Βουβό το στόμα του ποταμού

Ο Λευτέρης και η Χρυσώ Μαραθοκάμπτη, είχαν να το ομολογούνε όλοι, ήταν το πιο ταιριασμένο ζευγάρι στον Αλμυρό. Από τη μέρα που γνωρίστηκαν στο πανηγύρι της Αγια-Παρασκευής κι ήπιαν από τα χείλη τους το πρώτο φιλί, ήλθαν και σοφίλιασαν οι ψυχές τους κι έγιναν ένα. Μαζί πορεύτηκαν τα σαράντα χρόνια της ύπαντρης ζωής τους, μαζί τρύγησαν τις λίγες ρώγες της χαράς και τις πολύ περισσότερες της λύπης. Έσπειραν και δυο παιδιά για να τα ‘χουν αποκούμπι στα γερατειά τους. Δεν είχαν σπίτι δικό τους κι έμεναν εκ περιτροπής μια στο σπίτι του γιου τους και μια στο σπίτι της κόρης τους. Κάθε απόγεμα, όταν ο καιρός ήταν καλός, πήγαιναν τη βόλτα τους ως τη μεγάλη, τη φημισμένη, πλατεία της κωμόπολης. Κάθονταν πάντα στο ίδιο τραπέζι του κεντρικού καφενείου, μέσα από τις τζαμαρίες, που όλοι φρόντιζαν σεβαστικά να το κρατούν άδειο για να δεχτεί το αγαπημένο ζευγάρι. Ο Λευτέρης έπινε τον ερατεινό του, καπνίζοντας και δυο τρία τσιγάρα απανωτά, από τα λίγα της ημέρας, και η Χρυσώ έτρωγε με αληθινή αγαλλίαση την πάστα-φλόρα της το χειμώνα, και το παγωτό της, το καλοκαίρι. Απλές συνήθειες και μικρές απολαύσεις ενός ευτυχισμένου ζευγαριού που δε ζητούσε πολλά από τη ζωή, παρεχτός να είναι καλά στην υγειά του και να απολαμβάνει ο ένας τη συντροφιά του άλλου.
Εκεί όμως που όλα έδειχναν πως η ευτυχία του Λευτέρη και της Χρυσώς δεν είχε τελειωμό, ήρθε αναπάντεχα το κακό κι έφερε τα πάνω κάτω στη ζωή τους. Τη γυναίκα τη χτύπησε βαρύ εγκεφαλικό κι έπεσε στο κρεβάτι παράλυτη στο ένα χέρι και στο ένα πόδι, κι ο άντρας έχασε, από τη λύπη του, την ψυχική του ισορροπία κι άρχισε να λέει και να σκέφτεται πράματα που φανέρωνα το σαλεμένο του νου. Αυτό που πιο πολύ πίκραινε και στενοχωρούσε το γέρο -Λευτέρη, ήταν η σκέψη πως, έτσι καθώς είχε καταντήσει η γυναίκα του, ο ίδιος και η Χρυσώ θα γίνονταν βάρος στα παιδιά τους και στα εγγόνια τους. Μάταια οι δικοί τους, γιος, κόρη και εγγόνια, τον καθησύχαζαν, λέγοντας με ψεύτικην ελπίδα πως η « μάνα» αργά ή γρήγορα θα γινόταν καλά και πως σύντομα η ζωή τους θα έβρισκε τον παλιό ευτυχισμένο ρυθμό της. Τίποτε δεν παρηγορούσε τον παππού Λευτέρη. Συχνά τον άκουγαν να μουρμουρίζει πως « πρέπει να φύγουν για τον ΄Ολυμπο, να μην τους βρει κανείς» (αυτά δήλωσαν στα ύστερα οι δικοί του στις εφημερίδες, όταν πια είχε γίνει το κακό).
Τις τελευταίες μέρες η Χρυσώ βάραινε όλο και πιο πολύ και ο γερο-Λευτέρης πάσχιζε να πείσει τη γυναίκα του πως καλό θα ήταν για όλους να φύγουν οι δυο τους από τη ζωή. « Μαζί στη ζωή, μαζί και στο θάνατο» ,της ψιθύρισε ένα βράδυ. «Όμως, γλυκιά μου, δε θέλω τούτη τη μεγάλη απόφαση να την πάρω μόνος μου. Θέλω να την πάρουμε μαζί. Αν συμφωνείς μαζί μου, κάνε μου ένα σημάδι, ένα σημαδάκι τόσο δα» .Τα μάτια της Χρύσως που ήσαν ως τη στιγμή εκείνη ανέκφραστα, πήραν να δακρύζουν και το πρόσωπο της το λατρεμένο σκεπάστηκε από μιαν απόκοσμη γαλήνη. « ΄Ώστε συμφωνείς, γριά» ,είπε τρυφερά ο Λευτέρης, σκουπίζοντας τα δάκρυά της, και η Χρύσω κούνησε, σχεδόν ανεπαίσθητα, προς τα μπρος, το κεφάλι. « Σου υπόσχομαι, καλή μου, πως δεν θα πονέσεις καθόλου. Ούτε συ, ούτε κι εγώ. Θα είναι ένας ωραίος, ένας ρομαντικός θάνατος, κι όλοι θα μας ζηλέψουν» .
