Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ
Φίλες και φίλοι,
Το θέμα της αποψινής ομιλίας μου είναι ευρύ· της πλήρους πραγματεύσεώς του
προϋποτίθεται η αναδίφηση όλης της αρχαίας ελ¬ληνικής γραμματείας, πράγμα πολύ
φιλόδοξο, και Θα έλεγα υπεράνω των δυνατοτήτων μου. Ανάγκη λοιπόν να εκτεθούν
προκαταρκτικώς τα απαραίτη¬τα όρια της μελέτης μου. Θα σταθώ συγκεκριμένα στους
όρους «Ἑλ¬λάς» και «Ἕλλην» και στα παρά¬γωγά τους, όπως εκτίθενται σε σημαντικά
κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.
Κι εδώ όμως θα υπάρξει μια διάκριση: θα προ¬βληθούv οι συγγραφείς που εκφράζουν
το πνεύμα του ελληνισμού και θ' αναφερθούν απλώς όσοι δια¬σώζουν μαρτυρίες,
σχετικές με την ανάγκη πολιτι¬κής ενότητας των Ελλήνων, ανεξάρτητα απ' την
υποκειμενική τους στάση στο ζήτημα αυτό.
Η εξέταση θα είναι έτσι διαχρονική: απ' τον 'Ομηρο ως τους φορείς του ελληνισμού
στην ύστε¬ρη αρχαιότητα. Θα παρεμβληθούν όμως και κάποι¬ες όψεις του
περιεχομένου των σχετικών όρων, που χαρακτηρίζουν, θα έλεγα, ιδιαιτέρως τον
αρχαίο ελληνισμό αυτόν καθ' εαυτόν. O σχολιασμός πέραν της σχετικής ιστορήσεως
θα είναι κατά περί¬πτωσιν• θα συνοδεύει κάθε φάση της προαναφερ¬θείσας
διαχρονίας• στο τέλος όμως θα καταβληθεί μια προσπάθεια συνθετικότερης εκτίμησης
της έν¬νοιας του ελληνισμού, όπως θ' ανασυντεθεί απόψε, κατά το δυνατόν, απ' το
σύνολο της αρχαίας ελλη¬νικής γραμματείας. Επιπλέον: από μεθοδολογική άποψη θα
προτιμηθεί η κριτική αποτίμηση όλων αυτών, όπως μας το δίδαξαν οι κριτικές και
οι ιστο¬ρικές (και ειδικά της ιστορικής δυναμικής σχολής) αρχαιογνωστικές σχολές
απ' το Βηλαρά ως το Γλη¬νό, αρκετοί φορείς των οποίων μάλιστα διετέλεσαν
πρόεδροι ή κι εξέχοντα μέλη της Εταιρείας μας.
Κατόπιν τούτων εισέρχομαι στο θέμα μου αυτό καθ' εαυτό, αρχίζοντας φυσικά απ'
τον πρώτο 'Ελληνα ποιητή, τον 'Ομηρο.
Στα έργα του Ομήρου απαντούν κατ' αρχήν οι τύποι «Ἑλ¬λάς», «Ἕλλην» και δηλώνουν
τη χώρα και τους κατοίκους της μέσης Ελλάδας και άνω ως τα όρια της Μακεδονίας,
όπου και η Φθία. Ωστόσο κυριαρχικότεροι είναι οι τύποι «Αχαιοί», «Δαναοί» κ.ά.,
που εκφράζουν κι αυτοί πέραν ίσως των φυ¬λών και το σύνολο των Ελλήνων. Αν
απορούμε γι' αυτό, η απάντηση στην απορία είναι ότι, η επικρά¬τηση και η
γενίκευση της χρήσης των όρων -Ἑλ¬λάς, Ἕλλην- που προέρχεται απ' τους Σελλούς ή
Ελλούς, κατοίκους της ευρύτερης περιοχής του ιε¬ρού της Δωδώνης στην 'Ηπειρο και
κατά το μύθο απ' τον 'Ελληνα, το γιο του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, μετά τον
κατακλυσμό κτάται βαθμιαία στην ιστορία - είναι αποτέλεσμα διαδικασιών,
ιστορικής εξελίξεως κι όχι ενός θαύματος.
