Στης πόλης τις στοές

 

Δυο φύλλα έπεσαν

στο κάδρο του χειμώνα

κι ένας αέρας σκέπασε

με γκρίζα σύννεφα τις λέξεις.

Ένα βλέμμα, μουδιασμένο,

στέκεται μέσα από το τζάμι και κοιτάζει τη βροχή…

 

«Κάθε σταγόνα της βροχής

είναι ένας μύθος

που πίνει και ξεπλένει τα χρόνια,

τις στιγμές

και κάθε που ‘ρχεται η βροχή,

δικάζομαι απ’ το πλήθος

και χάνομαι αθόρυβα

στης πόλης τις στοές…»

 

Ζούμε σε σπιρτόκουτα

με μικρές μικρές τρυπούλες

για να μπαίνει λίγο φως.

Στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο.

Άναρχα δομημένα.

Άχαρα τοποθετημένα…

 

«Κάθε σταγόνα της βροχής

είναι ένας μύθος

που πίνει και ξεπλένει τα χρόνια,

τις στιγμές

και κάθε που ‘ρχεται η βροχή,

δικάζομαι απ’ το πλήθος

και χάνομαι αθόρυβα

στης πόλης τις στοές…»

 

Πατάμε στο βρεγμένο χώμα

που πότισε η βροχή με αυταπάτες.

Βαδίζουμε στα λίθινα σοκάκια,

εισπνέοντας αργά τη λήθη μας,

εκπνέοντας αγωνία και αγανάκτηση…

 

«Κάθε σταγόνα της βροχής

είναι ένας μύθος

που πίνει και ξεπλένει τα χρόνια,

τις στιγμές

και κάθε που ‘ρχεται η βροχή,

δικάζομαι απ’ το πλήθος

και χάνομαι αθόρυβα

στης πόλης τις στοές…»

 

Είμαστε δυο φύλλα ξερά, κιτρινισμένα,

υποταγμένα στη φθορά του χρόνου

που θα πέσουν

με το πρώτο φθινοπωρινό αεράκι

πάνω στους δρόμους αυτής της πόλης…