ΟΙ ΓΑΛΛΟΙ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΕΣ ΚΑΙ Ο ΥΜΝΟΣ ΤΟΥΣ
για τον Έρωτα, την Αγάπη και τη Γυναίκα


Το σουρεαλιστικό κίνημα γεννήθηκε με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και έλαβε τέλος με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Οδήγησε σε μια νέα λογοτεχνία, μια νέα ποίηση, μια νέα ζωγραφική. Επικεφαλής του γαλλικού σουρεαλισμού ήταν: οι Louis Aragon, André Breton, Paul Eluard, Benjamin Péret, Philippe Soupault – συγκροτούσαν μάλιστα τη γαλλική ομάδα του Dada ως το 1922.

ΝΤΑΝΤΑΪΣΜΟΣ

Το Dada γεννήθηκε στην καρδιά του μεσοπολέμου το 1916, απλώθηκε σαν αστραπή στη νικημένη Γερμανία του 1918 για να φθάσει στην εξαθλιωμένη Γαλλία του 1919-1920. Το Dada ήταν η ανατροπή όλων των παραδοσιακών αξιών, αρνιόταν τα πάντα. Η ηγετική μορφή του ντανταϊσμού ο Tristan Tsara έλεγε: «αναγγέλλουμε τον επικείμενο θάνατο της τέχνης, απαιτούμε μια τέχνη περισσότερο τέχνη». Η δύναμη του κινήματος Dada ήταν να πετύχει ο συνδυασμός της άρνησης και της κατασκευής με στόχο να προταθούν νέοι δρόμοι εξερεύνησης και νέες πρακτικές. Ο σημαντικότερος τομέας της δημιουργίας του Ντανταϊσμού ήταν αναμφισβήτητα αυτός του “collage”.
Στις αρχές το κίνημα Dada έζησε με δανεισμούς από διάφορες πρωτοποριακές «μοντερνιστικές» σχολές, όπως: του φουτουρισμού, του κυβισμού και του εξπρεσιονισμού. Τελικά η διαμαρτυρία των Dadaïstes θεωρείται από τους περισσότερους κριτικούς σαν ένας καταστροφέας, επειδή έχει αναθεωρήσει ένα μεγάλο αριθμό αρχών και αξιών της παραδοσιακής τέχνης, ξεχνώντας συχνά ότι αυτή η «καταστροφή» προέρχεται από μια πορεία που επιθυμεί ουσιαστικά να είναι εποικοδομητική.


