Ήταν Γενάρης μήνας κι είχαμε κιόλας
αφεθεί στο έλεος του χειμώνα, όταν η Μαριέλα έφυγε απρόσμενα ταξίδι γι’
άγνωστους ουρανούς. Συναχτήκαμε στη γνωστή αποβάθρα για τον αποχαιρετισμό. Η
ομίχλη μας απομόνωνε από τον έξω κόσμο. Οι δρόμοι που μας οδήγησαν εκεί ψεύτικοι
ή αληθινοί κανείς δεν διέκρινε. Οι ευχές του ιερέα για μια θάλασσα γαλήνια
χάνονταν μεσ’ την σιγαλιά του γύρω χώρου. Ψίθυροι που τρύπωσαν στ’ ανάχωμα του
νιόσκαφτου τάφου. Και λίγο πριν ο ήχος των φτυαριών βάλλει την ανέκκλητη
σφραγίδα του στην περιπέτεια της σύντομης ζωής, ξεχώρισε από την σύναξη η
ποιήτρια, κορυφαία χορού αρχαίας τραγωδίας. Κοίταξε κατάματα το θάνατο, αυτή την
τραγική πραγματικότητα, και χωρίς περιστροφές ή συναισθηματικά ψιμύθια, με
σιγανή φωνή αποχαιρέτησε τη μάνα:
Σε ψάχνω….
Στα πράγματα που άφησες πίσω
Σε όσα άγγιξες για τελευταία φορά
Στα γράμματα σου
Όταν κοιτάζω το βλέμμα σου
Στις φωτογραφίες
………
Σε ψάχνω μέσα μου
Βυθίζομαι
Στην απόμακρη αίσθηση μου
Σε κάθε πρόσωπο που συναντώ
Στους στοίχους των τραγουδιών
Στη μοναξιά μου
Για πάντα θα σε ψάχνω….
Κι η μνήμη η γυρίστρα ανέσυρε από ανέσυρε από τα αμπάρια του παρελθόντος έναν
άλλον αποχαιρετισμό. Εικοσιοκτώ χρόνια πριν, το 1978, ο παππούς τέλειωνε την
πολυσήμαντη ζωή του. Η Ευερίνα ήταν τότε μόλις δύο χρονών.
Ο Νίκος Κατιρτζόγλου έζησε τη τραγωδία της μικρασιατικής καταστροφής, το
ξερίζωμα από τις πατρογονικές εστίες. Έγινε γιατρός κι αφουγκράζεται μικρόβια
που φωλιάζουν σε άρρωστα στήθια, μα και μικρόβια κοινωνικά, που κατατρώγουν το
νόημα της ζωής.
Κυνηγήθηκε γι’ αυτό από τους ανθρώπους με τις καμπαρτίνες και τα χαμηλωμένα
καπέλα, απ’ αυτούς που είχαν χάσει από καιρό το πρόσωπό τους.
Κράτησε όμως όρθια τη θυμωμένη σημαία μέχρι το τέλος. Ο μύθος του παππού
κεντρίζει την παιδική ψυχή της Ευερίνας και τα ερωτηματικά αρχίζουν να
προβάλλουν πελώρια κι απαιτητικά.
Οι λέξεις ξεχύνονται άναρχες, ασύνδετες για να ταράξουν την ακύμαντη
καθημερινότητα. Στο μνημόσυνο για τα δεκάχρονα του παππού θα μαζέψει όσες
παπαρούνες ολοπόρφυρες κοσμούσανε τα παιδικά της στήθια και θα τις σκορπίσει
στους λειμώνες του θανάτου:
Λευκό σεντόνι
Άσπρα τριαντάφυλλα
Μαύρο χάος
Κόκκινη πιτσιλιά
Ο θάνατος!
……………………
Ένας άγγελος σκεπάζει με τα φτερά του
Μια κάσα
Πήλινη καρδιά
Ένα άστρο χάνεται
Μάτια που πετούν φωτιές
Αστράφτει
Παππού γιατί!
Ρωτάς και……συμβιβάζεσαι.
