ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΕΠΕΤΕΙΟΙ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ :
25η ΜΑΡΤΙΟΥ 1821
“ Τις ημέρες εκείνες έκαναν σύναξη μυστικά τα παιδιά και λάβανε την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην πρωτεύουσα, να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από τ’ ανοιχτό πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος κι εξουσία η Άνοιξη.
Και επειδή σίμωνε η μέρα που το Γένος είχε συνήθειο να γιορτάζει τον άλλο Σηκωμό, τη μέρα πάλι εκείνη ορίσανε για την Έξοδο. Και νωρίς εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβιά σαν σημαία, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες. Και ακουλουθούσανε άντρες πολλοί, και γυναίκες, και λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια. Όπου έβλεπες άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές, που ‘λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα.
Τέτοιας λογής αποκοτιές, ωστόσο, μαθαίνοντας οι Άλλοι, σφόδρα ταράχθηκαν. Και φορές τρεις με το μάτι αναμετρώντας το έχει τους, λάβανε την απόφαση να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες, με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει μια πήχη φωτιά κάτω απ’ τα σίδερα, με τις μαύρες κάνες και τα δόντια του ήλιου. Όπου μήτε κλώνος μήτε ανθός, δάκρυο ποτέ δεν έβγαλαν. Και χτυπούσανε όπου να’ναι, σφαλώντας τα βλέφαρα με απόγνωση. Και η Άνοιξη ολοένα τους κυρίευε. Σα να μην ήτανε άλλος δρόμος πάνω σ’ ολάκερη τη γη, για να περάσει η Άνοιξη παρά μονάχα αυτός», και να τον είχαν πάρει αμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, πέρ’ απ’ την άκρη της απελπισιάς, τη Γαλήνη που έμελλαν να γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους
έλεγαν αλήτες, και οι άντρες, και οι γυναίκες, και οι λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια.
Και περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα. Και θερίσανε πλήθος τα θηρία, και άλλους εμάζωξαν. Και την άλλη μέρα στήσανε στον τοίχο τριάντα”.
[ από το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ του Οδυσσέα Ελύτη ]
Αυτές οι μέρες σημαδεύουν το ξεκίνημα ενός αγώνα που καμιά λογική δεν μπορούσε να προβλέψει νικηφόρο. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η απελπισία οδηγούσε στον παραλογισμό της καταστροφής. Απλά και μόνο σκοπεύοντας στο υπέρτατο αγαθό της ζωής, την Ελευθερία, ένα ολόκληρο έθνος αποφάσιζε να μετρηθεί με τους τυράννους, πληρώνοντας όποιο τίμημα απαιτούσε ένα τέτοιο αγαθό.
Τις μέρες που γιορτάζουμε το 1821, αναλογιζόμαστε την ιστορική μας μοίρα μέσα στον κόσμο. Τη μοίρα μας που την έχουν σημαδέψει πράξεις, που ορίζουν την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού με μνημεία αιώνια. Η μνήμη αυτών των πράξεων αποτελεί ό,τι ονομάζουμε ιστορία, ως γνώση και συνείδηση. Όμως ο ανθρώπινος λόγος έχει και άλλους τρόπους για να καταγράψει τις ανθρώπινες πράξεις και τους ανθρώπινους στοχασμούς. Μπορεί να δει ακέραια τη συνολική εικόνα της γης και των ανθρώπων σε μια μεγάλη έκταση. Αυτή τη θεώρηση, όπως μας λέει και ο Αριστοτέλης, την επιτελεί η ποίηση. Μπορούμε, λοιπόν, να δούμε τους μεγάλους αγώνες του Ελληνικού Έθνους για την ελευθερία και κυρίως το ξεσηκωμό του ’21, μέσα απ’ την ποίηση.