ΟΙ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΜΠΝΕΥΣΤΕΣ ΤΟΥΣ

Από την άλλη πλευρά οι γάλλοι σουρεαλιστές ασπάζονταν τις θεωρίες του Freud σαν μια δυνατότητα έκφρασης της «πραγματικής λειτουργίας της σκέψης».
Η καθημερινή πρακτική κάποιων συλλογικών παιχνιδιών το 1922 όπως, «πειράματα υπνωτισμού» είχαν σημαντικά ενισχύσει την συνοχή της ομάδας.
Ο Lautréamont υπήρξε πραγματικά όσο κανένας άλλος ο γονιμοποιός του κινήματος. Στο έργο “chants de Maldoror” αναφερόταν o Breton, όταν έγραφε εκείνη τη φράση-κλειδί της σουρεαλιστικής δράσης: «τώρα ξέρουμε πως η ποίηση πρέπει κάπου να βγάζει».
Οι σουρεαλιστές χρειάζονταν την εγγύηση του Lautréamont για να «ικανοποιήσουν τη θέληση της δύναμης» στο «λογοτεχνικό χώρο».
Οι φυσιογνωμίες που υπήρξαν υποδειγματικές για τους σουρεαλιστές και ενασχολήθηκαν μ’ αυτές ήταν: ο De Sade του οποίου η ζωή ήταν ένα πραγματικό «μαύρο μυθιστόρημα». Γι’ αυτούς αποτελεί το συγκλονιστικότερο πρότυπο. Η αναζήτηση του απόλυτου στην απόλαυση, σ’ όλες τις μορφές της και ιδιαίτερα στην σεξουαλική, η περιφρόνησή του για τις καθιερωμένες αξίες και για εκείνους που τις εκπροσωπούσαν, το χάρισμα του οραματιστή συνθέτουν την ιδανική εικόνα του ανθρώπου όπως τον έβλεπαν.
Η προσφορά του Mallarmé «που έσπασε το σκληρό μπετόν ενός φρουρίου που θεωρούσαν απόρθητο: της σύνταξης», δεν είναι αμελητέα.
Από τους συμβολιστές θα κρατήσουν την επισημοποίηση του ελεύθερου στίχου κυρίως από τα ¨serres chaudes¨ de Maeterlinck και το μεγαλύτερο μέρος του St Paul Roux.
Η ποίηση δεν θέλει θαυμαστές – σκλάβους, θέλει εραστές που να μπορούν, στην ανάγκη και να τη βιάσουν.
Το κατεξοχήν θέμα των σουρεαλιστών, ερώτημα που υπάρχει και διατυπώνεται αδιάκοπα από τους «ελεύθερους» ανθρώπους και που οι φιλοσοφίες και οι θρησκείες άφησαν αναπάντητο είναι: το αιώνιο θέμα του προορισμού του ανθρώπου, του «γιατί γεννηθήκαμε, τι μπορούμε να δεχτούμε να υπηρετήσουμε, πρέπει να εγκαταλείψουμε κάθε ελπίδα;». Οι σουρεαλιστές φιλοδόξησαν να απαντήσουν σ’ αυτό με την ποιητική στάση.
Σαν τον Rimbaud θέλουν να «πάνε να χτυπήσουν στις πόρτες της δημιουργίας» με το πλεονέκτημα των λιγότερων ψευδαισθήσεων.
Σε κάποια σουρεαλιστική προκήρυξη όπου πλέκεται το εγκώμιο της καθημερινής αφήγησης των ονείρων από τους γονείς στα παιδιά τους, ο Paul Eluard και ο Roger Vitrac διακηρύσσουν πως «αν ο ρεαλισμός είναι το ξεχορτάριασμα των δέντρων, ο σουρεαλισμός είναι το ξεχορτάριασμα της ζωής».


ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΥ

Η χρονιά της επίσημης ίδρυσης του κινήματος είναι το 1924. Η δράση των σουρεαλιστών παρουσιάζεται ως μια εξέγερση με σκοπό να αλλάξουν τις πατροπαράδοτες συνθήκες όχι μόνο στο χώρο της ποίησης αλλά κυρίως στην ίδια τη ζωή. Δεν πιστεύουν σε κανένα δόγμα αλλά σε ορισμένες αξίες που τις έχουν κάνει σημαία τους: παντοδυναμία του ασυνείδητου και των εκδηλώσεών της – όνειρο, αυτόματη γραφή και κατά συνέπεια καταστροφή λογικής, καταστροφή επίσης της θρησκείας, της ηθικής της οικογένειας όλα αυτά που εμποδίζουν τον άνθρωπο να ζήσει σύμφωνα με τις επιθυμίες του. Πιστεύουν στην «παντοδυναμία της σκέψης».
Την επανάσταση που ευαγγελίζονται, εννοούν να την κάνουν πρώτα απ’ όλα στην ίδια τους τη ζωή. Ο σουρεαλισμός πάνω απ’ όλα βιώνεται. Για τα μέλη της ομάδας κάθε δουλειά γενικώς ήταν υποτιμητική και κατακριτέα. Το θέμα ήταν να ζει κανείς τη ζωή όπως του προσφέρεται και όχι να την κερδίζει. Το να ζει σημαίνει να βλέπει, ν’ ακούει, ν’ αναπνέει τον αέρα εκείνων των υπέροχων τόπων του μεταπολεμικού Παρισιού.


