ΣΟΥ ΨΙΘΥΡΙΖΩ

Στο βλέμμα του προβολέα
ζωή των «πρέπει».
Τα πάντα κρίνονται
στα μάτια αυτών που κοιτάνε.
Φαίνεσθε αρεστοί
δημιουργώντας κέλυφος ομορφιάς.
Η χωρική ασχήμια
αλοιμμένη περίτεχνα με δόση ωραίου.

Μαθήτευσες
σε μαινάδες κραυγάζουσες.
Χειραγωγημένη δεξιότεχνα,
σε λαγούμια καταλήγοντα
σ’ απύθμενες χαράδρες.

Άνω θρώσκουσα
διέξοδο αναζητούσες.
Μα σκέπαζαν
το φως οι κραυγές τους.

Κόκκινο πουκάμισο
δεμένο στη μέση σου,
αντικείμενο πανικού.
Σε ρεζίλεψε το παιχνίδι
του νερού στο τραπέζι.

Σαν πειστούν
πως γίνεσαι μαινάδα,
δείγμα εμπιστοσύνης
σου κρεμάνε.

Και τότε κλεφτά
στ’ αστέρια ψάχνεις,
μήπως απέμεινε η ακτίνα
που κάποτε είχες δει.

Το ξέρεις ότι
δεν είναι αργά.
Πόνος τον αυχένα
θε να σημαδέψει,
βίαια το δείγμα ξεκρεμώντας.

Τα μάτια τους,
ρομφαίες δίστομες
να σε τρυπήσουν.
Πρόδωσες τον κόσμο τους,
οι σταυρωτές σε μάχονται.

Μα χαιρέτα τις παλάμες
που συναντάς στο φρύδι του γκρεμού.

Σου ψιθυρίζω,
να προσέχεις στ’ ανέβασμα,
προχώρα αργά,
προχώρα αργά,
όσο κι αν ματώνουν
τα πόδια στα τριβόλια.

Κάθε τόσο
κοίτα επάνω να μας δεις,
και σα θυμάσαι τα πρότερα,
κουράγιο θα παίρνεις.

Θνητό πλάσμα,
χρόνια θα πάρει η πορεία
κι αυτοί που ανεβήκανε με μιας,
το βάρος της ελευθερίας
δεν αντέξανε.

Στα λιβάδια που έχεις στόχο,
παστέλ χρώματα
σε περιμένουν.
Φως χαράς θα λούσει
τους καταρράκτες
των μαλλιών σου.

Κι όταν φτάσεις,
μη κακιώσεις στους παλιούς
που δε θελήσαν να πετάξουν.

Μόνο άκουσε με
σου ψιθυρίζω,
προχώρα αργά
κι ας ματώνεις.

Δώσε μου το χέρι
βακτηρία να γενώ,
δέξου με για οδηγό σου,
…………………
κι εγώ ανεβαίνω ακόμα.