Η ΣΠΟΝΔΗ
Μ' απίθωσες τρυφερά στον ομφαλό τυυ κόσμου.
Με θωράκισες με το πέπλο της ευχής σον.
Φύσηξες μκσ' την καρδιά μον
της αγάπης συν τη δύναμη.
Μον ψιθύριζες τ' άστρο να μην τα μετρώ,
ολάκερη η λάμψη τους δικιά μον.
Ύστερα εξατμίστηκες σε σταγόνες αιμάτινες,
σπονόή στο θεό της ασφάλτου.
Κι έμεινε η υγρασία της πνοής,
να σεργιανάει λεύτερη μεσ' στους καρπούς.
Κι όταν ο πόνος με επισκέπτεται,
ανασταίνεις φλέβες πλάι στις φλέβες μον.
Και κάθε που η χαρά γεμίζει
χυμούς τη στιγμή μου
σ' ανασταίνω
αντάμα να τους γευτούμε.