ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ


Στη χώρα του Σήμερα ξημέρωνε η πρώτη ημέρα της δεύτερης δημιουργίας. Κανείς δε βιαζόταν, ούτε καν ο πρώην μαθητευόμενος, που είχε ανέλπιστα προαχθεί σε Δημιουργό μετά την πρόσφατη εθελουσία έξοδο του Μεγάλου Αφεντικού. Όπως κάθε πρωτοδιοριζόμενος ήθελε να δημιουργήσει τις καλύτερες εντυπώσεις, απλά δεν ήξερε σε ποιον. Κατόπιν ωρίμου σκέψεως και μετά από ώρες συσκέψεων με τον εαυτό του είχε καταλήξει στο κοινότοπο συμπέρασμα «τα παθήματα του Χθες να σου γίνουν μαθήματα για το Σήμερα». Με βάση αυτό, δεν του φαινόταν και πολύ δύσκολη υπόθεση η δεύτερη δημιουργία.

Η σχέση του νυν Δημιουργού με το Μεγάλο Αφεντικό ήταν μια τυπική σχέση πατέρα - γιου. Σχέση εκατέρωθεν αγάπης και θαυμασμού, η οποία, όμως, κάποιες φορές, σπάνια η αλήθεια είναι, διαταρασσόταν από μια ακολουθία κρίσεων. Κάθε φορά, λοιπόν, που η κρίση του ενός για κάποιο επίμαχο ζήτημα ερχόταν σε αντίθεση με την κρίση του άλλου, τότε, η μεταξύ τους σχέση κλονιζόταν από μια άλλου είδους κρίση με απρόσμενες εξελίξεις, όπως η τελευταία.

Από τα τριάντα τρία του χρόνια ο νεαρός μαθητευόμενος καταλόγιζε στον πατέρα του, ότι, έστω και άθελά του, διέπραττε σοβαρά σφάλματα λόγω απουσίας μιας προσεχτικά σχεδιασμένης μακρόπνοης πολιτικής. Η ελεύθερη συνεύρεση, επί παραδείγματι (εν τη απουσία, εννοείται, του Μεγάλου Αφεντικού), ως απόρροια επικοινωνίας δύο ανθρώπινων μοντέλων παραγωγής με ένα φιδίσιο, για τον μαθητευόμενο γιο προμήνυε μπερδέματα, τα οποία είχε εγκαίρως επισημάνει, χωρίς, όμως, να εισακουστεί. Έτσι, όπως είχε όντως προβλέψει, κάποια στιγμή τα γονίδια του φιδιού, εκμεταλλευόμενα μια ενδεχομένως πρόσκαιρη εξασθένιση, ηθικής φύσεως, του ανθρώπινου είδους, επικράτησαν, με ολέθρια συνέπεια τον οριστικό αφανισμό του ανθρώπου.

Hélas*! Αυτή ήταν η τελευταία ανθρώπινη κουβέντα που έφτασε στα αυτιά του, εκφράζοντας λακωνικά τη φρίκη του τελευταίου επιζήσαντα, Γάλλου στην καταγωγή, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με τα πρώτα συμπτώματα μεταμόρφωσής του στο απεχθές ερπετό. Αυτό ήταν! Θα ξεκινούσε από εκεί που τα πάντα είχαν τελειώσει. Χωρίς λάθη αυτή τη φορά. Προσεχτικά. Θα δοκίμαζε όσες φορές χρειαζόταν. Η φευγαλέα σκέψη της αποτυχίας τον έκανε να ονομάσει το έργο του «Πείραμα». Hélas…Ελλάς…Γιατί όχι; Θα ξεκινούσε από εκεί. Αυτό στο οποίο αρχικά θα επενέβαινε θα ήταν η απρονοησία του προκατόχου του. Το πρώτο του πείραμα θα βασιζόταν, λοιπόν, σε μεγάλο βαθμό στην αποφυγή των τριών βασικών σφαλμάτων του παρελθόντος: την απουσία του Δημιουργού, την ανάγκη συνεύρεσης και τη δυνατότητα επικοινωνίας.