Πέραν αυτού όμως σημαντικό είναι και τούτο: σ' αυτόν ως πρώτο 'Ελληνα ποιητή
αναφέρονται οι μετέπειτα 'Ελληνες ποιητές και στοχαστές. Επι¬πλέον: οι ήρωές
του, φορείς αρετής ως προς τη σω¬ματική αλκή και το ήθος σύμφωνα με τη σημασία,
που έλαβε η λέξη στους κλασικούς κυρίως χρό¬νους, θεωρούνται απ' τους
μεταγενέστε¬ρους πρότυπα χρέους προς την πατρίδα.
Η γενίκευση της χρήσης των σχετικών ονομά¬των είναι γεγονός βεβαίως κατά την
αρχαϊκή επο¬χή •εξαίρεται όμως ιδιαίτερα κατά και μετά τα Μηδικά εξαιτίας των
συγκλονιστικών γεγονότων που επέτρεψαν την ενότητα των Ελλήνων. Στον Ηρό¬δοτο
διαβάζουμε ότι οι Αθηναίοι απαντούν στους Λακεδαιμονίους πριν τη μάχη των
Πλαταιών, ότι τους 'Ελληνες συνδέουν τα κοινά ήθη, η κοινή θρησκεία και η κοινή
καταγωγή.
'Εχουμε έτσι έναν ορισμό περί έθνους ή κατ' άλλους περί εθνότητας με βάση τον
ελληνισμό που έμεινε σχεδόν αξεπέραστος επί πολλούς αιώνες (η λέξη πάντως
«έθνος» έχει κι άλλη σημασία στον Ηρόδοτο: εκφράζει τις φυλές και τις
υποδιαιρέσεις τους, τις ιδιαίτερες περιοχές, ακόμα και τις πόλεις-κράτη των
Ελλήνων).
Στο επίγραμμα προς τιμήν των Μαραθωνομά¬χων, που αποδίδεται στο Σιμωνίδη τον
Κείο, τον κατ' εξοχήν μαζί με τον Αισχύλο ποιητή των Μηδι¬κών, θα τονισθεί ότι
πρόμαχοι είναι οι Αθηναίοι αλ¬λά πρόμαχοι Ελλήνων. Ομοίως και στο σίγουρα
σι¬μωνίδειο εγκώμιο των Θερμοπυλομάχων θα υμνη¬θούν οι Λακεδαιμόνιοι κι ο
Λεωνίδας, αλλά στο μνήμα τους —υπογραμμίζει ο ποιητής— έχει θρονια¬σθεί η Δόξα
της Ελλάδας. Διαβάζω το ποίημα:
Τῶν ἐν Θερμοπύλαισι θανόντων
Εὐκλεὴς μένοι τύχα, καλὸς δ' ὁ πότμος,
βωμὸς δ' ὁ τάφος, προγόνων δὲ μνάστις,
ὁ δ' οἶκτος ἔπαινος •
ἐντάφιον δὲ τοτοῦτον οὐτ' εὐρῶς
οὐθ' ὁ πανδαμάτωρ ἀμαυρώσει χρόνος•
ἀνδρῶν ἀγαθῶν ὅδε σακὸς οἰκέταν εὐδοξίαν
Ἑλλάδος εἴλετο• μαρτυρεῖ δὲ καὶ Λεωνίδας,
ὁ Σπάρτας βασιλεύς, ἀρετάν μέγαν λελοιπώς
κόσμον ἀέναον τὲ κλέος.
Ανάλογα θα δει το θέμα κι ο Πίνδαρος σε διθύ¬ραμβο προς τιμήν της Αθήνας — «Ἑλλάδος
ἔρεισμα» θα την αποκαλέσει για τη στάση της στον αγώνα εναντίον των Περσών.
Στο συμμέτοχο των Μηδικών Αισχύλο θα κορυ¬φωθεί πάντως η προϊούσα
συνειδητοποίηση της κοινότητας των Ελλήνων λόγω της εκστρατείας των Περσών στην
Ελλάδα με τον περίφημο παιάνα των Σαλαμινομάχων:
Ὦ, παῖδες Ἑλλήνων, ἴτε
ἐλενθεροῦτε πατρίδ' ἐλευθεροῦτε
παῑδας, γυναίκας, θεῶν τὲ πατρώων ἔθη,
θήκας τὲ προγόνων• νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών.
