Προσδοκία
Οι άνεμοι της ξενιτειάς
κατέθεταν τα δάκρυά τους
Στο χαμόγελο της πατρίδας μου.
Ανοίγεται μέσα μου
Ο δρόμος με τα λιωμένα σύμβολα :
- τα
δαντελένια σεντόνια του βίου μου
- λίγο
αντίδωρο από την ενορία
των στίχων
σου
- μια δύναμη
αχτίδας από τη νίκη
που πίστεψες
πως θα’ βρεις στα ξένα
Και μετά …
δυο βράχοι μου προσφέρθηκαν
με πρόσωπο λύπης.
Έκλαιγα πάνω τους
για της πατρίδας μου τα σκαμμένα πρόσωπα
τα βράδια.
Μοναχικά ευλογούσα το χάρτη
που χρόνια τώρα σημαδεύω,
με κλεμμένο μολύβι,
την ψυχή της πατρίδας μου
με μωβ χρώματα.
Κι όλο λέω
θα γυρίσω
ας αργώ
η σκιά μου ξεπλυμένη
από τον κοπετό της ξενιτειάς
λαχταρά να ξαποστάσει
κάτω από του καντηλιού την προσμονή.
Ερημίτισσα
στα τελευταία σύνορα της γης
με βρήκε
η τελευταία χαραυγή.