Η ΚΟΚΚΙΝΙΑ


Με πήρε απ' το χέρι μια νύχτα όπως η μάνα το παιδάκι της η νοστα¬λγία από πολύ μακριά και μ' άφησε έξω απ' το σπίτι στη μέση του δρόμου που δεν είχε μια στάλα κοκκινόχωμα να σου θυμίσει τα παλιά. Οι φω¬νές….. ταξιδεμένες στη χοάνη του χρόνου που καταπίνει χωρίς κορεσμό κι ανάπαυλα τις στιγμές και καμιά αίσθηση ζωής πουθενά ούτε μια πυγολα¬μπίδα απ' τις τόσες που κυνηγούσαμε τις νύχτες κι ας ήταν καλοκαίρι το ταξίδι του νόστου. Χάθηκαν κι αυτές μαζί με τα παιδιά που έπαιζαν μαζί τους. Στο μέτωπό μας αντί για το φως τους χαράκτηκαν πυκνές η μια κάτω απ' την άλλη ρυτίδες.
Το σπιτάκι πίσω απ' τα σύρματα της φθαρμένης μάντρας με κοι¬τούσε παράξενα βουλιαγμένο στη θλίψη πίσω απ' το υπερυψωμένο φρύδι της ασφάλτου. Πάσχισα να διαρρήξω σαν κλέφτης την ψυχή του να μυηθώ στα μυστικά που την είχαν γεμίσει τα χρόνια της απουσίας μου, μα δε βρήκε το βλέμμα μου μια χαραμάδα να εισχωρήσει κι αφέθηκα στην ερη¬μιά της δικής μου μοναξιάς.
Και ξαφνικά σαν από λύπηση οι φωνές ήρθαν στ' αυτιά μου ψίθυ¬ροι στην αρχή μπας και με τρομάξουν και μετά ξεχωρίζοντας η μια απ' την άλλη δυνατά με συνεπήραν κι άρχισα να χαμογελώ και το σπίτι δίπλα μου λουσμένο στο φως άνοιξε πόρτες και παράθυρα και μ' έκλεισε στην αγκαλιά του. Με ζέστανε!
Κι έτσι παιδούλα με τον φιόγκο λευκή πεταλούδα στα ξανθά μου μαλλιά, βγήκα στον κήπο πεταλουδίτσα κι εγώ γυροφέρνοντας ανάμεσα στις πανύψηλες ντάλιες και τα χρυσάνθεμα, στους πανσέδες και τα ζου¬μπούλια, τ' αγιόκλημα και τα γιασεμιά. Με έρανε ευωδιές! Και μετά στάθηκα κάτω απ' την επιτακτική εντολή της μαμάς στο θάμνο με τις μαργαρίτες. Ένα «κλικ» και ένα σημείο του παρελθόντος ολάνθιστο στοί¬χειωσε στη μνήμη μου. Στο άλμπουμ μια φθαρμένη φωτογραφία Κι ήρθαν οι φίλες μου η Γιαννούλα, η Βαγγελιώ, η Μαρία, η Ελένη και τρέξαμε πίσω απ' το σπίτι μου στη μεγάλη τάπια που χώριζε τον ελαιώνα απ' τη γειτονιά. Κατρακυλήσαμε στο βάθος της και σκαρφαλώσαμε σαν αγριο¬κάτσικα στην άλλη της πάντα. Μετά σαν το μελίσσι φωλιάσαμε στις κου¬φάλες των γέρικων δέντρων παίζοντας το κρυφτό και σκαρφαλώσαμε στους πανύψηλους κορμούς τους παριστάνοντας την Τσίτα με τον Ταρζάν. Κι ο Πικοπίκο εκεί κι αυτός, ο Λευτεράκης ο καλός μας κι αχώριστος στα παιχνίδια μας συνοδός σκασμένος που δεν μπορούσε να μας φτάσει. Σκασμένες κι εμείς, όμως……απ' τα γέλια.
Το δειλινό μας έβρισκε να σουλατσάρουμε στο παχύ κοκκινόχω¬μα της γειτονιάς. Ψιθυρίζαμε τα μυστικά μας και σαν σουρούπωνε για τα καλά κι ο δρόμος γέμιζε κωλοφωτιές αρχίζαμε το κυνηγητό.Με σάλιο τις κολλούσαμε στα πρόσωπά μας κι έτσι ο μικρός μας τόπος, ο φτωχός κι απέριττος ασφυκτιούσε από μικρά φεγγάρια τρελά που γελού¬σαν και φώναζαν. Ασυνειδήτως συλλαβίζαμε το λόγο της ευτυχίας. Και μετά από τόση τρεχάλα ξαποσταίναμε βαριανασαίνοντας στον περι¬στεριώνα — έτσι λέγαμε τη βίλα που ξεχώριζε απ' τα υπόλοιπα προσφυγικά σπίτια — του πλούσιου εργολάβου. Καθόμαστε με κρεμασμένα τα πόδια στην πεζούλα της πετρόχτιστης μάντρας του κι αρχίζαμε το κουτσο¬μπολιό.