«Πέρσαι »
Εφεξής μια απόπειρα με πρωτεργάτη τον Περι¬κλή, την οποία καταγράφει ο
Πλούταρχος, ένωσης των Ελλήνων υπό την αιγίδα των Αθηναίων έν τινι μέτρω θα
μπορούσε να θεωρηθεί πανελληνική. Κι αυτό γιατί δε συμμετείχαν όλοι και
προοριζόταν η επικράτηση της Αθήνας στην ένωση αυτήν •έμει¬νε όμως τελικά
απόπειρα.
H μη επίτευξη του στόχου φυσικά οφείλεται σε λόγους που πρέπει ν' αναζητηθούν
στην πολιτικο¬κοινωνική ιστορία (και που εξέθρεψαν τις εμφύ¬λιες διαμάχες ) και
δε με απασχόλησαν εξαντλητι¬κά εδώ. Παρ' όλ' αυτά οι αντιλήψεις του
πανελλη¬νισμού εκφράζονται στο χώρο της λογιοσύνης. Τον 5ο αιώνα, κι όχι μόνο
τον 5ο αιώνα, προβάλλε¬ται πάντα η άποψη περί του αυτόχθονος των Αθη-ναίων και
των Ελλήνων και η αντίθεση Ελλήνων προς τους βαρβάρους. Ας θυμηθούμε αρκετά έργα
του Ευριπίδη με τις σχετικές μνείες —υπενθυμίζω την «Ιφιγένεια την εν Ταύροις».
Ακόμα: «Τὸ ἑλλη¬νικὸν», «Αἱ ἑλληνίδες πόλεις» είναι εκφράσεις συ-νηθισμένες
—υπάρχουν πάντα στα κείμενα της κλασικής περιόδου.
Σε συνάφεια με τα προηγούμενα, νομίζω, πρέ¬πει να θεωρηθεί και μια άποψη
διατυπωμένη από έναν Αιγύπτιο ιερέα, στον Σόλωνα που αναφέρεται στον Πλατωνικό
«Τίμαιο». Σύμφωνα μ' αυτήν οι 'Ελληνες είναι πάντοτε παιδιά. Μ' αυτό πρέπει να
εννοεί ότι βλέπουν τον κόσμο με μάτι παρθενικό σ' ένα περιβάλλον ευδίας, ότι
αναδεικνύουν το χα¬ρίεν, το παιγνιώδες• ότι εκφράζουν την αιώνια νεό¬τητα, σαν
αυτήν περίπου του Μίμνερμου, αυτού του πολύ σπουδαίου ποιητή, σε αντίστιξη προς
το γήρας.
Σήμερα είναι διαδεδομένο, εξακριβωμένο και με μιαν επαρκή κριτική μάλιστα
βιβλιογραφία, εν πολλοίς και στην ελληνική, ότι η αρχαία Ελλάδα ως παιδική,
εφηβική και νεανική ηλικία της αν-θρωπότητας, προβάλλεται απ' τη γερμανική
φιλο¬σοφία κι αισθητική του 18ου και του 19ου αιώνα.
Herder, Hörldcrlin, Hegel, Μαrχ είναι οι κυριότεροι, που με διαφορετικές
θεωρητικές και μεθοδολο¬γικές προκείμενες, στοχάστηκαν επ' αυτού. 'Ομως αρκούμαι
στο σημείο αυτό, για να μείνω οπωσδή¬ποτε στο θέμα μου και για να μην ηχήσει,
δίκαια ίσως, τούτο το τελευταίο ως αναιτιολόγητη παρέ¬κβαση, και στην αρχαία
πηγή τους, αλλά και σ' έναν νεοέλληνα στην ποίηση και τη σκέψη του οποίου αρκετά
πρώιμα —κι αυτό είναι δείγμα της αρχαιομάθειάς του— διασταυρώνονται απηχήσεις
από διαβάσματα τόσο της αρχαίας όσο και της ξέ¬νης, γαλλικής ή και γερμανικής
γραμματολογίας. Εννοώ τον Παλαμά παυ μιλάει στο «Μάνα της ψυ¬χής μου» για τον
αγήρατο αρχαίο ελληνικό κόσμο, που γοητεύει διαχρονικά, για τον παιδικό κι
εφηβι¬κό κόσμο δηλαδή, που αναδύεται απ' την αρχαία ελληνική γραμματεία και
τέχνη. Αυτά θα τα θυμη¬θεί και θα τα αναπλάσει ποιητικά αναφερόμενος στην
Ακρόπολη και τον Παρθενώνα:
«Κι ακούστε πρέπει κι ο άνθρωπος κάθε φορά
που θέλει να ξαναβρεί τα νιάτα του
να ’ρχεται στο ποτάμι της ομορφιάς να λούζεται».
