ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΓΙΑ
ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΣΕ ΨΥΓΕΙΑ ΑΛΛΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
Έτος 3571. Διανύουμε τον αιώνα της απάθειας. Ο δεκαετής εμφύλιος μεταξύ
ελεύθερων και εντοιχιζόμενων έχει λήξει με συντριπτική ήττα των πρώτων. Οι
προφητείες των ιερών βιβλίων της παγκοσμιοποίησης επαληθεύθηκαν, βάζοντας τέλος
στην προαιώνια διαμάχη του πλούσιου βορρά με το φτωχό νότο. Οι Ανώτατοι
Οικουμενικοί Άρχοντες έχουν περιοριστεί στους δύο. Ο Bosch και o General
Electric νέμονται την πολιτική και οικουμενική εξουσία αντίστοιχα. Οι νικητές
και όσοι από τους ηττημένους θέλουν να τα έχουν καλά με την εξουσία, υποβάλλουν
αίτηση δικτύωσης, απαραίτητα συνοδευόμενη, για τη δεύτερη κατηγορία, από δήλωση
μετανοίας για τα συναισθήματα ή τα ψήγματα των συναισθημάτων που τους έκαναν να
ταχθούν στο πλευρό των επαναστατών. Αυτόματα τα συναισθήματα αμφότερων παγώνουν
και αποθηκεύονται σε ψυγεία ντουλάπες ή ψυγειοκαταψύκτες, δωρεάν προσφορά της
κυβέρνησης. Στις εθνικές επετείους έχουν το δικαίωμα να ανοίξουν το ψυγείο
ντουλάπα ή τον ψυγειοκαταψύκτη τους και να δουν τι έχει μέσα, χωρίς να το
αγγίξουν, για τρία λεπτά. Σε περίπτωση έστω και μικρής καθυστέρησης, ένα αόρατο
χέρι τους σπρώχνει μέσα και η πόρτα κλείνει αυτόματα. Κάποια καταγεγραμμένη
αυξητική τάση σε τέτοιου είδους καθυστερήσεις σε συνδυασμό με ανεξακρίβωτες
πληροφορίες για την ύπαρξη μη δικτυωμένων, παλαιάς τεχνολογίας ψυγείων και
ιδιοκτητών τους αντίστοιχα οδήγησαν τον πνευματικό ηγέτη Kelvinatora να συλλάβει
το μεγαλοφυές σχέδιο της απογραφής.
Κατόπιν κληρώσεως επιλέχτηκα ως ένας από τους πολλούς επιθεωρητές, που θα
επωμίζονταν το δύσκολο έργο της επιτόπιας έρευνας, ανεύρεσης και καταγραφής
νωπών και κατεψυγμένων συναισθημάτων σε ψυγεία παλαιάς και νέας τεχνολογίας
αντίστοιχα. Οι οδηγίες που παρέλαβα σε κλειστό φάκελο καθόριζαν ως τομέα δράσης
μου το οικοδομικό τετράγωνο Τ978, το οποίο έφερε την ένδειξη «γκρίζα ζώνη».
Το πρώτο κτίριο που αντίκρισα όταν βρέθηκα εκεί ήταν μια πολυτελέστατη
πολυκατοικία των τεσσάρων όροφο-διαμερισμάτων. Στον πρώτο όροφο έμενε ένας
δήμιος εν αποστρατεία. Με το που άνοιξε την εξώπορτα, πριν καν προλάβω να
μιλήσω, έτεινε το δείκτη του δεξιού του χεριού προς ένα μαύρο ψυγειοκαταψύκτη,
μπροστά στον οποίο υπήρχαν σταγόνες ξεραμένου αίματος. Μέσα υπήρχαν όλα κι’ όλα
τρία ασφυκτικά γεμάτα ράφια με κατεψυγμένα συναισθήματα σε σακούλες. Θυμός,
κακία και μίσος. Με το που τα κατέγραψα, ο ίδιος σιωπηλός δείκτης που έδειξε την
έξοδο. Στον δεύτερο όροφο κατοικούσε ένας νεκροθάφτης. Κοιτώντας με σταθερά στα
μάτια με ένα βλέμμα όλο κατανόηση με οδήγησε μπροστά σε ένα δίπορτο
ψυγείο-ντουλάπα επαγγελματικού τύπου. Η μία πόρτα έκρυβε τέσσερα ξεχασμένα
