ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΡΙΑ


Լ

Μετανιώνω
Που δεν αποδέχτηκα
Τις προκλήσεις των καιρών
Μετανιώνω
Που υπέκυψα στο φόβο του άγνωστου
Που κρύφτηκα σε υπόγειες στοές
Ενώ ο κίνδυνος με προκαλούσε
Να κυλιστώ μαζί του
Στην αρένα των έντονων συγκινήσεων

Μόνο στα όνειρα ταξίδεψα
Γεύτηκα απαγορευμένους λωτούς
Μέθυσα με εξωτικά ποτά
και αρώματα.
Μόνο στα όνειρα
Έσβηνε ο φόβος
Εγώ ήμουν Εγώ
Και η ζωή δική μου




Լ Լ

Κοιτάζω το έρημο σπίτι
Με τα ξεδοντιασμένα παράθυρα
Στόματα που χάσκουν
Τις πόρτες που ανοιγοκλείνει αδιάκοπα
Ο άνεμος
Τώρα μόνοι ένοικοι οι αράχνες
Υφαίνουν μικρά σάβανα στις γωνίες του

Πόσα όνειρα είχε ζεστάνει
Σε αυτά τα γυμνά δωμάτια
Πόσα μετέωρα φιλιά
Κάτω από τα ξεφτισμένα ταβάνια
Πού χάθηκαν οι γιορτές
Τα περίλαμπρα φώτα
Οι φωνές των παιδιών
Τα ξένοιαστα γέλια

Η αγάπη που το τύλιγε κάποτε
Λευκό συννεφένιο πάπλωμα
Τώρα το χτυπούν αλύπητα οι άνεμοι
Το βαραίνουν αβάσταχτα τα χρόνια



Լ Լ Լ


Γερασμένες πόλεις
Σπίτια φυλακές
Άνθρωποι υποταγμένοι
Η επανάσταση πέθανε
πριν καν γεννηθεί.

Το αίμα των αδικοχαμένων
Κραυγάζει τις νύχτες
Τα πελώρια μάτια των πεινασμένων παιδιών
Μάς φτύνουν
Βολεμένοι αστοί
Τεχνοκράτες με τα τετράγωνης λογικής
Κομπιούτερ – κεφάλια σας
Προσοχή,
κυρίως μη χαλάσουμε την τάξη
Και την ηρεμία των πραγμάτων