ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

Κι όπως προχώρησα
στο τέλος του δρόμου
ένιωσα ξαφνικά
όλον τον πόνο, που μπορεί να λυγίσει τον άνθρωπο
και μιαν ανάσα καυτή
σα λυγμό
πουλιού φυλακισμένου
να σκορπάει
χρυσές στάλες λιποθυμιάς κι αμύριστης αγωνίας
στα πετρωμένα χείλη
και τραντάχτηκα
από χιλιάδες βέλη,
παγωμένα φιλιά ασφυκτικών αναμνήσεων
στη διάφανη σωρό μου
γονάτισα
σε μια θάλασσα καημών
από δάκρυα ,που ακτινοβολούσαν περασμένη νιότη
κι άκουσα το συριγμό
του θανατωμένου ονείρου
να φιδοσέρνεται
επαίτης
μίας λύτρωσης
εκπορνευμένης και χυδαίας
και αποσιώπησα
κάθε κραυγή και θρήνο
λάφυρα και απομεινάρια
μιας ξεπεσμένης προσευχής
και ανασηκώθηκα
πιο νικημένη
πιο βαριά
κάτω από δύο ματιές
ανέκφραστης πλημμύρας,
το πεπρωμένο κι η ζωή μου
σφιχταγκαλιασμένα στέφανα αγκαθωτών χρησμών

άδικα…..
κι έπεσα ξανά
καθώς πισωγυρίζοντας
οι πρωταγωνιστές του άφατου χωρισμού
κομμάτιασαν απρόσωποι
το νήμα της ελπίδας και της φρίκης….