Ρωτάς και…συμβιβάζεσαι! Πόσο καίριος στίχος, πόσο μεγαλείο κρύβει μεσ’ στην
απλότητά του!
Και το πρελούδιο της συμφωνίας σε λα μείζων για τη ζωή γεννιέται, για τη ζωή που
τερματίζει, είναι έτοιμο.
Κι ύστερα ήρθε η εφηβεία, άτι ατίθασο, τυφλός καλπασμός στην ελπίδα εκεί που
είναι καταχωνιασμένο το άπιαστο το όνειρο:
Ακόμα κι αν όλα τα αστέρια σβήσουν
Ακόμα κι αν ο ήλιος πάψει να ζεσταίνει τις καρδιές
των πονεμένων
……………………………
Ακόμα κι αν μου απλώσουν την κάνη
Ενός πιστολιού μπροστά στην καρδιά μου,
Δεν πρόκειται να σβήσει η ελπίδα μέσα μου!
Τίποτα όμως δεν διαρκεί κι είν’ η ζωή ατέλειωτος χωρισμός. Κυλάει του χρόνου το
ποτάμι, πηγή το αιώνιο αύριο, δέλτα ο θάνατος. Και η Ευερίνα θα βιώσει άλλο ένα
αντίο. Αυτή τη φορά είναι ο πατέρας που σαλπάρει για τον Αχέροντα. Και η μνήμη,
σαΐτα, σχίζει τα περασμένα, κυνηγάει τα μελλούμενα, τότε που ο Αντώνης
κονταροχτυπιότανε με τον Όμηρο και την άλγεβρα, αλλά παράλληλα προσπαθούσε να
θεμελιώσει ουτοπίες για να τις ζήσουμε μετέπειτα εμείς. Ουτοπίες που δεν τις
ζήσαμε βέβαια, μα ήταν το ερέθισμα για το ταξίδι. Κι ο Αντώνης πάντα πρώτος κι
αργότερα όταν έγινε γιατρός συνέχισε ακούραστα το έργο του πατέρα του.
Ο πρόωρος θάνατος του αφήνει τα μοβ στίγματα στην έφηβη ψυχή της ποιήτριας. Τα
πρώτα ερωτικά σκιρτήματα συγκρούονται με την πραγματικότητα του θανάτου. Ενοχές
την καταδιώκουν. Είναι έτοιμη για κάθε θυσία με την απολυτότητα που χαρακτηρίζει
τη νιότη. Γράφει λοιπόν:
Γιατί εγώ δεν έχω πια το δικαίωμα
να χαρώ
γιατί όταν εκείνος άφηνε τον κόσμο
εγώ σκεφτόμουνα τον έρωτα;
Γιατί δεν πάλεψα μαζί του
Να τον κρατήσω κοντά μου;
Άπειρα γιατί αυλακώνουν την καρδιά της και υπόσχεται:
……θα ‘θελα όμως να ξέρει
ότι θα εκπληρώσω το όνειρό του
και θα συνεχίσω τις παραδόσεις…
και θα τον συναντώ κρυφά
στα όνειρά μου…..
Στίχοι που βιάζονται να βγουν απ’ των σπλάχνων τις πτυχές το λευκό χαρτί να
γεμίσουν. Ποτάμι ορμητικό που σύντριψε τα φράγματα και χύθηκε ανενόχλητο σε
κάμπο ανυπεράσπιστο.
