ΤΡΟΠΕΣ ΚΑΙ
ΕΤΕΡΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΘΕΣΤΗΚΥΙΑΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΑΣΗ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ
(1204-1453)
Ο τίτλος της προκειμένης μελέτης είναι, νομίζω, εν μέρει επεξηγηματικός, αφού
επιβάλλει, υποβάλλει θα έλεγα, στο μελετητή την επισήμανση των τροπών και των
ετεροτήτων, των αλλαγών που έλαβαν χώρα στο Βυζάντιο κατά την ύστερη περίοδό
του. Ακόμα περισσότερο: μπορεί να μας προϊδεάσει ίσως για τη σημασία αυτών των
αλλαγών που διαπιστώνουμε στο περιθώριο της επίσημης βυζαντινής παιδείας, τόσο
για το Βυζάντιο αυτό καθεαυτό όσο και τον ελληνισμό.
Έτσι με δεδομένη την οικονομία της μελέτης μας στο κείμενο αυτό δεν μπορούμε
παρά να στραφούμε σε ό,τι, έστω και κατ' ελάχιστον, διαφοροποιείται απ’ την
καθεστηκυία βυζαντινή γραμματεία, ακόμα κι αν κατ’ ανάγκην δεν ξεφεύγει απ’ το
πλαίσιό της. Ωστόσο περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο ό,τι μπορεί να επωάζεται ή
να πυκνώνει τόσο στην επίσημη γραμματεία όσο κι έξω από αυτήν από το 1204-1453,
δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς μια στοιχειώδη αναγωγή στην όλη εξέλιξή της.
Φυσικά εδώ δε θ’ αναφερθούμε εξαντλητικά σε αυτήν θ’ αρκεστούμε σε ό,τι
εξυπηρετεί πρωτίστως τη σκόπευση της μελέτης μας. Πριν όμως προβούμε σε μιαν
εξαντλητικότερη κατά το δυνατόν πραγμάτευση όσων σημειώσαμε ή υπαινιχθήκαμε,
απαιτείται μια σύντομη θεώρηση του νέου κοινωνικοπολιτικού πλαισίου στη
Βαλκανική και την Μικρασία μετά το 1204, όπου τα παραδοσιακά, αν και
περιορισμένα πια, εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας - αλλά και του γενικότερου
διεθνούς πλαισίου, που αυτήν τη φορά έχει καθοριστική σημασία, όπως θα δούμε
ευθύς αμέσως, για την τύχη του Βυζαντίου. Συγκεκριμένα οι χρονολογίες,
όπως σε κάθε περίπτωση, δε στερούνται συμβατικότητας ωστόσο την είσοδο και την
έξοδο της περιόδου την ορίζουν δύο σημαντικά ιστορικά γεγονότα που προφυλάσσουν
την όποια συμβατικότητα από αυθαιρεσίες η άλωση της Κωνσταντινούπολης από
τους Φράγκους (1204) και η οριστική διάλυση του βυζαντινού κράτους, που αναβίωσε
πάλι προσωρινά από την αυτοκρατορία της Νίκαιας, με τη νέα και τελευταία άλωσή
του από τους Τούρκους (1453).
Κατά την περίοδο αυτήν έχουν σημασία πέντε πολιτιστικά φανερώματα εντασσόμενα
τόσο στην βυζαντινή γραμματεία όσο και στη νεοελληνική γραμματεία. Συγκεκριμένα
:
α) Η χρήση του ονόματος "Έλλην" στα κείμενα επιφανών εκπροσώπων της βυζαντινής
γραμματείας.
β) Η πυκνότερη συγγραφή έργων που αποκλίνουν από τον κανόνα της βυζαντινής
γραμματείας γλωσσικά, μορφολογικά, ειδολογικά και θεματικά.
γ) Η διαμάχη γύρω απ’ τον ησυχασμό.
δ) Η δημοτική ποίηση, ειδικά η ιστορική δημοτική ποίηση.
ε) Η όλη πορεία της βυζαντινής γραμματείας που συνολικά μάλλον διαφοροποιείται,
έστω και μερικώς, από την προγενέστερη γραμματεία, χωρίς φυσικά να αλλάζει
άρδην.
