Η ΑΚΡΙΤΙΚΗ
ΠΟΙΗΣΗ
Η ακριτική ποίηση ( μαζί μ’ ένα μέρος παραλογών ) είναι η πρώτη χρονολογικά
νεοελληνική λογοτεχνία εκφρασμένη σε δημοτική γλώσσα. Κοιτίδα τους είναι η
Μικρασία στα ενδότερά της, απ' την Καππαδοκία ως τα σύνορα του Βυζαντίου με την
αραβική αυτοκρατορία ( ή επιμέρους αραβικά κράτη ) στη Συρία και τη Μεσοποταμία,
με τάσεις επέκτασης σε όμορες ή κείμενες σε απόσταση περιοχές ( Κύπρος, Κρήτη ).
Βαθμιαία όμως η ακριτική ποίηση διαδίδεται στις υπόλοιπες ελληνόφωνες περιοχές
και στα Βαλκάνια, ενώ για τις παραλογές μπορούμε να μιλάμε για πολυγένεση −
ορισμένες μόνο έχουν γενέθλιο χώρο τη Μικρασία. Από χρονολογική άποψη η γνώμη
που επικρατεί στους περισσότερους μελετητές είναι ότι δημιουργείται τον 9ο ή 10ο
αι. μ.Χ. με πιθανότητες να υπήρχε και πριν ή να πύκνωσε η παραγωγή της μετά.
Όμως η ακριβέστερη χρονολόγησή τους σε καμιά περίπτωση δεν είναι έργο σχολαστικό
( ούτε υποδηλώνει πάντα την αναζήτηση αρχετύπου που ασφαλώς δεν υπάρχει ), το
αποτέλεσμα της οποίας θα ήταν απλώς μια πολύτιμη φιλολογική εισφορά. Είναι
αποφασιστική − αν είναι δυνατόν ν' ανευρεθεί − κι από ερμηνευτική άποψη για τη
γένεση των ποιημάτων του ακριτικού κύκλου ή των παραλογών, ακόμα και για το
ποιόν των ανωνύμων φορέων αυτού του ποιητικού φαινομένου.
Εδώ όμως μας χρειάζονται οι παραλογές και η ιστορία της γλώσσας, εκεί κατά τον
9ο αι., τις οποίες αναφέραμε ήδη. Κι αυτό γιατί κατ' αρχήν και ατεκμηρίωτα η
ακριτική ποίηση φαίνεται ως μία ποίηση " ex nihilo " ως προς τη σύνθεσή της. Οι
πληροφορίες μας για ανάλογους θρύλους, δοξασίες, αφηγήσεις, τραγούδια που
δημιουργήθηκαν με τη σταυροφορία του Ηρακλείου ή η υποψία μας ότι στη διάρκεια
της εικονομαχίας μπορεί να υπήρξαν στοιχεία που αγνοούμε και δεν αποτυπώθηκαν
στη γραπτή παράδοση, δεν είναι δυνατόν να μας οδηγήσουν σε εδραία ακόμα
συμπεράσματα. Θα μπορούσε ν' αντείπει κανείς ότι ακόμα κι αν δεν υπήρχαν, θα
μπορούσε ν' αναπτυχθεί. Έχουμε τους αγώνες των Ακριτών, μια ιστορική ύλη. Αυτό
δε σημαίνει − και σ’ αυτό το σημείο θα μπορούσαν να ολισθήσουν και οξυδερκείς
μελετητές − ότι, εφόσον υπάρχει η πρώτη ύλη, κάποιος, εκεί στην Καππαδοκία,
κάποια μέρα θα μπορούσε να συνθέσει ένα ποίημα, θα το ’λεγε, θα ικανοποιούσε
τους άλλους και θα τον μιμούνταν! Αυτές οι αντιλήψεις έχουν παρέλθει
ανεπιστρεπτί. Όσο όμως κι αν η αναζήτηση αρχετύπου αφορά περισσότερο στην
ιδεοληψία των μελετητών παρά στο αντικείμενο της έρευνας, μια αρχή, μια
μερικότητα και μια καθολίκευση εν συνεχεία του φαινομένου υπάρχει σε κάθε σχεδόν
πολιτιστική έκφραση. Ακόμα θα προσθέταμε τούτο: παρά την πενιχρότητα των
πληροφοριών, μπορούμε να εικάσουμε ότι οι δημιουργοί των ακριτικών τραγουδιών
δεν είναι κάποιοι απολύτως απλοϊκοί φορείς μιας προβιομηχανικής αγροτικής
κοινωνίας. Ήδη τον 9ο αι. συντεχνίες σχετικές υπήρχαν στη Μ. Ασία • συνεπώς και
για λόγους επαγγελματικούς, κάποιοι θα είχαν ανάγκη να διαδώσουν το καλλιτεχνικό
προϊόν τους. Μια σύγκριση με την προομηρική ποίηση στο σημείο αυτό, με την
προϋπόθεση ότι λαμβάνουμε υπόψη όχι μόνο τις ομοιότητες των συνθηκών ( αγροτικές
κοινωνίες ) αλλά και τις διαφορές, θα ήταν σημαντική. Οδηγούν φυσικά εδώ οι
έρευνες των Lord, Perry αλλά και του Ι. Θ. Κακριδή, που καθοριστικά βοήθησαν
στην κατανόηση της προομηρικής και της ομηρικής ποίησης.
Σύμφωνα με τον προαναφερθέντα μελετητή διαπιστώνονται σ’ αυτές μια τυποποίηση
των εκφραστικών μέσων και συγκεκριμένες μορφολογικές δομές της λαϊκής ποίησης.