Και παρακάτω:
«Με σένα το ξανάνιωμα του κόσμου ν' αρχινάει του κόσμου το ξανάνιωμα εσέ να
παίρνει τέλος.
(Φλογέρα του Βασιλιά)
Επ' ευκαιρία πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο ελληνισμός πρωτίστως (ή παράλληλα μ'
άλλες σημα¬σίες του), σημαίνει το ελληνίζειν, το ελληνιστί γράφειν, το μιμείσθαι
τους 'Ελληνες από γλωσσι¬κή κατ' αρχήν άποψη. Μια τέτοια σημασία σ'
αντι¬διαστολή μάλιστα προς το βαρβαρισμό, την ηχοποίητη αυτήν λέξη, που σήμαινε
την από γραμμα¬τική άποψη λανθασμένη χρήση της ελληνικής γλώσσας και το
σολοικισμό, που σήμαινε την πλημμελή από συντακτική άποψη χρήση του ελ¬ληνικού
λόγου, εξεκολάφθη πιθανότατα στον κύ¬κλο του Θεοφράστου, αλλ' είναι παλαιότερη
π.χ. μπορεί ν' αναχθεί και στον Πλάτωνα.
Αρχομένου του 4ου αιώνα, δύο ρήτορες θ' ανα¬δειχτούν σε επιφανείς κήρυκες του
πανελληνι¬σμού, ο Λυσίας κι ο Ισοκράτης. Είχε προηγηθεί κά¬ποια χρόνια πριν ο
Γοργίας, αλλά το κείμενο του δεν έφτασε ως εμάς, για να εκτιμήσουμε πλήρως το
διάβημά του. O Λυσίας στον Ολυμπιακό του λόγο τονίζει την ανάγκη ενότητας των
Ελλήνων, προ¬βάλλοντας ως πρότυπο τον Ηρακλή που τέλεσε τους αγώνες στην
Ολυμπία, συμφιλιώνοντας τους 'Ελληνες ή έστω τους 'Ελληνες των γύρω απ' την 'Ηλιδα
περιοχών. 0 Ισοκράτης θ' αποδειχτεί λαλί¬στερος: στον Πανηγυρικό του θα τονίσει
την ανά¬γκη ενότητας των Ελλήνων, για να εκστρατεύ-σουν στην Ασία. Εδώ βρίσκεται
και η διαπίστωση η σχετική με την πολιτιστική διάσταση του Ελλη¬νισμού. Διαβάζω:
«Τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίη¬κε (ενν. η Αθήνα) οὐ τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας
δοκεῑν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἑλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἢ
τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας».
Και μια και βρισκόμαστε στον 4ο π.Χ αιώνα, πρέπει ν' αναφέρουμε ότι κι ο
Αριστοτέλης γράφει στα «Πολιτικά» του ότι οι 'Ελληνες θα επικρατού¬σαν στο
γνωστό τότε κόσμο, αν ήταν ενωμένοι.
Με τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου και την επέκταση του ελληνισμού πέραν της Μ.
Ασίας το «Ἑλληνικόν» γίνεται η ελληνιστική οικουμένη - ο καβαφικός ελληνικός
καινούργιος κόσμος, μέγας. Αρριανός, Πλούταρχος και άλλοι μας διασώζουν πολλές
σχετικές εκδηλώσεις του.
