ΣΤΑ ΠΟΡΦΥΡΑ ΣΟΥ ΠΟΤΑΜΙΑ
Πήρα αναπνοή και ξαναγύρισα από τον κόσμο των νεκρών.
Το ‘χα κάνει πολλές φορές.
Αλλά τώρα φοβόμουν ν’ ανοίξω τα μάτια.
Τ’ αυτιά μου γέμιζαν από το χτύπημα.
Ήξερα ποιος χτυπούσε.
Πάψε είπα μέσα μου.
Μα κι αν υπάκουε, κάποιος άλλος παραπέρα θα συνέχιζε.
Σήμερα δεν έπρεπε να χτυπάνε, αλλά…
δεν ήμουν εγώ που καθόριζα τον χρόνο.
Έγειρα το κεφάλι αριστερά,
και τις ένοιωσα παγωμένες, λεπτές,
κι αραχνοΰφαντες, σταλμένες απ’ τη σελήνη
να μου τρυπούν τις σάρκινες ασπίδες.
Βρισκόμουν στον πυθμένα μιας χαράδρας
που μόλις είχε γενηθεί.
Νομίζω ότι εδώ που βρίσκομαι,
λίγα χιλιοστά πιο κάτω,
τρέχει υπόγειο πορφυρό ποτάμι,
ξεκίνησα και το ακολούθησα.
Τα πόδια πιέζουν τον λεπτό του
υμένα και αλλάζουν την πορεία προς στιγμή.
Ανέβηκα τα ομαλά τοιχώματα.
Αν ήταν βράχια θα μου ξέσχιζαν τα χέρια
μα η γη αυτή απαλή, σάρκινη, θερμή,
μου άφηνε να αισθάνομαι την ομορφιά της.
Περπάτησα μόνο εκεί που έπεφτε το φως του φεγγαριού.
Κατήφορος. Τα βλέφαρα μπροστά μου
υψώθηκαν σαν τεράστια κάγκελα.
Με δυσκολία πέρασα ανάμεσά τους.
Το στόμα μισάνοιχτο στη στάση της ηδονής.
Φοβήθηκα την ομορφιά του και δεν πλησίασα.
Ονειρευόταν ακόμη φιλιά ;
Το μυαλό μου ποθούσε να ρουφήξει τον καπνό της αμαρτίας.
Σηκώθηκα απαλά και το βουνό ολόκληρο κουνήθηκε,
άλλαζε θέση, μα ούτε ένα πετραδάκι δεν ξεκόλλησε,
έτσι ήταν πλασμένο.
Νοιώθω ότι ίσως κάποια πορφυρά ποτάμια ν’ αλλάξουν πορεία,
Το φως που τύφλωσε τα μάτια μου,
ήταν πιο δυνατό απ’ αυτό, του Βόρειου φάρου
που σχίζει κάθε νύχτα, τον καμβά της σκοτεινιάς.
Η Μάγια θα ερχόταν στα πόδια μου, αν είχε γεννηθεί,
γεμίζοντας τα ρουθούνια της με τον διπλό ιδρώτα μου,
κουνώντας την ουρά γυρεύοντας παιχνίδια.
Χαιρόμασταν ν’ αφήνουμε ανεξέλεγκτα,
τέτοιες δυσεύρετες στιγμές τα πάθη μας.
Όπως πριν μερικές ώρες.
Από κάπου μακριά ήρθε η μυρουδιά ενός φυτού.
Απαιτητικό, δεν δέχθηκε να ριζώσει στον τόπο μου,
αναγκάστηκα να ριζώσω εγώ στον δικό του.
Ίσως όχι για πολύ, αν και θα ‘θελα για πάντα.
Τα πνευμόνια ταχυδρομήσανε με δύναμη
την τελευταία ρουφηξιά της αμαρτίας στον εγκέφαλο
και τα δάχτυλά μου,
στείλανε το αποκαΐδι κάπου προς τα εκεί, στον κήπο.
Γύρισα στο όρος που αγαπούσα και ξάπλωσα δίπλα της.
Βρήκα πάλι την χαράδρα
που είχε αποτυπώσει το σεντόνι,
εκεί,
στην άκρη του μετώπου της.
Αλλά αυτή τη φορά πιο ρηχή.
Γλίστρησα στο πιο βαθύ σημείο της, κάθισα εμβρυακά,
έκλεισα τα μάτια περιμένοντας,
να ξανακούσω πάλι το χτύπο του ρολογιού,
να μετράει τους αιώνες μέχρι να έρθει η ώρα
που θα ξυπνούσα από τον πρόσκαιρο θάνατο
και κυνηγημένο πουλί θα έφευγα γρήγορα, κρυφά,
στα ανθρώπινα πεζά πρέπει.