τον έκαναν «μονιά» στις άγριες και απάνθρωπες μαδάρες του στοχασμού.


Γενναία τα λόγια λες,
μα μόνο τα έργα χορταίνουν,
μάθε,
την καρδιά του ανθρώπου.

Ο Οδυσσέας της ομώνυμης τραγωδίας συγκερνάει τον ομηρικό Οδυσσέα και τον Οδυσσέα της καζαντζακικής «Οδύσσειας» στον τρόπο αντιμετώπισης των πειρασμών. Και οι δυο έχουν συνείδηση των κινδύνων που διατρέχει η ψυχή τους από τον πειρασμό της αθανασίας (Καλυψώ) και από τον πειρασμό της ευτυχίας και καλοζωίας (Κίρκη). Η υποταγή στον πρώτο πειρασμό αλλοτριώνει την αληθινή ανθρώπινη υπόσταση και μοίρα, η υποταγή στο δεύτερο κατεβάζει τον άνθρωπο στο επίπεδο του κτήνους.

Τέλος ο Οδυσσέας της τραγωδίας διατηρεί ακόμη όλον τον σεβασμό του ομηρικού Οδυσσέα απέναντι στη γυναίκα. Ζει ακόμη την «αισθητική» περίοδο και συγκινείται από τη γυναικεία ομορφιά και τις γυναικείες αρετές. Ο Οδυσσέας της «Οδύσσειας» στις τελευταίες ραψωδίες ζει την «ηθική» περίοδο της ζωής του και απολακτίζει τον πειρασμό της γυναίκας συνειδητά, προκειμένου να αφιερωθεί σε σκοπούς που επιβάλλουν αγνότητα, απάρνηση κάθε χαράς της ζωής, υποταγή του ερωτικού ενστίκτου.