Οι Έλληνες θα δημιουργούνταν εκ νέου στο γεωφυσικό, πειραματικό σωλήνα που είχε και παλαιότερα χρησιμοποιηθεί από τον πατέρα του, αυτή τη φορά, όμως, υπό καθεστώς διαρκούς και διακριτικής παρακολούθησης. Το δικό του μάτι θα βρισκόταν ανελλιπώς από πάνω τους, ορθάνοιχτο κατά τη διάρκεια της ημέρας και ερμητικά κλειστό κατά τη διάρκεια της νύχτας, ώρας ιδιωτικής ησυχίας. Την ανάγκη συνεύρεσης για τη διαιώνιση του είδους θα την εκμηδένιζε, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα αυτo-τεκνοποίησης, ανεξαρτήτως φύλου. Για παν ενδεχόμενο θα παρεμπόδιζε και τη δυνατότητα επικοινωνίας προσφέροντας στον κάθε Έλληνα μια ξεχωριστή, προσωπική γλώσσα. Επειδή ο νεαρός δημιουργός ήταν ανυπόμονος, και ως εκ τούτου βιαζόταν να ελέγξει τα αποτελέσματα του πειράματός του, αποφάσισε να επιταχύνει τις διαδικασίες μέσω της επιμήκυνσης του μέσου όρου ζωής και της ταχείας ενηλικίωσης – παίζοντας, παράλληλα, με το χρόνο.

Ήθελε να φτιάξει κάτι όμορφο, γι’ αυτό διάλεξε τα αγαπημένα του υλικά και τα ανακάτεψε. Χρώματα, λέξεις και ονόματα που κουβαλούσαν τη δική τους ιστορία έγιναν ένα, για να διασπαστούν στη συνέχεια σε εκατοντάδες χιλιάδες απειροελάχιστα, έλλογα όντα που άρχισαν να εξερευνούν τη γενέτειρά τους.

Οι Έλληνες αγάπησαν τον τόπο τους με το που τον είδαν. Είχε μια ποικιλία που τους ταίριαζε. Τους χαρακτήριζε ίσως. Η απουσία άλλων τόπων και άλλων λαών τους έκανε να καταλήξουν με βιαστική βεβαιότητα στο συμπέρασμα της μοναδικότητας. Η αδυναμία συνεύρεσης και επικοινωνίας τους το ενίσχυσε. Καθένας, φορέας της δικής του φωνής, διαλαλούσε την αλήθεια του. Φωνές δυνατές, πειστικές, απότομες, απαλές, κουραστικές…Ο νέος Δημιουργός ένιωσε το βλέφαρό του να κλείνει. Φτάνει για σήμερα, είπε, και έγειρε το πνεύμα του στο σύμπαν. Είχε νυχτώσει για τα καλά, όμως κανένας Έλληνας δεν έκλεισε μάτι εκείνο το βράδυ. Για εκείνους η πρώτη μέρα της δεύτερης δημιουργίας βρισκόταν ακόμη εν εξελίξει. Και είχαν τόσα πολλά να κάνουν…

