ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΕΝΗ ΕΠΙΕΙΚΕΙΑ
Υπολόγισε άραγε ο Θεός κάποια επιείκια
για τη μοίρα μας ;
Πέφτοντας το γιαταγάνι έσμιγε
τη σκουριά του με το αίμα της Σμύρνης
και τα κυλούσε συνονθύλευμα
σ’ εκείνο το ρυάκι που κάποτε παίζαμε παιδιά.
Οι ακτίνες του φωτός ντροπιασμένες
απ’ τις πράξεις των ανθρώπων
σέρνονται στο κατωκάσι της πόρτας
ψάχνοντας σημείο σκοτεινό ν’ απαγκιάσουν.
Προσπαθούσαν την ειρωνεία του άτοπου
να κάνουν πράξη.
Και τ’ αυτιά της κρυμμένα
Στο λαγούμι του ελαίου…ς
άκουγαν το σπαραγμό της μάνας,
τις τρεχάλες των ποδιών.
Ιαχές των πολεμιστών
τη γυρέψανε, αποτύχανε, φύγανε.
Κι εκείνο το βράδυ
έσυρε το μουδιασμένο κορμί της
στ’ αποκαΐδια ψάχνοντας,
και βρίσκοντας,
χαλασμένο τον άγγελο που χθες κρατούσε
πολύτιμα σφιγμένο στο στήθος της.
Στις στριγκλιές της,
γύρισε πίσω τη μορφή του
το γιαταγάνι που έφευγε.
Δεν ήθελε να υπολογίσει ο Θεός
τέτοια επιείκεια για τη μοίρα της.