Μέσα στην αναταραχή της νιότης, κάτω από ένα χαμηλωμένο ουρανό, συμπιεσμένη απ’
το μυρμήγκιασμα του πλήθους νοιώθει σαν ψάρι σε παραφορτωμένο δίχτυ. Πνίγεται η
ανάσα της καθώς νοιώθει ότι είναι πλασμένη για τα άλλα, τα μεγάλα. Νοιώθει
ανέκκλητα μόνη. Στα όνειρά της φαντάζει πως είναι μια κολυμβήτρια χαμένη μακριά
απ’ τις ακτές, χωρίς ελπίδα βοήθειας καμιά. Της μένει μόνο ο ανελέητος ουρανός,
η δίνη κι ο απελπισμένος στίχος:
…..Προσπάθησα να σηκώσω τα χέρια ψηλά
να διαμαρτυρηθώ
αλλά τα ένοιωθα βαριά σαν μολύβι
άρχισα να βουλιάζω αργά
και το φως χάθηκε γύρω μου
μια ανάσα ζεστή με τύλιγε
ναι ονειρεύτηκα χτες το βράδυ
ότι πέθανα…
Μα αχτίδες του ήλιου, ανάμεσα σε στροβιλιζόμενα σύννεφα, ανάμεσα σε ριπές,
ασημίζουν το βάθος του ορίζοντα. Κι η νιότη καλπάζει και μαζί της ο έρωτας, η
διάψευση, η ελπίδα, το δράμα που παίζεται μέσα σ’ ένα στήθος και τέλος ένα
ανθισμένο τριαντάφυλλο που δακρύζει καθώς ξαπλώνει στις μυτερές γωνιές των
βράχων.
Τις νύχτες που η αμφιβολία ματώνει τα όνειρα, νοιώθει το χέρι της να τρέμει σαν
να το τράνταξε αστραπή. Και το ακίνητο βλέμμα της καρφώνεται πάνω στη μάζα των
λέξεων. Κατεβάζει την κουρτίνα και καλύπτει τον ατέλειωτο τοίχο με το χρώμα της
καθημερινότητας κι η νύχτα χρωματίζεται και πάλι απ’ τη μυρωδιά του μελανιού. Κι
οι λέξεις που πριν από λίγο χάνονταν άηχες θα πάρουν ξανά τη λάμψη τους, θα
στροβιλιστούνε για να γεμίσουν την κάμαρα. Και η σιγή ταράζεται απ’ το χαρτί που
καταγράφει τους στίχους, απ’ την καρδιά που τανύζεται, απ’ το πνεύμα που
σείεται:
…..Θα ψηλαφίσω το χαμόγελο σου
θα κλείσω τα μάτια
θα χαθώ στην αγκαλιά και μέσα στη δίνη
οι κτύποι της καρδιάς σου
μου φωνάζουν τότε «σ’ αγαπώ»
μια κρύα νύχτα σαν κι αυτή
θα στροβιλιστώ στη θύμησή σου
με το ψιθύρισμα σου θα ριγήσω
χάδι ερωτικό…..
Έτσι γράφτηκαν «οι παπαρούνες στους λειμώνες της θλίψης», χωρίς οι λέξεις να
μπούνε στο ψεύτικο ζυγό της λογικής. Σαν ραβδοσκόπος έψαξε στα έγκατα του είναι
της την ίδια τη ζωή της, την καταματωμένη κι απροσδιόριστη, μέσα στις
σφιχτοδεμένες μέρες που μας άφησαν, μέσα στις πολυσήμαντες μέρες που θα έρθουνε.
Όλα έγιναν όπως πρόσταξε η ζωή κι Ευερίνα τώρα αναμετράει τις αγκαλιές που της
απόμειναν, την εύγλωττη ματιά που θα την θερμαίνει και βλέπει δίπλα της μόνο τον
αδελφό της, τον Νίκο, να συνοδοιπορεί, μα η περιπέτεια της σύντομης, της αιώνιας
ζωής συνεχίζεται.
Κι ο ποιητής, ο καλλιτέχνης γενικότερα, είναι άναρχος. Υπακούει μόνο σε τρεις
φωνές: Στη φωνή του θανάτου μ’ όλα τα προμηνύματά, στη φωνή της αγάπης, στη φωνή
της τέχνης. Οι «παπαρούνες στους λειμώνες της θλίψης» προσπάθησαν ν’
αφουγκραστούν αυτές τις φωνές. Κι εμείς ας στήσουμε το αυτί μας σ’ αυτό τον
νεανικό στίχο κι ας καταγράψουμε αυτό που μας αφήνει να δούμε, αυτό που κρύβεται
πίσω απ’ το δάκρυ, πίσω απ’ το χαμόγελο.