Φρικιά, Αφόρητοι, Μαρίες, Ονειροφαντασμένοι, Πνευματοκτόνοι, Δημήτρηδες, Αείμνηστοι, Ανώνυμοι, Παλάβρες, Εργάτες, Ενδόμυχοι, Γαλάζιοι, Ευφυολόγοι, Γιώργηδες, Προορατικοί, Εκσυγχρονιστές, Διαπραγματεύσιμοι, Νοικοκυρές, Κόκκινοι, Κουζουλοί, Προμελετημένοι, Εξωστρεφείς, Υποχόνδριοι, Κολάσιμοι, Καλοδεχούμενοι, Άνεργοι, Βαθυστόχαστοι, Παροιμιώδεις, Αμετανόητοι, Υπάλληλοι, Μεμψίμοιροι, Ιεροφάντες, Ζηλότυποι, Παιγνιώδεις, Φιλόσπουδοι, Ελπίδες, Τρυφηλοί, Επιλήσμονες, Αυτοδημιούργητοι, Τεθλιμμένοι, Ακριτόμυθοι, Ρεμβώδεις, Αδιάφοροι, και χιλιάδες άλλοι έκαναν παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα κατ’ εικόνα και ομοίωση τους, μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Όλοι μαζί πήραν το λόγο, τσακώθηκαν, γκρέμισαν για να δημιουργήσουν και να ξαναγκρεμίσουν, πολέμησαν μεταξύ τους και καθένας με τον εαυτό του. Οι έχοντες δυνατές φωνές επιβλήθηκαν, οι έχοντες πειστικές φωνές απέκτησαν οπαδούς και πιστούς, ενώ οι περισσότεροι, οι έχοντες ανεπαρκείς φωνές, ένιωσαν ξαφνικά μόνοι.

Ο θόρυβος και η φασαρία τούς έκαναν να νιώθουν ασφαλείς. Οι πιο έξυπνοι το κατάλαβαν και στράφηκαν σύντομα στο εμπόριο. Παιχνίδια, οικιακές συσκευές, μηχανήματα και μηχανές που παρήγαν διάφορους ακατανόητους ήχους έγιναν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας τους. Σε ότι ήταν από τη φύση του σιωπηλό, δάνεισαν τη δική τους φωνή. Σημαίες, κασκόλ, πλακάτ και εικόνες έγιναν μέσα σε μια νύχτα τα απόλυτα σύμβολα του ηχηρού Εγώ τους. Όλοι για κανέναν και κανένας για όλους στη χώρα του Σήμερα. Κοινός παρονομαστής η διαφορετικότητά τους, στριμωγμένη στα ασφυκτικά όρια του αγαπημένου τους σωλήνα.

Κανείς δεν είχε το χρόνο να στρέψει το βλέμμα του προς τα πάνω. Όλοι έτρεχαν πανικόβλητοι ψάχνοντας. Σκόνταφταν σε διάφορα αντικείμενα, ιδέες, όνειρα, συναισθήματα, σε άλλους ανθρώπους…τίποτα όμως δεν τους έκανε να σταματήσουν. Καθένας έλεγε τα δικά του μέχρι τη στιγμή που το ένα και μοναδικό λάθος του Δημιουργού, ο στείρος κωφάλαλος, λίγο πριν κλείσει τα εκατό και μόλις μια ώρα προτού χαράξει η δεύτερη ημέρα της δημιουργίας, έτεινε το δείκτη του στο κλειστό και σιωπηλό βλέφαρο του ουράνιου θόλου. Ο ένας μετά τον άλλο ακολούθησαν με το βλέμμα τους τη νοητή απόληξη του ατίθασου δαχτύλου και εξέφρασαν, όπως καθένας ήξερε, την έκπληξή τους. Ήταν η πρώτη φορά που οι Έλληνες κατάλαβαν ότι μοιράστηκαν, έστω και μονολογώντας, κάτι το ίδιο μέσα από μια σχηματικά αυτοματική, διαδοχική μετάφραση της νοητής απόληξης ενός δείκτη.