Το τελευταίο ίσως να επικαλύπτεται από το πρώτο και εν πάση περιπτώσει, όπως
τονίσαμε ήδη, δε θα μας απασχολήσει εδώ εξαντλητικά.
Ως προς το πρώτο
Απ’ τα κείμενα έχουν αλιευθεί μια σειρά απόψεων ορισμένων λογίων, που έζησαν
κυρίως μετά το 1204, γύρω από το περιεχόμενο του ονόματος " Έλλην " και των
παραγώγων του. Λόγω της συντομίας του πονήματος μας θα επισημάνουμε εδώ μόνο τις
απόψεις του Γ. Γεμιστού. Συγκεκριμένα : ο τελευταίος θα τονίσει με έμφαση ότι οι
σύγχρονοί του πρέπει να αισθάνονται Έλληνες, επειδή η γλώσσα τους μοιάζει με
αυτή των αρχαίων Ελλήνων και η πάτριος παιδεία τους είναι ελληνική1. Φυσικά
απέναντι σε αυτά εγείρονται οι ενστάσεις του Γ. Σχολάριου, που θα τονίσει σε
εναντίωση προς το ρεύμα του Γ. Γεμιστού ό,τι παραδοσιακά καθόριζε την ταυτότητα
του βυζαντινού υπηκόου και τη διαφορά του έναντι των άλλων - εν προκειμένω των
Τούρκων - δηλαδή το Χριστιανισμό2.
Με το πέρασμα του χρόνου θα διαφοροποιηθεί πάντως μερικώς από αυτήν την άκαμπτη
θέση3.
Μια άλλη δίοδος που επιζεί το όνομα " Έλλην " ασφαλώς είναι η λαϊκή παράδοση.
Φυσικά, αυτή ούτε καν ακούγεται στην επίσημη γραμματεία, ακόμα και σε αυτήν των
ακραιφνώς ελληνιζόντων. Οι φορείς της καθεστη¬κυίας τάξης και της προσδεμένης σ’
αυτήν γραμματείας ούτε καν μπορούν να υποπτευθούν ότι μπορεί να υπάρχει
λογοτεχνία έξω από αυτούς
Αυτή η παράδοση ειδικά στην ποντιακή και στην καππαδοκική εκδοχή της, διασώζει
το όνομα όπως και τα παράγωγα επίθετα4. Αυτό το γεγονός λαμβάνει χώραν, αλλ’
ωστόσο δεν καταγράφεται ως γεγονός απ’ τους φορείς της επίσημης γραμματείας. Μας
βοηθάει όμως εκ των υστέρων να καταλάβουμε ότι όσο κι αν ο ρωμαϊσμός και ο
χριστιανισμός κάλυψαν, μεταφυτευμένοι, τον ελλαδικό και μικρασιατικό χώρο, ήταν
αδύνατον να αντισταθούν σε έναν προϋπάρξαντα πολιτισμό.
Τα τελευταία ίοως να μοιάζουν να ευνοούν πρωθύστερα συμπεράσματα, να
παρουσιάζουν ως δεδομένο το ζητούμενο, και να ενθαρρύνουν μιαν ενδεχομένως
πνευματική οκνηρία κι όχι διατύπωση τεκμηριωμένων συμπερασμάτων. Ωστόσο η
παράθεση προηγουμένως κάποιων στοιχείων, καρπών ερευνητικού μόχθου, μας
προφυλάσσει, πιστεύω από όλα αυτά.
Ως προς το δεύτερο:
Πυκνώνει η παρουσία κειμένων λόγιας λογοτεχνίας, γραμμένης από επώνυμους, έστω
και σε κάποιες περιπτώσεις αγνώστων συγγραφέων. Εφεξής παραθέτω σειρά προσώπων
και κειμένων που θα μας απασχολήσουν εδώ : μεσαιωνικά, ιπποτικά μυθιστορήματα
προπάντων " Λίβιστρος και Ροδάμνη ", "Καλλίμαχος και Χρυσορόη","Βέλθανδρος και
Χρυσάντζα", "Ιμπέριος και Μαργαρώνα", "Φλώριος και Πατζαφλώρα", "Χρονικό του
Μορέως", η χορεία των συγγραφέων λαϊκής ή και λογίας προελεύσεως, που γρά¬φουν
όμως σε " μεικτή " ή και σε δημώδη γλώσσα ( κυρίως ο Λ. Δελαπόρτας, ο Π.