ΕΝΑ ΚΙΝΗΜΑ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ

Συχνάζουν στα πορνεία αναζητώντας τον πρωτογονισμό της πόρνης. Επιζητούν την αποβλάκωση σαν αυτοσκοπό. Ο τρόπος είναι απλός: πάρτε ένα κυριακάτικο εισιτήριο από κάποιο υπεραστικό σταθμό και ταξιδέψτε ώρες ατελείωτες διασχίζοντας απ’ άκρη σ’ άκρη έναν έρημο τόπο, σ’ ένα ταξίδι χωρίς προορισμό. Το θέμα είναι να ξαναβρούν τη ζωή κάτω από το χοντρό καύκαλο αιώνων κουλτούρας, την καθαρή, ωμή, γυμνή, κομματιασμένη ζωή. Το θέμα είναι να εναρμονίσουν το ασυνείδητο μιας πόλης με το ασυνείδητο των ανθρώπων. Στην πορεία τους καταλαβαίνουν πως το ν’ αλλάξεις τη ζωή σου, τη δική σου, την προσωπική σου ζωή, σημαίνει να κλονίσεις τα ίδια τα θεμέλια του κόσμου. Την αξία που δεν έφτιαξαν αλλά την βρήκαν, την ανακάλυψαν κάτω από τα χαλάσματα στην καρδιά του ανθρώπου, στην καρδιά όλων των ανθρώπων: την ΕΠΙΘΥΜΙΑ.
Κάθε μέρα έπαιζαν συλλογικά παιχνίδια όπως: το παιχνίδι με τα χαρτάκια, ερωτήσεις και απαντήσεις, το παιχνίδι της αλήθειας, “cadavre exquis”.
Ένας άλλος τρόπος για να αντιμετωπίσουν τη ζωή και το θάνατο ήταν το χιούμορ που ο Breton και οι φίλοι του λάτρευαν πάντα σαν το μεγαλύτερο θεό.
Με την καταχρηστική χρήση του χιούμορ πρόσφεραν εκδίκηση στη ζωή και στον θάνατο που ο καθένας περνάει ξεχωριστά και μόνος αυτές τις πόρτες.



ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΕΡΩΤΑΣ

Στον δρόμο του όμως συναντάει ο καθένας και τον έρωτα – έξοδο για δύο. Ο εαυτός και ο «άλλος» είναι η απαρχή του συλλογικού. Η ατομική φυλακή ανοίγει. Αρκεί να μην καταντήσει φυλακή για δύο, όπως γίνεται συνήθως. Γι’ αυτό και οι σουρεαλιστές κριτικάρουν τον έρωτα όπως τον εννοούν και δεν τον ζουν οι σύγχρονοί τους που τον βλέπουν σαν επέκταση και όχι υπέρβαση του ατομικού εγωισμού.
Διακηρύσσουν λοιπόν τον «παράφορο έρωτα» τον «μοναδικό έρωτα» παράφορο γιατί γκρεμίζει όλους τους τοίχους που ύψωσε γύρω του η κοινωνία.
Η Γυναίκα που την ύμνησαν περισσότερο από κάθε άλλο ποιητή ο Breton και ο Eluard, έγινε ο άρτος ο επιούσιος, ο ουρανός των Σουμερίων, το άλφα και το ωμέγα κάθε αναζήτησης, έγινε όλος ο φαγώσιμος κόσμος σε μέγεθος μπουκιάς «τρώω την Gala» έγραφε ο Dali ο ζωγράφος. Θέλησαν να κάνουν τον Έρωτα μια επαναστατική δύναμη που γκρεμίζει στο πέρασμά του, με μια τέλεια αδιαφορία για τις πιθανές συνέπειες, όλα τα εμπόδια που δεν τον αφήνουν να πετάξει και να πραγματώσει τις δυνατότητές του.
Στους σουρεαλιστές οι αναφερόμενες γυναίκες διαφέρουν τόσο από τις σεμνές ερωμένες όσο και από τις εύκολες μαιτρέσες που είναι αγαπητές στα ελευθεριάζοντα μυθιστορήματα. Είναι οι αγγελιοφόροι της καινούργιας Εύας, φαίνονται να υπόσχονται την συμφιλίωση της επαγρύπνησης και του ονείρου και τελικά την πρόσβαση στην αληθινή ζωή. Στη συνέχεια η αγαπημένη γυναίκα (διότι η σουρεαλιστική αγάπη φαίνεται πάντοτε συνδεδεμένη με κάποια λατρεία της γυναίκας) εμφανίζεται όπως πάντα ανατρεπτική και σχεδόν ιερή. Θα παρουσιάσει, όπως λέει ο Breton, «΄στην παράφορη αγάπη΄ την περιπλοκή σ’ ένα μόνο αντικείμενο του φυσικού και του υπερφυσικού». Θα εμπνεύσει αυτό που ο Benjamin Péret ονομάζει «έξοχη αγάπη» έτσι, η αγάπη φέρει την ανώτατη αποκάλυψη και η ηθική έγνοια των σουρεαλιστών φαίνεται συχνά να περιορίζεται στο να μη την υποτιμήσουν.
Όπως γράφει ο René Char στο “Marteau sans maître” στο τομέα […] του σουρεαλισμού, ο άνδρας δεν μπορεί παρά να είναι το θύμα της καταβροχθίζουσας λογικής του να ζεις: την αγάπη.
Στο “Paysan de Paris”, o Aragon βλέπει στην γυναίκα συνοπτικά όλο τον κόσμο: «Βουνά, δεν θα είστε ποτέ παρά το απόμακρο αυτής της γυναίκας […] να που εγώ δεν είμαι πια παρά μια σταγόνα βροχής πάνω στο κορμί της».

