ΕΝΘΥΜΙΟΝ
στον πατέρα μου
Δουλειά, τριβέλι για ζεστό, φρέσκο καρβέλι
για τους θλιμμένους χάδι στη ματιά
οι φίλοι σου κι η φαμελιά
χαρά κι αραξοβόλι
μα το αμόνι, το σφυρί
ανάσα και πνοή
να σε κρατάνε χέρι - χέρι
μια ζωή.
Στάλες ιδρώτα στην ποδιά σου και στο χέρι
λάμπαν το βράδυ σαν παράσημα
και τότε ο πάγκος σου με μιας
θύμιζε περιβόλι
κι η μέγκενή σου η βουβή
γινότανε πουλί
που τραγουδούσε κι ιστορούσε
τη ζωή.
Αθήνα 20.7.2006