ΓΚΡΙΖΟ
Τα φώτα της πόλης καθρεφτίζονται στη θάλασσα.
3 το πρωί στα φώτα των αστραπών
που σχίζουν τα σύννεφα.
Στέκεται και νοσταλγεί
τις στιγμές που δεν έζησε.
Αυτές που κάλυψε η ομίχλη του φόβου του,
ο ίσκιος των δισταγμών του.
Όταν το λευκό χρώμα της ζωής σου
αρχίζει να γκριζάρει,
τότε πρέπει ν’ αρχίζεις ν’ ανησυχείς.
Κάτι έκανες στραβά.
Κάπου έχασες τη διαδρομή.
Ξέρεις, δε μπορείς να ’χεις πάντα δεύτερη ευκαιρία.
Προχωράει ολομόναχος μες στη βροχή
χωρίς να σκέφτεται.
Βήματα στα τυφλά, μηχανικά.
Τ’ αυτοκίνητα τον προσπερνούν,
μα δε δίνει σημασία.
Λέει πως είναι σα τις στιγμές που θα ’ρθουν.
Θα τον προσπεράσουν
και θα χαθούν στα καυσαέρια των αναμνήσεων.