ΜΕΓΑΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΜΕΡΟΣ Γ΄

 



1. BEETHOVEN (LUDWIG VAN BEETHOVEN).

Γερμανός συνθέτης (Βόννη 1770-Βιέννη 1827), μια από τις κυριαρχούσες μορφές της μουσικής τέχνης όλων των εποχών. Γεννήθηκε από φλαμανδική οικογένεια, η οποία είχε μακροχρόνιες σχέσεις με τη μουσική. Ο Μπετόβεν άρχισε τις πρώτες μουσικές σπουδές με τον πατέρα του, ο οποίος προσπάθησε να χρησιμοποιήσει το έμφυτο ταλέντο του γιου του, για να δημιουργήσει ένα «παιδί-θαύμα» και να επαναλάβει στις αυλές και στα μουσικά κέντρα της Ευρώπης την επιτυχή σταδιοδρομία του Μότσαρτ.


Έργα του:


Α΄ περίοδος (μέχρι το 1803)
Σονάτα έργο 53 (Αυγή)
Πρώτη συμφωνία του 1799
Δεύτερη συμφωνία του 1802
Δεκαέξι σονάτες για πιάνο
Δύο (πρώτα) κοντσέρτα για πιάνο και ορχήστρα (του 1797
και του 1800 αντίστοιχα)
Όπερα «Φιντέλιο» (ανεβάστηκε το 1805)
Κουαρτέτα (πολλά)

Β΄ περίοδος / φάση της τέχνης του (1803-1815)
4ο και 5ο Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα (του 1805
και του 1808 αντίστοιχα)
Τρίτη Συμφωνία («Ηρωϊκή», 1803)
Τέταρτη Συμφωνία (1806)
Πέμπτη Συμφωνία (1808)
Έκτη Συμφωνία («Ποιμενική», 1808)
Έβδομη Συμφωνία (1812)
Όγδοη Συμφωνία (1812)
Κοντσέρτο για βιολί (1806)
(Περίφημο) Τρίο, το επιλεγόμενο του Αρχιδούκα (1811)
Μουσική για τον «Έγκμοντ» (Egmont, 1810)
Κουαρτέτα
Σονάτες για πιάνο.

Γ΄ περίοδος (1816-1827)
Missa Solemnis (1822)
Ενάτη συμφωνία (1823)
Τα τελευταία πέντε κουαρτέτα
Σονάτες για πιάνο.


2. ΜΠΕΡΛΙΟΖ ΛΟΥΙ ΕΚΤΟΡ (LOUIS HECTOR BERLIOZ). Γάλλος συνθέτης (Λα Κοτ Σαιντ – Αντρέ 1803 – Παρίσι 1869).

Η σπάνια προσωπικότητά του μόνο τελευταία εκτιμήθηκε, στην έκταση της πολύμορφης δραστηριότητάς του ως μελετητή, μαχητή, συνθέτη, διευθυντή ορχήστρας και τέλος ακούραστου εμψυχωτή του ρομαντικού κινήματος. Σπούδασε στο Κονσερβατουάρ του Παρισιού (όπου γράφτηκε αργά, αφού είχε ήδη συνθέσει πολλή μουσική), θεωρείται μεγαλοφυής ανακαινιστής(έφερε επανάσταση στις αντιλήψεις για τη σύγχρονη ορχήστρα) και συνάντησε συχνότερα την έλλειψη κατανοήσεως των συγχρόνων του παρά την εκτίμησή τους. Ο Μπερλιόζ όσο και αν έμεινε δεμένος βασικά με τον Μπετόβεν – των συμφωνιών του οποίου υπήρξε ο πρώτος οξυδερκής κριτικός – η νεανκή του «Φανταστική συμφωνία» (Symphonie fantastique), γραμμένη το 1829, σημειώνει ένα σταθμό στην ιστορία της μεταμπετοβενικής συμφωνικής μουσικής.

Ο Μπερλιόζ κράτησε σχεδόν τριάντα χρόνια την μουσικοκριτική στήλη της Εφημερίδας των Συζητήσεων (Journals des Debats), από το 1835 ως το 1863. Τα κείμενά του – πνευματώδη, διεισδυτικά ή μαχητικά – αποτελούν πάντοτε πηγή πληροφοριών για μια ιστορία των μουσικών συνηθειών της εποχής.Πολλές φορές δοκίμασε το μελόδραμα με τον Μπενβενούτο Τσελλίνι (Benvenuto Cellini) ή του Τρώες (Les Troyens), αλλά μεγαλύτερη επιτυχία συμείωσε στα έργα συναυλιών, δηλαδή στις επιβλητικές δραματικές συμφωνίες με χορωδία «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» (Romeo et Juliette, 1839) και η «Η Καταδίκη του Φάουστ» (La damnation de Faust 1846), στο περίφημο ‘ρέκβιεμ» και στα ορατόρια, από τα οποία τα αξιολογότερα είναι ένα «Te Denum» και «Η παιδική ηλικία του Χριστού» (L’ enfance du Christ), που περιέχει μερικές από τις ωραιότερες σελίδες του 19ου αιώνα. Οι μεγάλες αρετές του ως ενορχηστρωτή συμπυκνώνονται στα δοκίμιά του Grand traite d’ instrumentation et d’ orchestration modernes (1844), ενώ η κριτική του διαίσθηση, συχνά φωτεινή, διαφαίνεται επίσης, εκτός από τα άρθρα του και στα έργα του Memoires και Grotesques de la musique. Στα τελευταία χρόνια της ανήσυχης ζωής του, βασανισμένα από την αυξανόμενη έλλειψη κατανόησης εκ μέρους των συγχρόνων του και από τον θάνατο συγγενών και φίλων, ο Μπερλιόζ ένοιωσε κάποιες χαρές, πριν ένας ληθαργικός ύπνος, διαρκείας τριών μηνών, τον οδηγήσει στον θάνατο, με ένα τελευταίο θριαμβευτικό ταξίδι στη Ρωσία και με τη σύνθεση της όπερας σε δύο πράξεις «Beatrice et Benedict», σκηνικού παιχνιδιού με εκπληκτικά ευρήματα, που η υπόθεσή του είναι παρμένη από το «Πολύς θόρυβος για το τίποτα» (Much A do About Nothing) του Σαίξπηρ.