Μαχαιράς με το "χρονικόν" του, ο συγγραφέας του "Χρονικού των Τόκκων", οι
συγγραφείς των ιστοριών ζώων και ελληνικών μύθων ), πορεύονται δηλαδή ένα δρόμο
που ανιχνεύθηκε από την εποχή των Κομνηνών ήδη με προεξάρχοντα τον Πτωχοπρόδρομο.
Αρκετοί μάλιστα από αυτούς τους συγγραφείς δρουν στις φραγκοκρατούμενες
ελλαδικές περιοχές, και η εμφάνιση αυτής της " άλλης " λογοτεχνίας έναντι της
καθεστηκυίας σ’ αυτές τις ελληνικές χώρες προοιωνίζεται τη μετέπειτα άνθισή της
σ’ αυτές τις περιοχές, ειδικά στη Ρόδο, την Κύπρο και την Κρήτη προς το τέλος
του Μεσαίωνα και την αυγή των νέων χρόνων.
Ως προς το τρίτο:
Με αφορμή τη διαμάχη γύρω από τον ησυχασμό και την τελική επικράτησή του -
προεξάρχει ο Γρηγόριος Παλαμάς - αποκρυσταλλώνεται ο ανατολικός Χριστιανισμός
επί τη βάσει όμως, όπως διατείνονται οι μελετητές της Χριστιανικής Γραμματείας,
της αρχαίας θεολογίας, της διατυπωμένης κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ. και
συνεχιζόμενης, παρά τα όποια προβλήματα, και μετά. Σύμφωνα με τους μελετητές που
κινούνται στο κλίμα της Ανατολικής Χριστιανικής Εκκλησίας ( φυσικά υπάρχει στο
σημείο αυτό και αντίλογος από φορείς άλλων ροπών ή και της δυτικής θεολογίας )
αποκρούεται ο δυτικός ορθολογισμός, που διαποτίζει το έργο και τη δράση του
Βαρλαάμ, του ελληνίζοντος αυτού φορέα του ισοκρατικού υποδείγματος, του
διατυπωμένου στον " Πανηγυρικό ", σύμφωνα με τον οποίο Έλληνες θεωρούνται όχι
μόνον οι εκ καταγωγής, αλλά και όσοι μετέχουν της ελληνικής παιδείας5.
Αυτά ασφαλώς, παρότι στηρίζονται στην πεπατημένη, ανανεώνουν με μιαν έννοια την
όλη βυζαντινή φιλολογία στην καθεστηκυία μορφή της και στο βαθμό που καθορίζουν
την πορεία του γένους ( μια έννοια που η χρήση της θα πυκνώσει αργότερα ),
αξίζουν, πιστεύω, μιας ιδιαίτερης μνείας.
Ωστόσο από μιαν άλλη σκοπιά, ιοοκρατική θα λέγαμε, αν ληφθεί υπόψη τι σημειώσαμε
παραπάνω, πρέπει να εξάρουμε ως ενισχυτική της ελληνικής παιδείας και τη δράση
του Βαρλαάμ, βασικού εισηγητή των αρχαιοελληνικών σπουδών στη Δύση, προπομπού εν
τέλει της Αναγέννησης.
Ως προς το τέταρτο:
Στο διάστημα αυτό αναπτύσσεται η δημοτική ποίηση πέραν των ακριτικών ποιημάτων
και των παραλλαγών, εδραιωμένων ήδη.
Ειδικότερα πρέπει να επισημανθούν δύο γεγονότα : η εκκόλαψη και η διάδοση
ορισμένων ιστορικών δημοτικών τραγουδιών6, όπου εκτός από τις ιστορικές
απηχήσεις κατοχυρώνεται σε αυτά η αντίληψη της εθνότητας, μιας εθνότητας, "
ετέρας " έναντι άλλων με προεξάρχον το στοιχείο της χριστιανικής πίστης, όπως
επίσης και η καταγραφή σε κώδικες στους χώρους των μοναστηριών κυρίως ορισμένων
απ’ αυτά, δείγμα αυτό της αναγνώρισής τους από τους φορείς της λόγιας και
ημιλόγιας παράδοσης.
