ΑΝΟΘΕΥΤΗ ΖΗΤΙΑΝΙΑ
Ποινή αιχμάλωτης αναγέννησης,
μου σφάλισε τον ορκισμένο σου ίσκιο
και ελεεινά με οδήγησε σε φθαρτό κατάντημα.
Κουράστηκα να κυβερνώ
τις κακούργες υποψίες μου
και να ζητιανεύω τα παράσημα σου
με ανάξιες ορκοπατημένες ματιές.
Ήταν γραφτό
τ' αγκάθια της αμαρτωλής παράβασης σου
να μου νοθεύσουν
του χωρισμού το χρώμα.
Προσχεδίασα το οικόσημό σου
με άλαλα πείσματα
και
μπρούντζινη πίστη.
Πλανήθηκα
από την ξεπεσμένη μου ψυχή
και
την αφανισμένη μου αρετή.
Αρχοντικές λεγεώνες
και αντάρτισσες θεομηνίες
με υποδέχτηκαν και με φίλησαν
με βασιλεμένες ριπές.
Θάφτηκε τ' όνομα μου
σε μισεμένο ξεψύχισμα
και δακρυσμένες ερημιές.
Πεφτίστηκα
στους δικούς σου ρυθμούς
με μανία κοριτσίστικη
κάτω από βουβά καντήλια.
Δε θα σχεδιαστώ
στις ολόγυμνες διαβεβαιώσεις σου
ο κουρελής στοχασμός σου
θα με ξεγυμνώσει
μπροστά στα αδικαιολόγητα
κρίματά σου.