ΧΟΥΣ ΕΙΣ ΧΟΥΝ
Κείνη τη μέρα π’ έγειρες σταλιά να ξαποστάσεις
κι ο ύπνος δε σου σφράγισε τα βλέφαρα ακόμη,
το μάτι σου πετάρισε στην πρώτη σου βαλίτσα,
κι η θύμηση σου ρίγησε στην όψη της μητέρας
που στρίμωχνε στην τελευταία ελεύθερη γωνιά
μαύρο σφιχτά δεμένο το μαντήλι.
Αυτό που δεν τολμάς ν' ανοίξεις,
φοβήθηκες μη ξεχυθεί στο χέρι η φωτιά του.
Κι η ιστορία σ' ήθελε ...
τη σκόνη του μονοπατιού
με φτωχικά παπούτσια να σηκώνεις,
ν' αναρωτιέσαι στο ταξίδι...
Τελειώνει τούτη η θάλασσα που όλο και μαυρίζει ;
το σύγκρυο την πλάτη να γαζώνει
στ' αντίκρισμα της Βαβυλώνας που πρόκειται να ζήσεις
κείνα τα χρόνια στην αρχή δίσεκτα σου φαινόταν,
ξενόγλωσση δουλειά κι έμοιαζε σαν δουλεία,
όταν ο ήλιος φώτιζε πατρίδα, μάνα, αδελφή,
μες το πουγκί αποθήκευες τον κάματο της μέρας,
τα πόδια κοκαλιάρικα μα η καρδιά λιοντάρι
θάρρος και δύναμη έδινε μεγάλος να γενείς.
Και τώρα σαν αρχόντεψες κι ο ξένος σε λογίζει
μνήμες θωπεύουνε το νου απ' της μάνας το μαντήλι.
Μια χούφτα χώμα Ελληνικό σφιχτά δεμένο έχει
φτιαγμένο από ήλιο, θάλασσα, του γλάρου τον αγέρα,
λάδι ελιάς το πότισε, μύρτο το αρωμάτισε,
κι ο πεύκος με βελόνες το σκίασε απαλά.
Αισθάνεσαι ατέρμονο τον χρόνο να πιέζει,
μετράς χειμώνες και γιορτές πίσω να επιστρέψεις,
και στην καρδιά μια θέληση από καιρό έχεις βάλει...
το χώμα τούτο το γλυκό με τ' άλλο να ενώσεις
να πει στην γη την πατρική πως σαν αυτή δεν έχει,
κι όταν θελήσει ο Θεός τα μάτια σου να κλείσεις,
η σάρκα χώμα να γενεί τη γη να συμπληρώσει.