Μετά την έκθεση των τεκμηρίων, των κατ' επιλογήν τεκμηρίων, προβαίνω εν συνεχεία
σε κάποιες επισημάνσεις ( ωστόσο και μετά την παράθεση των επισημάνσεων θα
αιωρούνται ορισμένα ερωτήματα στα οποία ενδεχομένως μια ευρύτερη και
εξαντλητικότερη έρευνα θα μπορούσε να απαντήσει ).
Συγκεκριμένα:
α) Η παιδεία με την ευρύτερη σημασία του όρου ως προς τα δομικά της στοιχεία
παραμένει στο Βυζάντιο αυτήν την εποχή σχεδόν αναλλοίωτη.
Τούτο όμως δε σημαίνει ότι αυτή είναι πανομοιότυπη με εκείνη των πρώτων αιώνων
του Βυζαντίου ή της εποχής της εικονομαχίας. Βαθμιαίες και βραδείες αλλαγές
μπορεί να μην την αλλάζουν ως προς τις κύριες γραμμές της, αλλ' οπωσδήποτε
αφήνουν τα ίχνη τους, ιδίως σε αυτήν που πηγάζει κυρίως από τη "θύραθεν". Τούτο
αποδεικνύεται, αν θυμηθούμε τις κάποιες τροπές που επέφερε η ανθρωπιστική έξαρση
(ουμανισμός) αρκετών βυζαντινών λογίων από τον 9ο αιώνα και μετά, μ' άλλα λόγια
η στροφή των λογίων προς την αρχαία ελληνική γραμματεία, έστω και με τρόπο που,
φανερά τουλάχιστον, δεν αντέβαινε προς τον κώδικα της χριστιανικής παιδείας και
παράδοσης. Ο Φώτιος, ο Αρέθας, ο Ψελλός, ο Ευστάθιος - για να μείνουμε μόνο σε
ορισμένα ονόματα - αναδεικνύουν την αρχαία ελληνική γραμματεία παράλληλα με τη
χριστιανική, χωρίς όμως ν' ανατρέπουν τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία της
δεδομένης βυζαντινής γραμματείας, κι αυτό είναι ένα "κτήμα ες αιεί" για τους
μεταγενέστερους. Όλ’ αυτά όμως, όπως επίσης και όσα αναφέραμε ως ετερότητες στο
διάστημα 1204-1453, διατυπώνονται υπό τη σκέπη του χριστιανισμού είναι ακόμα
μάλλον περιθωριακά, κι έτσι βιώθηκαν στην εποχή τους. Μερικά μάλιστα από τα έργα
που προαναφέραμε ούτε καν έγιναν γνωστή. Αυτό ισχύει και στην έντεχνη ποίηση.
Λίγα έργα κυκλοφόρησαν ευρύτερα ή έγιναν γνωστά.
β) Δεν μπορούμε να μιλάμε αυτήν την περίοδο ακόμα για νεοελληνικό έθνος, αλλά
για εθνότητα με γνωρίσματα όχι απέχοντα πολύ από αυτά του πρωταρχικού ηροδότειου
ορισμού για το έθνος ( κοινή καταγωγή, κοινή θρησκεία, όμοια ή παρόμοια
πολιτιστικά στοιχεία κλπ. ) Οι παλιότεροι βέβαια μελετητές κινήθηκαν περισσότερο
με την κατηγορία του έθνους. Έτσι κατέληξαν ή να βρουν στοιχεία εθνικής
συνείδησης των Ελλήνων από τον 18ο αιώνα και μετά ή, δέσμιοι των θεωρητικών και
μεθοδολογικών προαπαιτούμενων της έρευνάς τους, ( ρομαντικές ή ιδεολογικές
προσεγγίσεις της Ιστορίας ) ν’ αναζητήσουν αυτά ακόμα και στη μέση βυζαντινή
περίοδο.
Ωστόσο δίπλα σε αυτήν τη γενικευμένη ένσταση πρέπει, πιστεύω, - για να είμαστε
δίκαιοι - να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι η "κοινωνιολογική σχολή" του
Μεσοπολέμου, αυτή η επηρεασμένη απ' το δυναμικό ιστορισμό, προσέφερε πολλά προς
αυτήν την κατεύθυνση, προς την κατεύθυνση δηλα¬δή της μελέτης με κοινωνιολογική
μεθοδολογική οπτική αυτής της περιόδου.
