ΜΑΝΤΕΜΑ I
Φοράω ένα εκθαμβωτικό ωμέγα
που στέκεται πάνω μου
με αθωότητα και φράουλες παγωμένες,
ριγωμένο από καταδίκες και εγκαρτέρηση.
Είναι φορές που μου ζητά δροσερό νερό
για να πλάσει ένα αλυσιδάκι
για το λαιμό της συγκίνησής μου.
ΜΑΝΤΕΜΑ II
Τώρα πια που δε μου επιτρέπονται κήποι
για να τους ποτίσω και θλίψη για να της δώσω
άστεγα δάκρυα βαδίζω
πάνω στους σχιστόλιθους του ουρανού
με μια Ιλιάδα στο χέρι κι ένα «εσαεί»
πλημμυρισμένο πυρίτιδα
στα συστατικά της υπαίθριας ευαισθησίας μου.