ΚΙ ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ

Κι’ όταν θα έρθει η νύχτα,
όλα τα πνεύματα θα ξυπνήσουν
και θα υψωθούν οι ψυχές
σαν προσευχές ψηλά στον ουρανό
κι’ όσα αστέρια λάμπουν
πίσω από τους ατμούς των πιο ανείπωτων ονείρων
θα ενωθούν αργά
σε μια θάλασσα
γεμάτη από τους πόθους των ανθρώπων.
Και μια γαληνεμένη αύρα
θα χαϊδεύει το ασημένιο μονοπάτι
που χαράσσουν
οι φλόγες των ματιών των νεράιδων
πάνω στ’ απάτητα νερά
μακρυά, πολύ μακρυά
στην άκρη του κόσμου,
όπου οι άγγελοι με τη γλυκόφωνη λαλιά
παρασύρουν όλους τους ταξιδευτές του πεπρωμένου.
Κι’ ένας θεός
με μάτια πονεμένα από μια άπειρη καρτερικότητα
θα πάρει στα χέρια του
μια χρυσή καρδιά
κι’ όλος ο πόνος θα χαθεί
και μια ηρεμία
σαν το γλυκόπιοτο κρασί
θα ξεχυθεί απ’ το φωτοστέφανο
των άυλων φαντασμάτων του παρελθόντος.
Κι’ όταν τα χίλια χρώματα στην ανατολή
διώξουν κάθε τρόμο και κάθε σκοτεινιά,
ένα μυστικό θα πλανιέται
στον αέρα και σε κάθε αγκαλιά
για όποιον ψάχνει αιώνια να το βρει,
για όποιον νιώσει την πιο γλυκιά μελωδία,
να τον λυτρώνει απ’ τα αμαρτήματα των Πρωτογέννητων,
για όποιον ελπίζει ότι κάποτε θα συναντήσει την ευτυχία ….