γ) Οι καρποί αυτών των διαφοροποιήσεων εδρέφθησαν αιώνες αργότερα. Από
διαφορετικές αφετηρίες, από ποικίλες εστίες, ετερόκλητα συχνά ρεύματα θα
εκβάλλουν στην κοίτη του 18ου αιώνα σχετικά ολοκληρωμένα, με καταγεγραμμένη την
πολιτιστική τους παρουσία. Τότε όμως για λόγους που δεν εκθέσαμε εδώ - αυτό
είναι θέμα άλλης πραγμάτευσης - θα έχει ενισχυθεί η εθνική συνείδηση, η άποψη
ότι οι ραγιάδες είναι ελληνικής καταγωγής, με αποτέλεσμα να είναι διαφορετική η
υποδοχή αυτών των πολιτιστικών προϊόντων. Ωστόσο, επαναλαμβάνουμε, αυτό δεν θα
συνέβαινε αν δεν υπήρχε ένα σύνολο κειμένων ή η ακμαία λαϊκή παράδοση, που
επωάστηκε επί αιώνες, χωρίς φυσικά οι επώνυμοι ή ανώνυμοι φορείς της να έχουν
πάντα επίγνωση ότι δημιουργούν μιαν άλλη παιδεία, αυτήν του νεοελληνισμού.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Ρatrologia Graeca, J.P.MIGNE, t. 160, ρ. 821,
2. Οι σχετικές απόψεις του Γ. Σχολαρίου θησαυρίστηκαν από χειρόγραφο της
βιβλιοθήκης Παρισιού, σελ. 209 ( Νο 778 ) και σχολιάστηκαν, θετικά ή αρνητικά,
από αρκετούς, κυρίως από το Δ. Α. Ζακυνθινό. Δες συγκεκριμένα : " Iδεολογικοί
συγκρούσεις εις την πολιορκούμενη Κωνσταντινούπολη", Ν. Εστία, τ. 47 ( 1950 ),
σ. 798. Επίσης δες : Γ. Κορδάτου, " Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου " εκδ.
Μπουκουμάνη Αθήνα 1974, σελ. 524-525.
3. Η μεταστροφή του Γενναδίου, μερική βεβαίως, φαίνεται ήδη από τον έναν από
τους " θρήνους " του για την Αλωση, προσιτό στην Patrologia Graeca J.P.Migne ο.π.
σελ. 263 - 264
1. Γ. Βαλέτας, Της Ρωμιοσύνης, δες ειδικά, το μελέτημα " Η αντίσταση της
Ρωμιοσύνης "
σελ.13-50, εκδ. Φιλλιπότης, β΄ έκδοση, Αθήνα 1982.
2. Ισοκράτους "Πανηγυρικός", 50.
3. Ενδεικτικά αναφέρω ορισμένα δημοτικά τραγούδια με ιστορικές απηχήσεις και με
ορατή τη διάκριση των Ρωμαίων, των χριστιανών, απ' τους αλλόθρησκους, Τούρκους ή
άλλους: " Το Κουρσός της Ανδριανούπολης ", ποίημα του 14ου αιώνα και το "
Παιδομάζωμα" όπου ακούγονται οε αυτό τα δεινά του μικρασιατικού ελληνισμού απ'
το παιδομάζωμα ήδη απ' το 14ο αιώνα. Οι θρήνοι της Αγνωστης όπου είναι πιο
ευδιάκριτες οι ιστορικές αντηχήσεις και η συνείδηση του γένους, δημιουργούνται
μετά το καταληκτικόόριοτηςμελέτηςμας(1453) ή συγχρόνως με αυτό, συνεπώς δεν
μπορούν να γίνουν εδώ αντικείμενο πραγμάτευσης.
Γενικότερα τα δημοτικά τραγούδια της μέσης ίσως ύστερης βυζαντινής περιόδου ή
και
τα επόμενα {μετά το 1453), που υποκρούουν, θα λέγαμε, την όλη μελέτη μας, είναι
προσιτά
στο: " Ακαδημία Αθηνών : Ελληνικά δημοτικά τραγούδια (εκλογή), τόμος Α'
(δημοσιεύματα
του Λ.Α., αριθμ. 7) Αθήνα 1962 ".