Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ

Αργά-αργά ξεκολά ένα πέταλο
απ’το τριαντάφυλλο,
αιωρείται για λίγο στο κενό,
κόκκινο πούπουλο
σα σάρκα παιδική που στάζει αίμα,
κι’αρχίζει πάλι να λικνίζεται
στο φύσημα του διάφανου αγέρα,
καθώς η τελευταία ηλιαχτίδα
χαιδεύει ναζιάρικα το μεστωμένο χνούδι
στη βελούδινη επιδερμίδα.
Και προσγειώνεται απαλά
σε δυο σβόλους χώμα,
επιχρυσωμένους
απ’τα δακρυσμένα χνάρια ενός σαλίγκαρου.
Πέφτω αργά-αργά στο γκρεμό.
Η καρδιά μου το ανθισμένο τριαντάφυλλο.
Οι μυτερές άκρες των βράχων
λυαίνονται από μια βροχή καυτά ροδοπέταλα,
κι’η θάλασσα γλείφει νωχελικά
το ματωμένο μου ηλιοβασίλεμα
επιχρυσωμένο από τα δικά της δάκρυα