ΕσΗμανε θΑλασσες
Πρωτότοκη λόγχη

δύναμη καρτερίας

μια Κυριακή πρωί
απίθωσε τα πέτρινα μου άστρα
στο ίδιο τραπέζι με τα άξια τόξα σου

Κι όταν δόθηκε της γης σου η τσόχα
με κλωνάρια φοινικιάς
στην τιμημένη φωτιά
καβαλαραίων και αρχόντων

δεν απόμεινε καιρός
να σε αντηχήσω στα σωθικά μου
να σε κατανικήσω για εξήντα μέρες
να σε αρχινήσω σε κούπα
ζωσμένη με θυμούς και ζώνες χρυσές
πορφυρών μαρτύρων

μάλαμα ανάξιου καραβοκύρη

σιτάρι ξελογιασμένου δούλου

αλυσίδα βαπορίσιου αποσπερίτη