Οι συγκρούσεις παρότι έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί το καθεστώς της πόλεως-κράτους
κι έχει γίνει σχεδόν τυπικό ακόμα και στην Αθήνα, το καθεστώς του δήμου, δε
λείπουν. Περισσότερο ως αντικειμενικοί παρατηρητές ο Πολύβιος κι ο Πλούταρχος θα
μας υπενθυμίσουν τις προσπάθειες επίτευξης ενότητας των Ελλήνων μπροστά στον
επικείμενο ρωμαϊκό κίνδυνο. O Πολύβιος θα μας θυμίσει τον περίφημο εκείνον
Ναυπάκτιο Αγέλαο, που προειδοποιούσε γι' αυτόν τον κίνδυνο, που γί¬νεται
εντονότερος και εξαιτίας της διαίρεσης των Ελλήνων, κι ο Πλούταρχος θ'
απεικονίσει γλαφυ¬ρά τη συγκίνηση των Ελλήνων για τον πρόωρο χα¬μό του
Φιλοποίμενος.
Ωστόσο στο πολιτιστικό πεδίο τα πράγματα εί¬ναι διαφορετικά. Αρκετοί βάρβαροι
γίνονται 'Ελληνες συγγραφείς κατά το πρότυπο της ισο¬κρατικής υποθήκης, της
διατυπωμένης στον «Πα¬νηγυρικό». Περισσότερο όμως ενσάρκωσε τη σχε¬τική
ισοκρατική ρήση ο Λουκιανός. Απ' τα Σαμό¬σατα της Κομμαγηνής, Σύρος, βάρβαρος,
θα γίνει 'Ελληνας συγγραφέας, οπωσδήποτε ισάξιος των κλασικών στα χνάρια του
Σκύθη Αναχάριδος κι άλλων ξένων που εξελληνίσθησαν. Βαθύτατος γνώστης της
αρχαίας γραμματείας αλλά και προι¬κισμένος λογοτέχνης θα συγγράψει ποικίλα έργα
στην ελληνική. Επιπλέον: αυτός ο αρχαιολάτρης, που στο «Ἐνύπνιόν» του μας
θυμίζει το φιλολογι¬κό του δρόμο, θ' αρθρώσει κριτικούς τόνους απέ¬ναντι σ' ό,τι
θαυμάζει κατ' αρχήν και θα υιοθετή¬σει ως προς τη γλώσσα αντί του άκρατου
αττικι¬σμού μια λογοτεχνική-φιλολογική γλώσσα, που αρύεται απ' την αττική, αλλά
και συστοιχεί με το γλωσσικό αίσθημα των καιρών.
Αφού μιλήσαμε για το Λουκιανό και οι συνειρ¬μοί μάς οδηγούν σε αρκετούς
ελληνίζοντες, της εποχής του, αν θέλουμε να μείνουμε σ' ό,τι μας πα¬ρέδωσε η
ιστορία της κλασικής φιλολογίας στην Ευρώπη, χωρίς κατ' ανάγκην να είμαστε κι
άκρι¬τοι απέναντι της, είναι ορθό να υπομνησθεί κι ένας προηγούμενος χρονικώς,
δυο αιώνες περίπου, που ορμάται όμως απ' τη Δύση: ο Κόιντος Οράτιος Φλάκκος.
Αρκετοί τον θεωρούν καθ' υπερβολήν 'Ελληνα συγγραφέα. Η υπερβολή όμως αυτή για
έναν απ' τους δημιουργούς τελικά της λατινικής ποίησης και γραμματείας εδράζεται
σε αντικειμενι¬κά δεδομένα: αυτός -κι όχι μόνο μια φορά- υπο¬γράμμισε την αξία
των ελληνικών γραμμάτων, του ελληνισμού. «Exegi mοnumentum...» αναφωνεί και
ενασμενίζεται απ' την εκδηλωμένη αυτοεπί¬γνωσή του ότι έφερε στο Λάτιο το
αιολικό μέλος της Σαπφούς και του Αλκαίου. Ωστόσο, προϊόντος του χρόνου, με τη
δύση της Ρωμαϊκής αυτοκρατο¬ρίας και την παρακμή του ελληνορωμαϊκού κό¬σμου, ο
ελληνισμός δοκιμάζεται. O Ιουλιανός ασφαλώς είναι απ' τους τελευταίους εκφραστές
του πνεύματος τον ελληνισμού.