Το σταματούσε όμως κάποτε η φωνή του γρύλλου κι αυτή με τη σειρά του του Διαμάντη του πρόσφυγα ο αμανές που διαχέονταν κυματιστός σηκώνοντας ρίγη στη ραχοκοκκαλιά της γειτονιάς. Κομμάτι κι αυτός απ' τα κομμάτια της προσφυγιάς που τα σκόρπισε η θύελλα του ξεριζωμού στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Πρόσφυγες οι κάτοικοι της Κοκκινιάς είχαν ρίξει άγκυρα στη βορειοδυτική πλευρά της πόλης δίπλα στην ντάπια και τον ελαιώνα των Ενετών. Η Κοκκινιά λουλούδιασε, γέμισε μοσχοβολιές κι όμορφες γυναίκες νοικοκυρές. Κορίτσια σαν ζωγραφιά. Οι άν¬τρες ακάματοι δουλευταράδες έβαλαν μοχλό το κορμί τους να υψωθεί η Ελλάδα απ' τα συντρίμμια του Εμφυλίου.
Στην Πρέβεζα τα καράβια σφύριζαν τακτικά στο λιμάνι που στη δεκαετία του '50 βρισκόταν στην ακμή του. Πηγαινοέρχονταν φορτώ¬νοντας και ξεφορτώνοντας στις πλάτες της εργατιάς εμπορεύματα όλων των ειδών κι αποσκευές ταξιδευτών. Λιμενεργάτες, ως επί το πλείστον αχθοφόροι ήταν οι άνδρες της Κοκκινιάς. Αλλά το άχθος του μεροκάμα¬του το σήκωναν από καρδιάς, γιατί έκοβε μονέδα γερή άξια να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειας και να μπει και στην άκρη για ώρα ανάγκης.
Με το χάραμα ξεκινούσαν ζωσμένοι το ζωνάρι για το κράτημα της μέσης κι επέστρεφαν αργά το απόγευμα φορτωμένοι με όλα τα ανα¬γκαία, όμως απαραίτητα με τη γόπα ή τη σαρδέλα στο στρατσόχαρτο τυλιγμένη.
Το δειλινό το άρωμα της γαζίας και του γιασεμιού μπερδευόταν με την τσίκνα του αφρόψαρου, εκλεκτού μεζέ για το ούζο. Ήταν η ώρα που οι αχθοφόροι με τα ψαρά μαλλιά και τα φθαρμένα απ' την αλμύρα πρόσωπα καθισμένοι στις πεζούλες των πεντακάθαρων σπιτιών άφηναν το ντέρτι τους να βγει σαν παράπονο κι αναστεναγμός σαν χιλιοειπωμένη ιστορία, που ζωγράφιζε αδρά κι έφερνε από μίλια μακριά τις αλησμόνητες πατρίδες: Σαμψούντα, Τραπεζούντα, Κερασούντα, Σινώπη, Ηράκλεια, Έφεσος, Μίλητος.
Ο μικρός μας δρόμος λαμπρύνονταν στο άκουσμα των ονομάτων που έφερναν το κύρος του πανάρχαιου πολιτισμού που φώτισε τα πέρατα της οικουμένης κι εμείς τα παιδιά είχαμε το προνόμιο να βιώνουμε από τόσο νωρίς την ύψιστη αρετή του, τον ανθρωπισμό σαν πράξη και σαν θεωρία, γιατί ήταν αδύνατο η μέρα να φύγει χωρίς ένα τουλάχιστον άκουσμα για μια ζωή γόνιμη και δημιουργική που είχε γι' αυτούς χαθεί. Όμως την κρατούσαν μέσα τους άσβηστη, κάτι σαν κειμήλιο ιερό, το πιο σημαντικό απ' όσα μπόρεσαν να πάρουν μαζί τους κυνη¬γημένοι.
Και σιγά σιγά δυνάμωνε ο διάλογος, τα τραγούδια διαδέχονταν το ένα το άλλο και τα πρόσωπα σαν τα νυχτολούλουδα γέμιζαν δροσιά και ζωντάνια. Απ' την άνοιξη ως το φθινόπωρο κρατούσε αυτό το πανηγύρι της Κοκκινιάς σαν χαμήλωνε το μάτι της για τα καλά η νύχτα, που μαγεύονταν κι αυτή με όλα τα κοντινά πλάσματα, που σώπαιναν για να γευτούν τη χάρη της προσφυγιάς.