Με βλέπεις; Έι, εσύ! Ψιτ! Που ’σαι ρε μεγάλε; Κύριε… Αλτ! Τις ει; Καλέ τι ’ν τουτ’; Ουάου! Θεέ μου! Fuck! Ενδιαφέρον…Ωχ! Απίστευτο! Αν είναι ποτέ δυνατόν! Θαύμα! Σ’ αυτές τις δύσκολες ώρες πρέπει να φανούμε γενναίοι. Ψυχραιμία. Shit! Τώρα τι κάνουμε; Θέλεις να γίνουμε φίλοι; Χμ…Σύντροφε; Πώς σε λένε; Γεια σας. Καλέ, εσύ…

Όταν ξημέρωσε η δεύτερη ημέρα της δημιουργίας το μάτι του Δημιουργού άρχισε να ανοίγει χορτασμένο από τον ύπνο. Είχε πιαστεί ξαπλωμένο επί τόσες ώρες ακριβώς πάνω από το στόμιο του πειραματικού σωλήνα. Ένα ελαφρύ τσίμπημα στην κόρη του ματιού του και ένα απροσδιόριστο βουητό τον ξύπνησαν για τα καλά. Μπροστά του ορθωνόταν απειλητικά μια «Βαβέλ» ανθρώπινων σωμάτων, που ολοένα γιγαντωνόταν αλλάζοντας διαρκώς μορφή. Μωρά, μέσα σε λίγα μόνο λεπτά γίνονταν παιδιά, νέοι, ενήλικες, ηλικιωμένοι, γέροι που γεννούσαν ακατάπαυστα άλλα μωρά και οι οποίοι ανέβαιναν, πατώντας ο ένας πάνω στον άλλον, σκαλοπάτια από άμορφες μάζες πτωμάτων, που δεν είχαν προλάβει να φτάσουν στον προορισμό τους. Αμέτρητες γλώσσες έβγαζαν άπειρους ήχους που ενώνονταν στον αέρα δημιουργώντας ένα αιχμηρό σύννεφο λέξεων.

Ο Δημιουργός ένιωσε για πρώτη φορά να απειλείται η υπό δοκιμή ευθυκρισία του. Οι Έλληνες, αν και απαλλαγμένοι από τη δυνατότητα να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, είχαν γίνει ένα απροσδιόριστο, ενιαίο όμως, συνονθύλευμα διαφορετικότητας, μπροστά στο ξένο. Απαιτούσαν δε να το κατακτήσουν, είτε ως πρόκληση είτε ως απειλή, βάζοντας ο καθένας ένα προσωπικό στοίχημα με τον εαυτό του. Ήταν απαλλαγμένοι από τη δυνατότητα όχι όμως από την ανάγκη.

Δεν είχε ξανανιώσει την ασφυκτική πίεση του χρόνου. Έπρεπε να δράσει. Γρήγορα. Άμεσα. Χωρίς να το πολυσκεφτεί άρπαξε κάποιες αχρησιμοποίητες λέξεις από τον πειραματικό του πάγκο και τις πέταξε μέσα στο σωλήνα. Μετανάστες, τρομοκρατία, Ευρώπη, Ολυμπιακοί Αγώνες, Euro, Eurovision…

Οι Έλληνες με το που είδαν τις λέξεις να πετούν πάνω από τα κεφάλια τους βάλθηκαν να τις κυνηγούν ξεχνώντας με αξιοθαύμαστη ταχύτητα τον μέχρι πρότινος στόχο τους. Ο Δημιουργός, βαθύτατα ικανοποιημένος, τους είδε να κατεβαίνουν τρέχοντας τα σκαλιά που είχαν με κόπο και αυτοθυσία ανέβει και να κατατάσσονται σε εθελοντικές ομάδες ρατσιστών, αντιρατσιστών, καταδοτών, αντιαμερικανών, ευρωλιγούρηδων, φιλοευρωπαίων, αντιευρωπαϊστών, προγονόπληκτων, προοδόπληκτων, φίλαθλων, χούλιγκαν, παπαριζικών, καλομοιρικών, ανένταχτων κ.λπ.

Τότε, ο νέος Δημιουργός ένιωσε το βλέφαρό του να κλείνει. Φτάνει για σήμερα, είπε, και έγειρε το πνεύμα του στο σύμπαν.