Η μετέπειτα επινοημένη χρησμοδότηση της Πυ¬θίας δείχνει ασφαλώς το αδιέξοδο των
προσπαθειών του. Τι ειρωνεία όμως! Αυτό διατυπώνεται με εκ¬φράσεις με
συντάγματα, που έμειναν παροιμοιώδη:
Διαβάζω:
Εἴπατε τῷ βασιλεῖ χαμαὶ
πέσε δαίδαλος αὐλά,
οὐκέτι Φοῖβος ἔχει καλύβην, οὐ μάντιδα δάφνην,
οὐ παγάν λαλέουσαν• ἀπέσβετο καὶ λάλον ὕδωρ.
Στην πραγματικότητα όμως ένας πολέμιος του Ιουλιανού δεν μπορούσε να γράψει
έτσι, υπέροχα, ποιητικά, αφού δε θαύμαζε την αρχαιότητα. Το ποίημα οφείλει την
αξία του σε καθιερωμένα πα¬ρεμφερή συντάγματα ήδη στην ελληνική ποίηση, που
συνετέθησαν στην υποτιθέμενη χρησμοδότη¬ση. Επιπλέον: με παρεμφερείς εκφράσεις
είχαν προλειάνει το έδαφος κι άλλοι πρωτύτερα, κι έτσι βοήθησαν τον ανώνυμο
ποιητή, όπως επεσήμανε στο περί Δελφών κείμενο του ο Χ. Καρούζος.
Συναφές προς αυτό, ισχυρίζονται αρκετοί, πα¬ρότι δεν υπάρχει σχέση μαζί του,
παρά σύμπτωση και μάλιστα εν μέρει, είναι και κείνο το συγκλονι¬στικό « Ὁ μέγας
Πᾱν τέθνηκεν », που παραδίδει ο Πλούταρχος δύο αιώνες πριν σαν να προανακρούει
την προαναφερμένη χρησμοδότηση, την ίδια τελι¬κά την παρακμή του αρχαίου
ελληνισμού - το λυ¬κόφως των θεών.
Ανεξάρτητα όμως απ' αυτά, ο Ιουλιανός ήταν ένας έξοχος ελληνιστής, ένας
ισοκρατικός κι αυτός άνθρωπος, ένας 'Ελληνας.
Χριστιανισμός κι ελληνισμός είναι κατ' αρχήν διαφορετικά πολιτιστικά μεγέθη.
Ωστόσο με το Βα¬σίλειο στο «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνι¬κών ωφελοίντο
λόγων» και με το Γρηγόριο στον επιτάφιο λόγο του για τον πρώτο, γίνεται ένα βήμα
γύρω απ' τη συσχέτιση των δύο ρευμάτων. Είχαν προηγηθεί τουλάχιστον χωρίς ο
λόγος τους να έχει την αναμενόμενη ως προς αυτό απήχηση ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς
κι ο Ωριγένης. Στο σημείο αυτό η καταγραφή πρέπει να είναι, πιστεύω, κατά το δυ-νατόν
αντικειμενική. Χρήσιμο, σκέπτομαι, είναι που θυμηθήκαμε τον Παλαμά, έστω ίσως
και πα¬ρενθετικώς. Θα μας βοηθήσει και στο σημείο αυτό. Αρχαιολάτρης αυτός θα
μιλήσει στο «Δωδεκάλογο του Γύφτου» για το θάνατο των αρχαίων, για το θάνατο των
Θεών. Δεν είναι έκφραση πόθου, δεν εί¬ναι αξιολόγηση ολ' αυτά. Απλούστατα ο
ποιητής καταφάσκει, αναγνωρίζει τη διαλεκτική της ιστο¬ρίας, που εδώ
λειτουργούσα έχει ως αποτέλεσμα την παρακμή του ελληνισμού και την επικράτηση
του χριστιανισμού, όπως θα έλεγαν κάποιοι μετα¬γενέστεροί του, άλλων ιδεολογικών
αποχρώσεων, παρότι αυτός δεν έφτασε ως τη σύλληψη αυτής της διαλεκτικής, την
ψηλάφησε, την προοιωνίσθη¬κε ίσως.
Με βάση όσα προσημείωσα ο ελληνισμός επιζεί, έστω και σε διαφορετικές συνθήκες.
