ΠΟΥΛΙ ΚΑΙ ΨΑΡΙ

Φτερό του γλάρου σφύριζε, κι’ ορμητικά πετώντας,
την κάθετο διέσχιζε αντικριστά στο κύμα,
μα λίγο πριν την συντριβή, με τέχνη ξεγλιστρώντας,
στον ίλιγγο παρέδιδε τον εαυτό του θύμα.

Για χρόνια ήτανε πολλά, παιγνίδι αγαπημένο,
Αύγουστος ήτανε θαρρώ, η αγάπη καρτερούσε,
σαργό στο ράμφος έπιασε, φαγάκι λατρεμένο,
κι εκείνο σιγομίλησε καθώς εσπαρταρούσε.

Γλάρε μου άσπρε κι όμορφε, πρόσεξε τι θ’ ακούσεις,
δεν είμαι ψάρι σαν κι αυτά, που πείνα θα κορέσεις,
χρόνια σε βλέπω, στρίβοντας στο κύμα πριν να κρούσεις,
μα ‘γω για αγάπη θα σου πω, ν’ ακούσεις θα μπορέσεις ;

Αγάπη; …. Ονειρεύτηκα ν’ ακούσω τέτοια λέξη,
μα πάλι, ψάρι να μιλά εντύπωση μου κάνει,
τι είναι αγάπη ; θα μου πεις ; …… ένοιωθ’ ο γλάρος έλξη,
πάνω στο κύμα έσκυψε κουβέντα να μη χάνει.

Την λέξη δε την ήξερα, καιρό πριν σου μιλήσω,
μα μέσα μου γεννήθηκε, ο θαυμασμός για σένα,
και τότε πρωτογνώρισα πως είναι ν’ αγαπήσω,
το θείο κατ’ εξαίρεση λαλιά ‘δωκε σε μένα.

Τώρα με έχεις δίπλα σου, μπορούμε να μιλάμε,
μα σαν στο κύμα βυθιστώ και πλέον δε με βλέπεις,
και μιας και τα πτερύγια δεν είν’ για να πετάμε,
μονάχος θα αισθάνεσαι, κουβέντα δεν θα έχεις.

Το ψάρι φεύγοντας γοργά, μεσ’ το νερό κατέβει,
στο γλάρο κακοφάνηκε, μικρός ο χρόνος, …… λάθος,
κι αγνάντεψε τα κύματα μη τύχει και το εύρει,
βουτιά να κάνει θέλησε, μα δείλιασε απ’ το βάθος.

Ολημερίς ανήσυχα στο πέλαγο γυρνούσε,
τον φίλο ήθελε να βρει, ν’ αλλάξουν δυο λογάκια,
και μεσ’ στο φεγγαρόφωτο, μ’ ελπίδα καρτερούσε
ώσπου το ψάρι φάνηκε πάνω στα κυματάκια.

Χάθηκες κι ανησύχησα κι έψαχνα κάθε ρούγα,
κουβέντες ήθελα να πεις, αγάπη να μου μάθεις.
Ο φίλος χαμογέλασε, χάιδεψε τη φτερούγα,
γλάρε μου δεν κατάλαβες; αγάπη ήδη πλάθεις.

Φίλοι γινήκανε στενοί κι αχώριστοι συνάμα,
το ψάρι μεσ’ στο πέλαγο γλίστραγε, του μιλούσε,
ο γλάρος παν’ απ’ το νερό κοιτούσε με λαχτάρα,
ένα θελήσαν να γινούν, η αγάπη τους ωθούσε.

Φίλε γλυκέ, η καρδούλα μου εσένα λαχταράει,
μα είναι κόσμοι διάφοροι, ο ένας απ’ τον άλλον,
και μια που μεσ’ στη φύση μου δεν είναι να πετάει,
στην άμμο έξω θα σταθώ, να ενωθούμε μάλλον.

Μα τα πνευμόνια φούσκωσαν, νεράκι λαχταρούσε,
κι αγώνα έκανε πολύ το ψάρι να επιζήσει,
ήθελε να ‘τανε μαζί, μα η ζωή γλιστρούσε,
την ένωση μοναδική, πάσχιζε να τηρήσει.

Τρόμος το γλάρο έπιασε, το ψάρι αργοπεθαίνει,
στο ράμφος του το γράπωσε, το φίλο να μη χάσει
με δύναμη το τίναξε, στη θάλασσα το στέλνει,
μιας και θεός δεν ήτανε το ψάρι ν’ αναπλάσει.

Σ’ ευχαριστώ..... η αγάπη σου, έσωσε τη ζωή μου,
κι από τα μάτια του σαργού ξεπήδησ’ εν’ δάκρυ,
νοιώθω μονάχος, έρημος, να χάνετε η ψυχή μου,
σε τούτο δω το πέλαγο που είναι δίχως άκρη.

Ο γλάρος δεν ξεχώριζε το δάκρυ απ’ τις σταγόνες,
κάτι σα να ‘ρθε μέσα του, σα να ‘θελε να κλάψει,
ν’ αλλάξουνε το ριζικό που είχαν στους αιώνες ;
ήταν αδύνατο πολύ, και θέλησε να κράξει.

Μια μέρα πάλι το πρωί, όταν ξαναβρεθήκαν,
τα μάτια σαν σταυρώσανε, νοιώσαν επιθυμία,
παιχνίδια κάνανε πολλά, και ξέραν πως χαρήκαν,
τότε το ψάρι μίλησε και είπε μ’ ευθυμία.

Θυμάσαι ‘κείνον τον καιρό που πέταγες στα ύψη,
και με βουτιές περήφανες, ερχόσουν κατά ‘δώ ;
Όμορφο το παιχνίδι σου, και μένα μου ‘χει λείψει
κάντο και πάλι γλάρε μου, που θέλω να σε δώ.

Μόνο..... τα μάτια σφάλισε, και πέσε με μανία,
και πριν στο κύμα συγκρουσθείς κάνε στροφή για πάνω,
καν’ το αν η αγάπη σου μου έχει αδυναμία
κάνε το γλάρε μου καλέ αλλιώς θα αποθάνω.

Μικρή κουκίδα έγινε απάνω στους αιθέρες,
έκλεισε τις φτερούγες του, το τόλμημα θα κάνει,
το ψάρι τον εκοίταζε, το ‘χε σκοπό από μέρες,
ο γλάρος πριν απ’ τη στροφή θέλησε να ανασάνει.

Κι έξαφνα στο λαρύγγι του κάτι που σπαρταρούσε,
κάτι σα να ‘χε πεταχτεί στα κύματα επάνω,
μπουκιά στο στόμα έγινε, αυτό που αγαπούσε.
Γλάρε σε πόθησα πολύ, ήθελα να το κάνω.

Αφού στο κόσμο χωριστά, δεν άντεχα να ζήσω,
και της καρδιάς σου την ηχώ, ν’ ακούσω λαχταρούσα,
κ’ ήξερα πως αδύνατο θα ‘τανε να σε πείσω,
σάρκα στη σάρκα σου έγινα, αυτό που επιθυμούσα.

Χιλιάδες μαύρα δάκρυα, τα πούπουλα ραντίσαν,
ο γλάρος πέταγμα ξανά, δεν πήρε στα φτερά του,
δίχως να φάει και να πιει, οι μέρες του σφαλίσαν,
για την αγάπη αυτόχειρας, έγιν’ απ’ τη μεριά του.