Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ

Τι θα’ θελες να κάνω
όταν τα δάκρυα κυλάνε
αθέλητα στα μάγουλά μου;
Όταν θυμάμαι
κι’ οι αναμνήσεις
πιο πολύ πληγώνουν
αντί να ανθίζουν χαμόγελα;
Πόσο πιο δυνατή
θα με ήθελες
όταν ο κόσμος μου
ερημώνει;
Κι’ όταν οτιδήποτε αξίζει
γύρω μου
το σκοτώνουν;
Κι’ όταν στριφογυρίζω,
με την τρέλα στο μυαλό μου,
να σε βρω
σε απόμερα μονοπάτια,
να κρατηθώ
απ’ την άυλη μορφή σου,
να ενωθώ
με την ανάσα σου
τι άραγε να σκέφτεσαι για μένα;
Κι’ όταν λυγίζω
μπροστά στου φόβου μου τις απειλές
και τα σκληρά παιχνίδια
της μοίρας των ανθρώπων
κι’ όταν με μάτια σφαλιστά
ψάχνω το χάδι σου και το φιλί σου,
πού είσαι τότε
και ποια δύναμη
σε δένει μακριά μου;
Μα όταν κουρασμένη πια
φωνάζω δυνατά το όνομά σου
και σε αποζητώ
το νιώθω ότι με ακούς
και στάλα-στάλα ποτίζεις
το αίμα σου
αθάνατο
μέσα στο δικό μου…
Δεν ξέρω τι με πειράζει πιο πολύ…
Ότι δύσκολα θα αντέξω
ή ότι δε θα σε δω ξανά ποτέ……;