Και ο Paul Eluard λέει:
Τα όνειρά της γεμάτα φως
κάνουν να σβήσουν τους ήλιους
ή ακόμη:
Είσαι το νερό που ξέφυγε από την άβυσσο
Είσαι η γη που έχει ρίζες
και πάνω σ’ αυτήν τα πάντα βρίσκουν
αποκατάσταση

Είναι φανερό ότι η γυναίκα παίρνει τη θέση που παραδοσιακά κατείχε ο θεός.
Στα ποιήματά του ο Paul Eluard παρουσιάζει την έννοια της γυναίκας και της αγάπης σαν στοιχεία καθαρότητος, ομορφιάς και μεγαλείου.
Σύμφωνα με τον Eluard αγάπη, είναι να χάνεται ο ένας μέσα στον άλλο, σαν οι ερωτευμένοι να μην έπρεπε να σχηματίσουν παρά μία και μόνη οντότητα: «εμείς δεν έχουμε παρά μια καρδιά» "je t´ai imaginée". Σ’ αυτήν την συγχωνευτική σχέση, η αγαπημένη ύπαρξη γίνεται η επέκταση του εαυτού της, η ακτινοβολία του εαυτού της.
Η αγάπη είναι συνώνυμη της ομορφιάς διότι εμποδίζει την ασχήμια και μας κάνει να συνειδητοποιούμε τις ομορφιές της Γης. Όταν είμαστε ερωτευμένοι όλα φαίνονται ωραία γύρω μας ακόμη και τα εργοστάσια ακτινοβολούν.
Το φως είναι σύμβολο της αγνότητας, της μεγαλοπρέπειας, της ομορφιάς και η συνάντηση με το φως εξομοιώνεται με την ερωτική συνάντηση.
Εκτός από την Ηλιακή-Γυναίκα υπάρχει και η Γυναίκα-παιδί που έρχεται να στηρίξει την έννοια της αγνότητας. Ευάλωτη και γλυκιά, η Γυναίκα-παιδί ανταποκρίνεται στο ένστικτο προστασίας του άνδρα.
Η ομορφιά της γυναίκας εκφράζεται από αναφορές σε στοιχεία της φύσης, από μια συγχώνευση ανάμεσα στη φύση και τη γυναίκα. Μερικά σημεία του σώματος συχνά τα ίδια στην ποίηση του Paul Eluard είναι αντικείμενο σύγκρισης με το τοπίο: «το στόμα σου ήταν βρεγμένο από την πρώτη δροσιά» "la mort, l´amour, la vie". Η αγάπη και η γυναίκα έχουν όλες τις εξουσίες. Έχουν την εξουσία να δίνουν ζωή και να δίνουν ένα νόημα στη ζωή. Η συνάντηση με την αγάπη συνεπάγεται την αναγέννηση του εαυτού σου και του κόσμου.
Η αγάπη είναι μια αναγκαιότητα για τον Paul Eluard διότι του επιβεβαιώνει την παρουσία του στον κόσμο αυτό που τον κάνει να αισθάνεται ζωντανός. Η αγάπη λοιπόν έχει μια δύναμη ακαθόριστη πάνω στο θάνατο και στην απουσία.
Πραγματικά ο Eluard μας λέει ότι το ερωτικό αίσθημα είναι χωρίς αμφιβολία το μόνο φάρμακο στον πόνο και στην λύπη και ένα στοιχείο ουσιώδες στην πνευματική αναζήτηση της συνεχούς χαράς. Περισσότερο από την χαρά, το ερωτικό αίσθημα ξαναδίνει επίσης την ελπίδα, την εμπιστοσύνη και την έμπνευση. Καθετί που ο θάνατος και η λύπη προηγουμένως κατέστρεψαν, η αγάπη το ξαναδημιουργεί.
Για τον Paul Eluard υπάρχει επίσης η Γυναίκα-Πυξίδα (la femme-boussole) είναι αυτή που οδηγεί τον ποιητή στην ανακάλυψη του εαυτού του που καταλήγει στην υπέρβαση. Χωρίς αγάπη, ο Eluard είναι μέσα στο σκοτάδι. Είναι από την Γυναίκα που ανακαλύπτει τον εαυτό του καθώς και τον κόσμο. Διότι αυτή γνωρίζει πράγματα γι’ αυτόν που ο ίδιος αγνοεί, η γυναίκα είναι στα μάτια του Eluard προικισμένη με δυνάμεις εξαιρετικές. Είναι μια Γυναίκα-Νεράϊδα που σ’ ορισμένα σημεία είναι ανώτερη από τον άνδρα.
Τελικά για τον Eluard όπως και για όλους τους ερωτευμένους στον κόσμο, η αγάπη παραμένει ένα φαινόμενο περίπλοκο, μυστηριώδες και πολυδιάστατο.
Ένας άλλος ποιητής του σουρεαλισμού ο Louis Aragon αναφέρεται στα μάτια της Elsa "les yeux d’ Elsa" που είναι πηγή ζωής. Τα μάτια της Έλσας περικλείνουν όλον τον κόσμο. Το ποίημά του δίνει για την γυναίκα μια εικόνα εξιδανικευμένη, σχεδόν θεϊκή.
Για τους σουρεαλιστές γενικότερα η μετουσιωμένη αγάπη, ένα είδος Απόλυτου για τον Benjamin Péret, είναι παραβατική διότι αντιτίθεται στον χριστιανισμό προσφέροντας «ένα δρόμο μετατροπής που καταλήγει στην συμφωνία της σάρκας και του πνεύματος».
Ο σουρεαλισμός θεωρεί την αγάπη κέντρο εκρηκτικό της ανθρώπινης ζωής, μοναδική δικαιολογία της ζωής.
Η Γυναίκα είναι λοιπόν για τους σουρεαλιστές η μούσα τους, η μάγισσα, η μάνα που παρηγορεί. Έχουν μια αληθινή λατρεία για τη γυναίκα, την τοποθετούν πάνω σ’ ένα βάθρο, είναι αντικείμενο λατρείας. Σαν λουλούδι, φρούτο, δένδρο την αγναντεύουν, την καταναλώνουν και χάνεται μέσα στο τοπίο.


