ΘΕΟΣ ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ
Η κλεμμένη εξουσία, σαν άλλη περικεφαλαία
φωτοστέφανο θύμιζε.
Τα χέρια μυώδη,
με καταλήξεις σ’ ατέρμονες παλάμες
ικανές να διορθώσουν το αρχέγονο λάθος του θεού.
Τα νύχια μου γαμψά και κοφτερά
να στάζουν αίμα,
αφού μόλις αρχίνησα
να αναπλάθω το πήλινο σκεύος
στις στροφές της μηχανής.
Ξεριζώνοντας τις πέτρες που δηκτικά
εμπόδιζαν την ομαλότητα
αφημένες να πέσουν με σιχασιά στον πάτο.
Εκεί ‘ναι όλες μαζεμένες,
μακριά απ’ το λείο τοίχωμα,
αμόλυντο, στιλπνό,
να καθρεπτίζει το καλό.
Μα νομίζω πως χωρίς τούτες,
... ...
ο κόσμος θα ράγιζε στο καμίνι της μονοτονίας.
Αν ήμουνα θεός ……
Να έπλαθα μόνο τον χρόνο ;
Αμέτρητες παρατάσεις στη ζωή και τη πράξη,
να μη ξαναγίνουν λάθη.
Αλλά φοβάμαι μη τούτη τη φορά
τα ύστερα, ….
είναι χειρότερα από τα πρότερα.