Δεν είναι τυχαίο ότι τους δυο πρώτους μεγάλους αγώνες για την Ελευθερία μας στο Μαραθώνα και τη Σαλαμίνα μας τους παρουσιάζει ο μεγάλος τραγικός ποιητής, ο Αισχύλος. Το επίγραμμα που στόλιζε το μνήμα του, γραμμένο απ’ τον ίδιο, μιλά υπεύθυνα και εύγλωττα για τη συμμετοχή του στη μάχη και τη μεγάλη νίκη εναντίον των Περσών στο Μαραθώνα. Για τη νίκη στη Σαλαμίνα έχει γραφεί απ’ τον ίδιο η τραγωδία «ΠΕΡΣΕΣ». Σ’ αυτήν εκτός απ’ τ’ άλλα παρουσιάζεται και η στιγμή της επίθεσης. Ακούστηκε πρώτα απ’ τη μεριά των Ελλήνων ένα όμορφο τραγούδι και ύστερα με ανδρεία καρδιά όρμησαν στη μάχη. Την ίδια στιγμή παρακινούσαν ο ένας τον άλλο με μεγάλη φωνή: «Παιδιά των Ελλήνων εμπρός!. Για τη Λευτεριά της πατρίδας. Για τα παιδιά μας, τις γυναίκες μας, τα ιερά των Θεών μας, τους τάφους των πατέρων μας! Νυν υπέρ πάντων ο αγών». Η πρώτη σύγκρουση των Ελλήνων για τη Λευτεριά τους γίνεται απ’ τον ποιητή που την έζησε μάθημα ανθρώπινης περηφάνιας και συνάμα ανθρώπινου μέτρου.
Τα χρόνια πέρασαν, φτάσαμε ως την Περσία και την Ινδία, απλώσαμε τη γλώσσα μας και τον πολιτισμό μας σ’ όλο τον κόσμο. Χάσαμε όμως στη συνέχεια την ελευθερία μας απ’ τους Ρωμαίους. Την αποκτήσαμε πάλι και για 1000 χρόνια η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν η δύναμη που σε μεγάλο βαθμό όριζε τις τύχες του κόσμου. Πάλι όμως λαοί απ’ τα βάθη της Ανατολής μας υπόταξαν σε μια εξουσία ανελέητα τυραννική. Η σκλαβιά για πρώτη φορά γινόταν τόσο αβάσταχτη και εξοντωτική καθώς ερχόταν από ένα λαό αλλόδοξο, πρωτόγονο, με ανύπαρκτες σχεδόν τις πολιτιστικές καταβολές.
Στα 400 χρόνια της σκλαβιάς το δημοτικό τραγούδι αλλά και επώνυμοι ποιητές, όπως ο Κάλβος και ο Σολωμός, αφιέρωσαν ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής τους δημιουργίας στον αγώνα του έθνους για την Ελευθερία.
Τραγουδώντας τους καημούς και τις ελπίδες του έζησε ο λαός ως τη μέρα του μεγάλου ξεσηκωμού. Στίχοι όπως το «σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας είναι» εμψυχώνουν τους ραγιάδες στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς. Στα χρόνια του ξεσηκωμού, γνήσιοι απόγονοι του Αισχύλου, ο Κάλβος και ο Σολωμός θα βυθίσουν την ποιητική τους έμπνευση βαθύτερα απ’ τα γεγονότα.
« Όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται, ζυγόν δουλείας ας έχωσι. Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία» θα πει επιγραμματικά ο Κάλβος. Και σ’ ένα άλλο ποίημά του θα προφητέψει: «της επιστροφής εχάραξεν η ημέρα. Πάντοτε οι επουράνιοι μεγαλόθυμον γένος υπερασπίζουν». Ο Σολωμός στον « ΥΜΝΟ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ» γεμάτος ενθουσιασμό χαιρετά την ελευθερία « ‘Απ’ τα κόκαλλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθερία». Ο Σολωμός θα μας θυμίσει στο ποίημα αυτό τη μακραίωνη απουσία της Ελευθερίας και την ταπείνωσή της, ύστερα τις αντιφατικές και υποκριτικές αντιδράσεις των Δυνατών της Γης. Θα ακολουθήσουν οι ένδοξες και αποφασιστικές αναμετρήσεις με τους Τούρκους, στην Τριπολιτσά, στην Κόρινθο, στο Μεσολόγγι, στη θάλασσα του Αιγαίου. Όταν τελειώσει ο αγώνας ένα άλλο ποίημα «ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ» θα σφραγίσει το έργο του. Παρουσιάζονται οι δυσκολίες τις οποίες θα υπερβούν εκείνοι οι μεγάλοι αγωνιστές στο Μεσολόγγι. Το ποίημα αποτελεί ένα ύμνο στον άνθρωπο που κρατάει ζωντανή τη θέλησή του για αντίσταση και αγώνα. Όσο ο άνθρωπος, προσηλωμένος στο χρέος του, εξακολουθεί να αντιστέκεται, να αγωνίζεται και είναι έτοιμος για θυσία, μένει ελεύθερος ακόμη και αν είναι πολιορκημένος από χίλιους εχθρούς.
Χαρακτηριστικά είναι τα αποσπάσματα
απ’ το δεύτερο και τρίτο σχεδίασμα
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε, στα μάτια η μάνα μνέει
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
« Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω ‘γω στο χέρι:
οπού συ μου ‘γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».