πτώματα. Τροχαίο, μου είπε σχεδόν αποφθεγματικά. Η δεύτερη έκλεινε μέσα της
ψυχρή αδιαφορία και χλιαρή απάθεια, συσκευασμένες σε ομοιόμορφες κάσες –
μινιατούρες των 500ml από βελανιδιά. Στον τρίτο μου άνοιξε την πόρτα κοιτώντας
το ρολόι του ένα διευθυντικό στέλεχος μιας πολυεθνικής,
Μου εξήγησε ότι σε ένα τέταρτο είχε meeting και με παρακάλεσε να βιαστώ. Με το
που άνοιξε το hi-tech ψυγείο του μια σειρά από κονσέρβες άρχισαν να αλλάζουν από
μόνες τους θέση, λες και δε μπορούσαν να σταθούν ακίνητες. Με δυσκολία διάβασα
και κατέγραψα τις ετικέτες τους. Διέγερση, νευρικότητα, στρες. Σε λιγότερο από
ένα τέταρτο είχα φύγει. Στον τελευταίο όροφο είχα την τιμή να γνωρίσω έναν
επιφανή πολιτικό. Αφού με έβαλε να καθίσω και μου εξήγησε αναλυτικά πόσο
σημαντικό ήταν το έργο μου, μου πρότεινε μια μικρή περιήγηση στην κουζίνα του,
για να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι τα οφέλη της δικτυωμένης παγκοσμιοποίησης. Η
κυβέρνηση τον είχε εφοδιάσει με ένα χαμηλό, πελωρίων διαστάσεων ψυγείο, μάρκας
Miela, το οποίο κοιτούσε αφ’ υψηλού. Εντός του ήταν αποθηκευμένη άφθονη,
ασυσκεύαστη υπεροψία, 10 κιλά εγωπάθεια και αρκετά μπουκάλια μέθης.
Σειρά είχε το επόμενο κτίσμα. Πολυκατοικία επίσης. Διώροφη. Αυτό που θα λέγαμε
οικογενειακή. Ένα ζευγάρι πιασμένο χέρι – χέρι με υποδέχτηκε ευγενικά και μου
έδειξε το δρόμο προς την κουζίνα. Δε με ακολούθησε. Ήταν νιόπαντροι. Καθ’ όλη τη
διάρκεια της απογραφής παρέμειναν αγκαλιασμένοι σ’ ένα καναπέ κοιτώντας ο ένας
τον άλλο στα μάτια. Το ψυγείο τους ήταν γεμάτο ηδονή και έρωτα σε ποικίλες
συσκευασίες. Έφυγα, χωρίς να τους ενοχλήσω. Ακριβώς από πάνω έμενε ένα άλλο
ζευγάρι. Διαφορετικό. Με το που χτύπησα το κουδούνι τους άκουσα να τσακώνονται
για το ποιος θα ανοίξει. Εντέλει άνοιξε η οικιακή βοηθός. Είχαν δύο ψυγεία. Ένα
δικό του. Ένα δικό της. Αναρωτήθηκα το γιατί, όταν διαπίστωσα ότι είχαν
αποθηκεύσει τα ίδια ακριβώς συναισθήματα με μικροδιαφορές στις ποσότητες. Από
ένα φακελάκι ευτυχία σε σκόνη, ένα μπουκάλι παγωμένα δάκρυα, δύο τάπερ παράπονα
και αρκετή ζήλια. Έφυγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα.
Ακριβώς δίπλα υπήρχε ένα σπίτι – ερείπιο. Έμοιαζε με εγκαταλελειμμένο. Δεν ήταν.
Η πόρτα της εισόδου ήταν ανοιχτή. Στο βάθος του διαδρόμου υπήρχαν, σαν κορυφές
ενός νοητού ισοσκελούς τριγώνου, τρεις ξεφλουδισμένες ξύλινες πόρτες. Πίσω από
κάθε πόρτα υπήρχε ένα μικρό δυάρι. Χτύπησα την πρώτη. Μου άνοιξε ένας ρακένδυτος
, απροσδιόριστης ηλικίας, άντρας. Το σπίτι μύριζε μούχλα. Μου έδειξε το ψυγείο
του, δώρο της κυβέρνησης, και κοιτώντας το πάτωμα αναγκάστηκε να μου ομολογήσει
ότι του είχαν κόψει το ρεύμα. Ήταν άνεργος. Δε θυμόταν από πότε. Η έντονη οσμή
από τη σαπισμένη αγωνία, τη στενοχώρια και το άγχος κόντεψε να με πνίξει. Μου
ήταν αδύνατο να καταγράψω τις ακριβείς ποσότητες. Τον ευχαρίστησα και έφυγα.