Ο Λευτέρης κατέστρωσε τα σχέδιά του. Το πιο μεγάλο πρόβλημα ήταν πως θα ξεφύγουν από την επιτήρηση του γιου και της οικογένειάς του (τον τελευταίο καιρό έμεναν στο δικό του σπίτι).΄Ένα βράδυ που ο γιος με τη γυναίκα του είχαν πάει επίσκεψη και τα παιδιά τους έλειπαν στο φροντιστήριο, τηλεφώνησε σε κάποιον φίλο του ταξιτζή να έρθει να τους πάρει για προσκύνημα στην Αγία Παρασκευή των Τεμπών. Ο ταξιτζής δεν ήταν να πεις κανένα κοροΐδο. Ήξερε το πρόβλημα και γνώριζε καλά τις απαγορεύσεις του γιου. « Γιατί, δε σε πάει ο ίδιος. Αυτοκίνητο έχει» .Ο γερο-Λευτέρης δικαιολογήθηκε ότι ο γιος τους απαγορεύει να βγουν από το σπίτι. « ΄Όμως χτες το βράδυ είδα την Αγία στον ύπνο μου και με πρόσταξε να πάμε να προσκυνήσουμε τη χάρη της» .Ο ταζιτζής δέχτηκε με κρύα καρδιά. Στο δρόμο ο Λευτέρης εξήγησε πως στην Αγία Παρασκευή είχαν γνωριστεί και πως εκεί είχαν ανταλλάξει το πρώτο τους φιλί. Και πως όλες τους τις ελπίδες να γίνει καλά η Χρυσώ τις είχε αποθέσει στη βοήθεια της αθληφόρου Παρασκευής. Ο ταξιτζής τους κατέβασε δώθε από την κρεμαστή γέφυρα. Η Χρυσώ υποβασταζόμενη από τους δυο άντρες, σούρθηκε μέσα στο εξωκλήσι, άναψε κερί και ανήσπασε με λαχτάρα την εικόνα της Αγίας. Προς στιγμή φάνηκε να έχει αναστηλωθεί το κορμί της. Βγαίνοντας, ο Λευτέρης είπε στον φίλο του. « Τώρα θέλω να μας αφήσεις για λίγο μόνους, να αναπολήσουμε το παρελθόν. Κάνε τη βόλτα σου κι έλα σε μισή ώρα να μας πάρεις.» .Ο οδηγός, ανυποψίαστος, δέχτηκε.
Είχε βραδιάσει για καλά. Ο κόσμος είχε αραιώσει. Ο Λευτέρης βοήθησε τη γυναίκα του να καθίσουν σ’ ένα πεζούλι πλάι στο νερό του ποταμού που γοργοκυλούσε γαλαζοπράσινο κι ασπρουδερό στις άκρες, φωτισμένο αμυδρά από τα φώτα της εκκλησιάς. Πάνω από το ποτάμι, τα πλατάνια σχημάτιζαν αψίδες. Ένα ελαφρό θρόισμα ακουγόταν από τα φύλλα των πλατανιών που τα ανατάραζε το βραδινό αεράκι. Το σκηνικό ήταν πιο πολύ για ζωή παρά για θάνατο. Μια αποθέωση ετούτης της ζωής που πάει να σμίξει με την άλλη.
Ο Λευτέρης σηκώθηκε, έκανε αργά το σταυρό του, κοίταξε τη γριά στα μάτια, με λατρεία, μουρμουρίζοντας. «Χρυσώ, αγαπημένη, συχώρεσέ με». Έπειτα τη φίλησε παρατεταμένα στο στόμα και πήδηξε στα μισοφωτισμένα νερά του Πηνειού. Το ποτάμι, ως ένιωσε στα σπλάχνα του τα δυο σώματα, αναρρίγησε. Άνοιξε τα μάτια του τρομαγμένο κι ήθελε να βγάλει μια κραυγή τρόμου. Όμως το στόμα του παρέμεινε βουβό, όπως βουβή ήταν και η αντάμωση του θανάτου στα κρύα νερά του. Ο Λευτέρης και η Χρυσώ πέρασαν στην άλλη ζωή σιωπηλά αλλά με τη θριαμβική σιωπή των ανθρώπων που ξέρουν να μοιράζονται τη ζωή και το θάνατο.


Γιώργος Σταματίου