Τέτοια στοιχεία δημιουργήθηκαν στη διάρκεια της σχετικά μακραίωνης προομηρικής
παράδοσης και συνέκλιναν στην κοίτη της επικής ποίησης, ομηρικής κυρίως, εκεί
κατά τον 8ο αι. π.Χ. Μ' άλλα λόγια η χρήση του ερευνητικού υποδείγματος αλλά και
του εξαγόμενου τείνει να γενικευθεί για όλα τα ανάλογα διαχρονικά φαινόμενα στο
ποιητικό πεδίο. Ωστόσο εδώ πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι διαφορές. Ή μάλλον
πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι πρόκειται για διαφορετικές εποχές − άλλη αυτή της
προομηρικής, άλλη αυτή της βυζαντινής − που όμως παρουσιάζουν και κάποιες
ομοιότητες. Στο σημείο αυτό απορρίπτονται εκ μέρους μας οι θεωρίες σύμφωνα με
τις οποίες όλ’ αυτά οδηγούν στο έπος « Βασίλειος Διγενής Ακρίτας » όπως οι
προομηρικοί αοιδοί προετοίμασαν το έδαφος για τον Όμηρο. Το έργο αυτό
επηρεάζεται απ' την ακριτική ποίηση, αλλ’ ανήκει σε μιαν άλλη παράδοση, δεν
είναι το άμεσο εξαγόμενό τους. Οι ομοιότητες − για να επανέλθουμε στο θέμα μας −
είναι ότι η ποίηση αυτή θάλλει έξω από μιαν επίσημη κοινωνία, στο περιθώριο,
όπως περίπου κατ' αρχήν η προομηρική ποίηση που δεν ελέγχεται απ' την επίσημη
ιδεολογία − είναι μεταιχμιακή ανάμεσα στην κοινωνία του άστεως και την αρχέγονη
κοινότητα.
Παρότι οι πληροφορίες είναι ελλειπείς και μη διασταυρωμένες, συχνά μπορούμε να
πούμε ότι και αυτοί οι ποιητές ανήκουν σε συντεχνίες, όπως οι αοιδοί της
προομηρικής εποχής − μόνο που αυτοί δεν έχουν γίνει δεκτοί απ’ την ομηρική
βασιλεία και φυσικά δεν είχαν την τύχη του Φημίου, ν' απαθανατισθεί απ’ τον
Όμηρο και να γλιτώσει απ’ τη μνηστηροφονία.
Όμως ούτε κι αυτά απαντούν στο πρόβλημά μας. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ναι
μεν η ακριτική ποίηση προήλθε απ’ το ιστορικό γεγονός − τους αγώνες των Ακριτών
− αλλά δε διαφωτιζόμαστε για το περιρρέον κλίμα το πολιτιστικό. Πολύ περισσότερο
που αυτή είναι σχετικά ολοκληρωμένη απ' ό,τι φαίνεται πρώιμα ως προς τα θέματα,
ως προς τα εκφραστικά μέσα, ως προς τη θεματική, ενώ έχει επιτευχθεί σ’ αυτήν η
γλωσσική ομοιογένεια. Συνεπώς εδώ μας χρειάζεται μια άλλη παράμετρος. Με τι
μπορούν να συνυπάρχουν, ώστε παρά τις διαφορές τους να εντάσσονται σ' ένα
ευρύτερο κύκλο που χρησιμοποιεί το λόγο και τη μουσική; Τι προϋπήρξε; Πρέπει
κατ' αρχήν ν’ αποκλείσουμε κάποια άλλη προγενέστερη ανεπτυγμένη παράδοση, ορατή.
Συνεπώς πρέπει να μιλάμε για παραδόσεις, θρύλους κ.λπ. Εδώ αυτές φορτίζονται από
μιαν ιστορία, μυθολογία, γεωγραφία — έχει προϋπάρξει ο ελληνισμός, ο ελληνικός
κι ελληνιστικός κόσμος, χωρίς ν' αποκλείονται διεισδύσεις από άλλες μη
ελληνόφωνες περιοχές. Επίσης είναι αποδεδειγμένο γενικά ότι τα διάφορα ποιητικά
γένη αλληλοεπηρεάζονται, πράγμα που σημαίνει συν τοις άλλοις ότι κάτι τέτοιο δεν
μπορεί ν' αποκλεισθεί για την ποιητική παραγωγή του 9ου μ.χ. αι. Ακόμα, αφού το
φαινόμενο συνυπάρχει με άλλα αποκλείοντας έτσι την ex nihilo γένεσή του, μπορεί
να ενισχύεται λογικά η άποψη που θέλει κάποιες παραλογές ( π.χ. το «Τραγούδι του
νεκρού αδερφού» ) ν' ανάγονται στον 8ο ή 9ο μ.Χ. αι., όταν εκκολάπτεται δηλαδή η
ακριτική ποίηση. Βεβαίως, παρότι διαπιστώνονται θεματικές και εκφραστικές
επιδράσεις της ακριτικής ποίησης στις παραλογές, ( ή και αντίστροφα ), είναι
δύσκολο ν' αποφανθούμε κατηγορηματικά για τους αιώνες γένεσής τους, λαμβανομένης
υπόψη και της συνεχούς αναδημιουργίας τους ( των παραλογών ).
Εν κατακλείδι : μεσούσης της βυζαντινής ιστορίας, θάλλει στη Μικρασία κυρίως,
στον άλλο βραχίονα του ελληνισμού, τον πέραν της κυρίως Ελλάδας, μια ποίηση
διαφορετική απ’ την κρατούσα, εκφρασμένη σε δημοτική γλώσσα, χωρίς όμως να έχουν
επίγνωση οι δημιουργοί της ότι δημιουργούν μιαν άλλη λογοτεχνία διαφορετική απ’
την επίσημη.