Πίσω από τη δεύτερη πόρτα έμενε μια μαυροφορεμένη γυναίκα. Είχε χάσει το γιο της
στον εμφύλιο. Είχε αρνηθεί να υποβάλει αίτηση δικτύωσης, γιατί δεν ήθελε να
ξεχάσει. Στο παλιάς τεχνολογίας ψυγείο της υπήρχε αμέτρητος πόνος και οδύνη.
Ήταν όλα πολύ νωπά. Την τρίτη πόρτα την άνοιξε ένας πολύ μοναχικός εντέλει
άνθρωπος. Το σπίτι του ήταν εντελώς άδειο. Η μοναδική του παρέα, όπως μου είπε,
βρισκόταν στο ψυγείο. Το άνοιξα με περιέργεια, για να βρεθώ μπροστά σε λίγα
μαραζωμένα ματσάκια θλίψης και μελαγχολίας
Επόμενος σταθμός ένα διώροφο νεοκλασικό. Από το υπόγειο ακουγόταν ένα από τα
απαγορευμένα τραγούδια της εποχής. Αν και ήξερα ότι ήταν επικίνδυνο αποφάσισα να
κατέβω. Μετά από απανωτά χτυπήματα στην πόρτα μου άνοιξαν ένα παλικάρι και μια
κοπέλα. Όμορφοι. Φοιτητές. Τα μάτια τους έλαμπαν. Χωρίς να δειλιάσουν μου
έδειξαν το ψυγείο αντίκα τους, που όπως υπέθεσα ήταν εκτός δικτύου. Ξεχείλιζε
από φρέσκια ελπίδα και δροσερή αισιοδοξία. Με κέρασαν ένα ποτήρι ενθουσιασμού
και μετά με ξεπροβόδισαν. Στον πρώτο έμενε ένας τρελός. Το ψυγείο του ήταν τόσο
γεμάτο, ώστε δεν έκλεινε. Το πάθος και η μανία ξεχύνονταν ορμητικά από μέσα, σαν
από αστείρευτη πηγή, και κατέκλυζαν τα πάντα.
Φεύγοντας έκλεισα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, με δύναμη την πόρτα από φόβο μήπως
κάποιος από τους τρεις αυτούς συγκάτοικους δραπετεύσει. Στον τελευταίο όροφο του
νεοκλασικού είχε βρει καταφύγιο ένας ποιητής. Όταν μπήκα μέσα άρχισε να ψάχνει
από δωμάτιο σε δωμάτιο κρατώντας ένα μολύβι και ένα χαρτί. Μου είπε ότι έψαχνε
την έμπνευση. Του πρότεινα να κοιτάξω στο ψυγείο. Με κοίταξε υποτιμητικά, σχεδόν
προσβεβλημένος. « Η γνήσια ευαισθησία και συγκίνηση, κυρία μου, είναι φλέγοντα
συναισθήματα. Δεν έχουν θέση σε ψυγεία. Σας φαίνομαι για στρατευμένος;». Η
απουσία ψυγείου με προβλημάτισε. Ήταν κάτι που δεν είχε προβλεφθεί από την
κυβέρνηση.
Ήμουν έτοιμη να εγκαταλείψω το τετράγωνο, όταν μια μπάλα πετάχτηκε από το
πουθενά και προσγειώθηκε στα πόδια μου. Μέσα από κάτι θάμνους πρόβαλε ένας
μπόμπιρας. Με το που την είδε, έτρεξε κατά πάνω της και την αγκάλιασε σφιχτά με
τα δυο του χέρια. «Έλα» είπε, και εγώ απλά τον ακολούθησα. Φτάσαμε σ’ ένα μικρό
σπιτάκι στο βάθος ενός περιβολιού. Μου είπε ότι έμενε με την αδελφούλα του, το
μπαμπά και τη μαμά. Ήταν σε επίσκεψη. Δε θα αργούσαν. Μπήκαμε μαζί, από την πίσω
πόρτα, της κουζίνας. Άφησε κάτω τη μπάλα, με πήρε από το χέρι και με έβαλε να
σταθώ μπροστά στο ψυγείο. «Έχεις φάει;» με ρώτησε ανοίγοντας το. Δεν απάντησα.
Τη φωνή μου κατάπιαν τα χρώματα και οι μυρωδιές των τροφών που αρνήθηκαν να
παραχωρήσουν τη θέση τους σε συναισθήματα.