ΣΤΟΝ ΚΟΛΙΑ
Στου ποντοπόρου σου του πλοίου την καμπίνα
μπρος στον ασύρματο που’χες βαφτίσει ‘Γκρέτα’
πήρες ρυθμoύς από τα σήματα και μέτρα
και στίχους έπλεξες από ακριβή πλατίνα.
Τ’ άρωμα των μπορντέλων στο λιμάνι
μακριά σ’ αρμένιζε, στα πιο αθέατα μέρη
και η γοργόνα που σου κέντησαν στο χέρι
σου θύμιζε πως καθετί κρύβει μια πλάνη.
Απ’ του Μποντλέρ την αδηφάγα την ανία
πήρες για προίκα μια στυφή, θανάτου γεύση
που όλο χυμούσε σαν μουσώνας να σε πνίξει
μα πάντα κάποια λέμβος πλάι σου είχε σπεύσει:
τα χέρια τείνοντας σαν γελαστή μιγάδα
σ’αρμένιζε στου κόρφου της την ομορφάδα.