Και παρακάτω στο τρίτο σχεδίασμα καθώς ψάλλει την πολιορκία του Μεσολογγίου παρατηρεί:
Τα παλικάρια τα καλά, μ’ απάνου τη σημαία,
Που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει
Παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας,
Κι ο ουρανός καμάρωνε, κι η γη χειροκροτούσε
Κάθε φωνή κινούμενη κατά το φως μιλούσε,
Κι εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης:
« όμορφη, πλούσια, κι άπαρτη, και σεβαστή, κι αγία!»
Το Μεσολόγγι με την ακρότατη θυσία προσφέρει στον ποιητή όλα τα στοιχεία για την ποιητική ενσάρκωση της Ιδέας του. Όλα παρουσιάζουν την ελευθερία γεμάτη από το Χρέος.
Χαρές και πλούτη να χαθούν και τα βασίλεια κι όλα
Τίποτε δεν είναι αν στητή μέν’ η ψυχή κι ολόρθη!
Αυτά τα λόγια του ποιητή είχαν χαραγμένα ολοκάθαρα στη συνείδησή τους όλοι οι Έλληνες που αγωνίζονταν για την Ελευθερία τους το 1821.
Έτσι είδαν οι μεγάλοι ποιητές μας τους αγώνες μας στο Μαραθώνα, στη Σαλαμίνα, την επανάσταση του 1821. Οι Έλληνες του ’21 ήταν δυνατότεροι απ’ τους Τούρκους, όπως ήταν δυνατότεροι απ’ τους Πέρσες. Και όπως ο αγώνας εκείνων κάτω απ’ τη φαινομενική τρέλα ήταν η πιο έλλογη πράξη, έτσι ήταν έλλογη πράξη, κάτω απ’ τη φαινομενική τρέλα του, ο ξεσηκωμός του 1821. Οι Τούρκοι είχαν με το μέρος τους την ύλη, οι Έλληνες την ψυχή. Οι Τούρκοι βασίζονταν στη δύναμη των όπλων, εμείς στη δύναμη της ψυχής, που 400 χρόνια βαφτίζονταν και δυνάμωνε στην κολυμπήθρα του πόνου. Τέτοια και τόση δοκιμασία άλλον λαό θα τον είχε τσακίσει για πάντα. Του Έλληνα την ψυχή την έκανε ατσάλινη. Σ’ αυτή τη χιλιοβασανισμένη αλλά πάντα ελεύθερη ψυχή τους στηρίχτηκαν οι Έλληνες για να κάνουν την Επανάσταση του ’21 με τα μάτια τους γεμάτα από το «Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το Χάρο». Τόλμησαν να τα βάλουν, μια χούφτα άνθρωποι, με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως τα έβαλαν και με την Περσική, αλλά και με την Ιταλική και Γερμανική πρόσφατα.
Και πριν από 2.500 χρόνια στο Μαραθώνα και τη Σαλαμίνα και πριν 180 στην επανάσταση του 1821 αλλά και πριν 60 χρόνια στα βουνά της Αλβανίας και εναντίον των Γερμανών στην Ελλάδα, όμοια αντέδρασαν οι Έλληνες. Έκριναν ότι «ευδαιμονία είναι η ελευθερία και ελευθερία η γενναία καρδιά» και νίκησαν. Σίγουρα δεν είναι παραφροσύνη να αντιτάσσεται το πνεύμα στην ύλη, το δίκαιο στο άδικο, η δίψα της Ελευθερίας στη βία. Είναι Χρέος.
Γεμάτοι απ’ την έννοια αυτού του Χρέους ξεκίνησαν όλοι οι Έλληνες τον αγώνα του 1821. Αυτό το όπλο κρατούσαν τότε οι Έλληνες, που το είχαν κληρονομήσει απ’ τους προηγούμενους Έλληνες. Το κληροδότησαν σίγουρα και σε μας. Είναι ένα όπλο πάντα αρκετό για να δώσει τη νίκη.
Δεχόμαστε αυτή την κληρονομιά. Θα κάνουμε και εμείς τα ίδια, αν χρειαστεί. Θα προσπαθήσουμε να κάνουμε ακόμα περισσότερα. Θέλει και ταπεινοφροσύνη η Ελευθερία. Έτσι οι ψυχές των αγωνιστών του ’21, όλοι όσοι έδωσαν τα πάντα για την Ελευθερία της πατρίδας μας, θα νιώσουν ικανοποιημένοι και δικαιωμένοι.