ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ


Κουράστηκα κάθε ημέρα να περιμένω μια αγάπη.
Έφτιαξα μια δική μου
μ’ ένα διαμπερές τραύμα στην καρδιά.
Την έστειλα στον ήλιο
που όταν μαζεύεται το σούρουπο
τη σπέρνει παπαρούνες.
Ταλαντεύεται στις τεντωμένες υποσχέσεις.
Κρύβεται στην υπερβολή του ενθουσιασμού
κι ορκίζεται πως δεν πιστεύει τις ευχές των ανθρώπων
παρά μόνο στα έργα τους.
Τ’ άγουρα μάτια του εργάτη συνοδεύει το χάραμα
κι οπλίζει την υπομονή του στρατιώτη
στην σκοπιά,
μα καταριέται τον πόλεμο.
Μα ίσως μ’ έχει παγιδέψει η αγάπη της μάνας μου.
Μού ’λεγε πως η ζωή είναι σκυτάλη.

Αλίμονο.
Δεν πορεύτηκα ποτέ μαζί της.
Είδα τον εαυτό μου αχθοφόρο
να μεταφέρω τα βάρη
μιας άλλης ζωής
κι άοπλη να περιμένω
στο χαράκωμα του σπιτιού μου
τη δική σας χαριστική βολή.
Δεν μπορώ κάθε ημέρα
να περιμένω μια αγάπη.
Έφτιαξα μια δική μου.
Κάθε εσπερινό την ονειρεύομαι
στις γνωριμίες των άγνωστων φίλων
στις περαστικές ματιές
και παζαρεύω
την αντοχή μου στο αύριο.