ΓΙΟΡΤΙΝΗ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Μένω άπραγη
και νιώθω τη γιορτή
σαν κόκκινο κρασί
να χύνεται,
χωρίς να μένει στα στεγνά χείλη,
χωρίς να περνά από το ξεραμένο λαρύγγι.
Κι όμως,
στο τέλος με καίει σαν καυτό δάκρυ,
παντοτινό παράπονο
πως έκλεισα τα χέρια μου αργά
και ξέφυγε η χαρά
μέσα απ’ τις σφιχτές χούφτες
και γέμισε ο αέρας
από κόκκινη μελαγχολία…
Τη δική μου…
Όμως, έμεινε μακριά,
χωρίς να αγγίξει τα σγουρόμαλλα κεφάλια τους.
Κι ο μόνος, που ίσως θα μπορούσε
νa ξεσφίξει τα χλωμά ματόκλαδα
γυρνά αλλού
και κοιτάζει το σύννεφο
και πιο πίσω το ντροπαλό ουράνιο τόξο,
που κρύβεται.
Το δικό του…
Και νιώθω ότι κάπως έτσι θα περάσει η ζωή,
χωρίς να έχω τη δύναμη να τη σταματήσω,
σαν κινηματογραφική ταινία,
όπως παρατηρείς αδιάφορος, εκστατικός
τη ζωή ενός άλλου.
Κάπως έτσι θα έρθει η αρχή και το τέλος
σα μεθυστική γουλιά
που, ζεστή, κάνει τα μάτια να κλαίνε.
Και κάπως έτσι θα σκεφτείς
ότι δεν έκανες τίποτα για να το εμποδίσεις.
Όταν θα είναι πια αργά…
Ιδρώτας κρύος,
ζεστό το χέρι του,
που θα μπορούσε να διώξει αυτά τα απατηλά όνειρα…
Είναι όμως μόνο όνειρα;
Γιατί αν πίσω από την ομίχλη
κρύβεται η πλαδαρή πραγματικότητα,
γιατί αν και πάλι τα λόγια είναι ψεύτικα,
ρόδινα, σαν τριαντάφυλλα στο γυαλό
και το δάκρυ γυάλινο στολίδι
τότε εγώ πια δε θα χορεύω
παρά τον πικρό χορό των λουλουδιών
πάνω από το άσπρο ξύλο.
Και θα ξαπλώνω σαν το χώμα,
σε λασπωμένους βόλους
στη λεία, λιπαρή επιφάνεια.
Γιατί τότε θα ευχηθώ
πίσω από τους ατμούς του πουθενά και του τίποτα
μία κατάρα,
που δε θα θέλω να γίνει…
Κι όμως θα ευχηθώ
να πεθάνει
όπως πέθανα κι εγώ.
Σκληρά, απατηλά και ωμά.
Για πάντα…