ΛΑΧΤΑΡΑ I
Ακούω μακριά τα πέταλα ενός αλόγου
να ανεβαίνουν γαλαζοπράσινες ανηφόρες.
Στη ράχη του ακουμπώ τα μπράτσα μου,
στα αναμμένα κεριά των ματιών του
σβήνω όλα τα πατήματα των ήχων
που με σίμωσαν αρχιτεκτονικά.
Χωρίς να το καταλάβω πάνω στη χαίτη του
απλώνω την μπουγάδα μου, τις χάντρες
με το ζεστό ψιλόβροχο.
ΛΑΧΤΑΡΑ II
Όταν κάποια απογεύματα σηκώνεται άνεμος
στη νεότητα της φθοράς μου χωρίς να το θέλω
ανοίγει η παλάμη μου κι ένας βοτσαλωτός Κούρος
μοιράζει μακαριότητα στα σανίδια της ψυχής μου.