Φρεσκολουσμένοι κι αστραφτεροί σαν το αστερωπό μάτι του ήλιου οι νέοι και οι νιες το γιόμα γέμιζαν το δρομάκι φρεσκάδα κι ομορφιά. Η δεύτερη γενιά των προσφύγων. Μοσχοβολούσαν λεβάντα και γιασεμί, κι ονειρεύονταν το «αlter ego» τους απ' τη στιγμή που το ταξίδι τους έμπαινε στην ταραγμένη θάλασσα της ώριμης πλέον εφηβείας. Μα πιο πολύ πλούτος της Κοκκινιάς ήταν οι κοπέλες «με τον ήλιο στα μαλλιά κι αυτό | το ανάστημα | ίσκιοι και χαμόγελα παντού |.....…και τα μάτια | με τα μεγάλα βλέφαρα». Έτσι τις θυμάμαι όπως ο Σεφέρης περιγράφει την Ελένη στο ομώνυμο ποίημα με το στόμα του Τεύκρου. Ακροπατώντας διάβαιναν το κατάμεστο από κοκκινόχωμα δρομάκι με κατεύθυνση το λιμάνι, που φορούσε τα καλά του για να τις υποδεχτεί. Ο ήλιος είχε αφήσει φεύγοντας το τελευταίο φιλί του στα χείλη της θάλασσας σηκώνοντας ρίγη στο βελουδένιο κορμί της που ξαπλώνει νωχε¬λικά αιώνες τώρα κάτω απ' το άγρυπνο μάτι του κάστρου του Ακτίου. Ο έρωτας έφερε εδώ κάποτε τα δυο στρατόπεδα, της Δύσης και της Ανατο¬λής, αντιμέτωπα, για να επαληθευτεί γι' άλλη μια φορά η ηρακλείτειος ρήση: «Πόλεμος πατήρ πάντων».
Σ' ένα τοπίο επομένως εντελώς ερωτικό η φύση ετοιμαζόταν να υποδεχτεί το δημιουργό της, τον Έρωτα, που σαν έκανε την εμφάνισή του η πριν από λίγο ήσυχη παραλία γέμιζε ζωντάνια. Οι νέες διασταυρώνονταν με τους νέους, οι κλεφτές ματιές έδιναν κι έπαιρναν, τα βλέμματα παγιδεύονταν και μετά η καρδιά. Ποιος μπόρεσε ποτέ να γλιτώσει απ' τον ακατανίκητο και δολοπλόκο θεό! Οι κοπέλες της Κοκκινιάς λυγερόκορμες και περήφανες ξεχώριζαν απ' τις άλλες, ίσως γιατί έφεραν μέσα τους το σπόρο της ιωνικής γης που είχε γεννήσει έναν Ηράκλειτο, έναν Θαλή και τόσους άλλους σπουδαίους φιλοσόφους και ποιητές.
Περασμένα μεσάνυχτα στο έρημο πια στέκι της Κοκκινιάς η μελωδία του έρωτα τρύπωνε πίσω απ' τις μισόκλειστες γρίλιες των ξάγρυ¬πνων κοριτσιών. Το καλοκαίρι έφευγε με τον απόηχο καλών ειδήσεων που δεν αργούσαν να επαληθευτούν. Έτσι τη θλίψη του επερχόμενου φθινοπώ¬ρου μετρίαζε η αγγελία των ευχάριστων γεγονότων του αρραβώνα και του γάμου.
Περασμένα μεσάνυχτα κανείς πια δεν ξαγρυπνά πίσω απ' τις κατάκλειστες γρίλιες των έρημων σπιτιών με τις άδειες αυλές. Ακόμα κι η καλοκαιριάτικη αύρα προτιμά να δροσίζει τα ηλιοψημένα κορμιά των τουριστών που γεμίζουν ως το χάραμα τα παραθαλάσσια κέντρα της πόλης. Σπάνια τα καράβια σφυρίζουν κι οι αχθοφόροι έγειραν τα καταπο¬νημένα κορμιά τους πάνω στη γη που τα κλείσε στοργικά ξανά μέσα στα σπλάχνα της και μόνο οι ψυχές, αν σου κάνουν τη χάρη, σου κρατούν συν¬τροφιά στην έρημη πια γειτονιά. Η Κοκκινιά ζει στον κόσμο των ιδεών μου.
Μη, μη φεύγετε, ακόμα λίγο μείνετε φωνές, μορφές μου αγαπη¬μένες μη μ' αφήνετε
Καθώς η μοναξιά μου τσουλάει τώρα πάνω στην κρύα άσφαλτο τα πρόσωπα που αναδύονται πιο έντονα στο ταμπλό των αναμνήσεων είναι του Διαμαντή και της Ερασμίας, της πανέμορφης και γλυκύτατης Αφροδίτης. Στα δεξιά μου ο περιστεριώνας φαντάζει ασήμαντος και ρημα¬γμένος όπως κι όλα τ' άλλα σημάδια του παρελθόντος. Μονάχα οι λεύκες στο τέλος του δρόμου στέκουν ακόμα όρθιες και καθώς τις προσπερνώ στο καθρεφτάκι του αυτοκινήτου βλέπω τις κορφές τους να λυγίζουν σαν να μ' αποχαιρετούν. Ευτυχώς, γιατί το τελευταίο στα δεξιά μου σπίτι που απ' τα νιάτα του είχε ορφανέψει φριχτά μοιάζει χαμένο στην παλιά θλιβε¬ρή ιστορία του. Στο δρόμο του γυρισμού επίμονα καρφώνονται στη σκέψη μου τα λόγια απ' τον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή: « ὡς οὐδὲν ἐστὶν οὔτε πύργος οὔτε ναῦς / ἔρημος ἀνδρῶν μὴ συνοικούντων ἔσω ».

ΑΘΗΝΑ, ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 2003