Ακόμη και ο Jacques Prévert, ένας άλλος γάλλος ποιητής του σουρεαλισμού μίλησε για την Αγάπη.
Η ζωή είναι ένα κεράσι
ο θάνατος είναι ένα κουκούτσι
Μα η Αγάπη είναι μια κερασιά

Η αγάπη όσο περισσότερο την επαναλαμβάνουμε σαν λέξη τόσο ολιγότερα λέει, διότι είναι μια λέξη που σιωπά, μια λέξη κρυφή, από εκεί προέρχεται και η γοητεία της, όλες της οι γοητείες.
Η αγάπη είναι η λύτρωση του ανθρώπου από τις ταλαιπωρίες, τα βάσανα και τις λύπες που του παρέχει απλόχερα η ίδια η ζωή με ασύμμετρο τρόπο.
Για τους σουρεαλιστές, η Γυναίκα της Αγάπης είναι ανατρεπτική, είναι το υποκατάστατο του Θεού, έχει μια συμπεριφορά προκλητική αντίθετα με τα ταμπού της εποχής τους και την Εβραιο-Χριστιανική εποχή όπου η Γυναίκα είχε υποταγεί στο ρόλο της Παρθένου, της Παντρεμένης, της Μητέρας, υποταγμένη στον Θεό, στον σύζυγο, στην οικογένειά της και στην καλή αναπαραγωγή.