'Ομως η προα¬ναφερόμενη σύζευξη είναι μια σύζευξη ετεροβα¬ρής. 0 ελληνισμός
νοείται υπό τη σκέπη του χρι-στιανισμού. Στο Βυζάντιο θ' ακούσουμε βέβαια αυτό
του Μ. Ψελλού απευθυνόμενου στο Ξιφιλίνο «Ἐμὸς ὁ Πλάτων», όχι όμως κι αυτά τα
παρομοιώ¬δη σχεδόν του Λατίνου ποιητή Λουκρητίου, ότι ένας 'Ελληνας, ο
Επίκουρος, θέλει ν' απαλλάξει τους ανθρώπούς απ' τις δεισιδαιμονίες και τη
θρη¬σκεία.
Μπορούμε να γενικεύσουμε, να συμπεράνουμε κατά την εισαγωγική υπόσχεσή μου. Μόνο
όμως ακροθιγώς: υπάρχει ασφαλώς μια ενιαία αντίληψη περί ελληνισμού σ' όλη την
ιστορία της αρχαίας γραμματείας, σ' όλη την εν γένει αρχαία ελληνική ιστορία,
μια ενότητα στο χρόνο αλλά και στο χώρο, αν συνυπολογισθούν όλοι οι θύλακες -οι
αποικια¬κοί κυρίως- του ελληνισμού. 'Ομως οι τροπές και οι ετερότητες υπάρχουν
αλλά στο πλαίσιο της ενό¬τητας, που συνέχει όλες τις εκφάνσεις της αρχαίας
γραμματείας. Άλλος ο Πλάτων, άλλος ο Επίκούρος ασφαλώς. Κι όμως οι διαφορές δεν
είναι απόλυτες, αν συνυπολογισθεί ο πλατωνικός Παρμενίδης ή τη συνύπαρξη και της
παιδείας και της ηδονής στον Επίκουρο την αποδώσουμε στην κοινή σωκρατική πηγή
περί αρετής (φυσικά υπάρχουν και απόψεις ότι ο Επίκουρος επηρεάζεται απ' το
μέτρον άριστον). Ακόμα: όπως μας αφηγείται ο Ηρόδοτος οι Λακεδαιμόνιοι αρνούνται
να γονυπετήσουν στο «μέγα βασιλέα». Δεν είναι ίδιον των Ελλήνων, της αντίληψης
τους περί ελευθερίας. Κι όμως πόσες διαφορές επισημαίνει και επ' αυτών ο
Περικλής (ο Θουκυδίδης ακριβέστερα ίσως) στον «Επιτάφιο» ανάμεσα στους Αθηναίους
και τους Λακεδαιμο¬νίους! Διαφορές λοιπόν ανάμεσα στους 'Ελληνες αλλά και κοινή
βάση - η περί ελευθερίας αντίληψη εν προκειμένω.
Το γεγονός ότι τα σχετικά ονόματα επέζησαν στη δημοτική και λογία παράδοση
αργότερα (με κορυφαίο το «Ἓλλη¬νες ἐσμέν...» του Πλήθωνος) και μετά τη δύση της
αρχαιότητας είναι ένα τεκμήριο που δεν μπορεί ν' αγνοηθεί. Επιτάσσει, θα έλεγα,
σχετικούς προβλη-ματισμούς με κυριότερο, πιστεύω, τούτον: η «παγά λαλέουσα» του
ανώνυμου αντιπάλου του Ιουλια¬νού έσβησε από θρησκευτική άποψη, όχι όμως
-στηρίζομαι πάλι στον Χ. Καρούζο- κι από πολιτι-στική.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Στη συζήτηση που επακολού¬θησε μετά τη διάλεξη παρενέβησαν οι φίλοι ποιη¬τές
Γιώργος Καραντώνης και Χρίστος Καρανικό¬λας, όπου σημείωσαν ότι και στον 'Ομηρο
απαντά το «Πανέλληνες». Χρήσιμη η παρέμβασή τους.
Υπενθυμίζω όμως ότι η σημασία της λέξης είναι παρόμοια με τη σημασία των λέξεων
«Ἑλλάς», «Ἓλλην» στον 'Ομηρο. Εννοεί συσπείρωση κατοί¬κων της Μέσης και Άνω
Ελλάδας της εποχής και σε καμία περίπτωση το σύνολο του Ελληνισμού, που
αναδείχθηκε, πιστεύω, ικανοποιητικά σ' αυ¬τήν την ομιλία.